Θωμάς Κ. Βαδικόλιας, Διήγημα
17Απρ
Είχε μια δουλειά και έπρεπε να κατέβει στη μεγαλούπολη. Προτού καν ξημερώσει, πήγε να προλάβει το λεωφορείο. Έξω νύχτα ακόμη, 10, το πολύ 15 άτομα, αυτοί που περίμεναν για να επιβιβαστούν. Κατά την επιβίβαση ο οδηγός όσο ήλεγχε τα εισιτήρια έλεγε και ξαναέλεγε “Ο καθένας να καθίσει στη θέση που αναγράφεται στο εισιτήριό του… Οι θέσεις γράφουν αριθμούς… ό,τι λέει το εισιτήριο… αλλιώς δεν πάμε πουθενά.”
Αυτό δεν φαινόταν να βγάζει και πολύ νόημα, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν ότι οι επιβάτες προφανώς δεν έφταναν για να καλύψουν όλες τις θέσεις του λεωφορείου. Καθώς δεν υπήρχε κανένας ουσιαστικός λόγος να τηρηθεί αυτό το τυπικό, οι περισσότεροι λοιπόν κάθισαν όπου τους βόλευε, δίπλα στα παράθυρα, αφήνοντας αναμεταξύ τους αδειανές θέσεις…
Η ώρα ήταν 05.59. Έξω είχε σκοτάδι και χειμωνιάτικο κρύο. Ο οδηγός ξαναφώναξε: “Καθώς όλοι έχετε καθίσει στην θέση σας και καθώς ισχύει η αιτιακή αυτή συνθήκη, τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε.”
Το ρολόϊ έγραψε 06.00. Ο οδηγός πάτησε το φωτεινό κουμπί εκκίνησης, οι μηχανές πήραν μπρος, το λεωφορείο ξεκίνησε, όχι βέβαια επειδή είχε τηρηθεί η αυτή η τυπική, “λογικιστική” εντολή. Μάλλον προτεραιότητα είχαν πιο ρεαλιστικοί λόγοι.
Καθώς ταίριαζε το σακίδιό του στο διπλανό κάθισμα, πρόσεξε ότι, όπως κι αυτός, έτσι και οι περισσότεροι επιβάτες, προσπαθούσαν να βολευτούν και να νιώσουν άνετα.
Οι λάμπες στον εσωτερικό χώρο του λεωφορείου έσβησαν, και έτσι όσοι από τους επιβάτες ήθελαν, μπορούσαν να παρατηρήσουν έξω από τα παράθυρα, που χάραζε η καινούργια μέρα. Τα φυσικά απαλά, χρώματα, τόσο ευεργετικά για τον άνθρωπο, φέρνουν ηρεμία, ισορροπία και αρμονία.
Παρατήρησε σε κάποιους νέους συνεπιβάτες που κάθονταν παραδίπλα, χαμόγελο ηβικό, χνούδι, μαλλιά ξανθά σαν αύρα. Στιγμές ξενοιασιάς, αθωότητας και χαλάρωσης.
Κάποιοι έξω στο δρόμο καβγάδιζαν, για ποιό λόγο, ας πούμε πως δεν έχει σημασία… Ποίος θα έβρισκε το δίκιο του? Ο ισχυρός? Ο διεκδικητικός? Ο τίμιος?
Διαβάστε περισσότερα








