Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, «Τα Κόκκινα Ελάφια», εκδ. Βακχικόν, 2023 (γράφει Δέσποινα Πυρκεττή)

«Βρέχει απόψε επάνω. Κι όποτε βρέχει, πνίγομαι.»

 

 

Είναι παλαιότερη απ’ τα βράχια που την περιβάλλουν·

σαν τον βρυκόλακα, έχει πεθάνει πολλές φορές

και έμαθε τα μυστικά του τάφου·[1]

 

 

 

Στην πρώτη νουβέλα που καταθέτει η Κύπρια ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, τρεις γυναίκες μιλούν σε πρώτο πρόσωπο με άξονα το ιστορικό γεγονός του πνιγμού τής Ευφροσύνης Βασιλείου και άλλων δεκαέξι γυναικών στη Λίμνη Παμβώτιδα, μετά από εντολή του Πασά των Ιωαννίνων, το 1801. Οι γυναίκες είχαν κατηγορηθεί για μοιχεία. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, η πραγματική αιτία της ομαδικής εκτέλεσης ήταν ο ερωτικός δεσμός που διατηρούσε η Βασιλείου με τον γιο του Αλή Πασά.

Ανάμεσα σε πρωτογενείς πηγές και τον πέπλο του μύθου, η συγγραφέας συνθέτει για την κεντρική ηρωίδα μια ασώματη φωνή έξω και πέρα από τον ιστορικό χρόνο, με την οποία αγγίζει διαισθητικά την ουσία πίσω από τα επιφαινόμενα. Ο λόγος της Φροσύνης, αγέρωχος όταν απευθύνεται σε κριτές, αλλά τρυφερός και παρακλητικός όταν γράφει στον εραστή της, είναι λόγος εκστατικός. Η φωνή της απεγκλωβίζεται από τη χρονική στιγμή της ζωής και του θανάτου της και προσλαμβάνει μεταφυσική διαύγεια. Με το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης, μεθερμηνεύει την ομορφιά, όχι μόνο τη δική της περιλάλητη καλλονή, αλλά τις ομορφιές του τόπου έξω από τους τοίχους του σπιτιού, και τη σαγήνη της νέας γνώσης που υπόσχεται η ανακάλυψη:

 

Έβραζα μέσα μου. Μα σώπαινα. Φώναζα όμως με την ανυπακοή, με τους ριψοκίνδυνους περιπάτους, με το επαναστατημένο μου κορμί. Ο κίνδυνος με ζωήρευε, με έκανε να νιώθω ζωντανή. Κάθε φορά που έφτανα σε καινούρια μέρη, ακόμη πιο μακριά, επέστρεφα στο σπίτι πιο δυνατή, πιο λεύτερη. (σ.11)

 

Η έκ-σταση στον λόγο της Φροσύνης, με την έννοια την αποΰλωσης, της αναχώρησης από τα στεγανά της εγκόσμιας ύπαρξης, της επιτρέπει να αμφισβητεί την τυραννία των αντρών – οικείων και ξένων – και να διεκδικεί το δικαίωμα να αγαπά εκεί όπου θέλει. Η τόλμη της είναι προκλητική, αχαλίνωτη· μ’ αυτήν αποσπάται από τα θέσμια και ανάγεται πάνω από τον ψόγο και την παρεξήγηση με όλες της τις ιδιότητες. Σαν να λέει, όπως η βασίλισσα του Σαβά στον ασκητή της ερήμου: «Δεν είμαι γυναίκα, είμαι ένας κόσμος. Άπαξ και πέσουν τα ρούχα μου θ’ ανακαλύψεις πάνω μου αλλεπάλληλα μυστήρια».[2]

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θεοδόσης Βολκώφ, «Διαβάζοντας μια βιβλιοκρισία»

Αφορμή του παρόντος σημειώματος στάθηκε η βιβλιοκρισία «Όταν η Ντίκινσον θυμίζει στις μεταφράσεις της Βάρναλη και Τσιφόρο» της κ. Τίνας Μανδηλαρά, που δημοσίευσε η Lifo της 13.11.23. Σε αυτήν, η γνωστή δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός σχολιάζει τις πρόσφατες μεταφραστικές εργασίες του Κώστα Κουτσουρέλη (Emily Dickinson, Ποιήματα, Κίχλη, Αθήνα 2023) και του Βασίλη Πατσογιάννη (Arthur Rimbaud, Ποιήματα, Πλέθρον, Αθήνα 2023).

Η εν λόγω βιβλιοκρισία, όπως άλλωστε κάθε κείμενο, προσφέρεται με τη σειρά της για κριτική ανάγνωση, και αυτήν ακριβώς θα αποπειραθούμε εδώ, αφενός γιατί ανακινεί ζητήματα που απασχολούν σταθερά τη συγγραφική κοινότητα, και αφετέρου γιατί ορισμένα σημεία της προκαλούν κάμποσες απορίες· απορίες για το πώς διαβάζουν σήμερα οι προβεβλημένοι κριτικοί μας, πού εστιάζουν, τι προσδοκούν από ένα λογοτεχνικό έργο, ποιες είναι οι ιδιαίτερες γλωσσικές τους αντιλήψεις και τελικά βάσει ποιων κριτηρίων κρίνουν τα κείμενα για τα οποία γράφουν και μιλούν.

Μια και –δυστυχώς– δεν έχω προλάβει να διαβάσω το βιβλίο του Βασίλη Πατσογιάννη, θα περιοριστώ κατ’ ανάγκην στο πρώτο σκέλος της βιβλιοκρισίας, σε αυτό δηλαδή που αναφέρεται στις μεταφράσεις του Κώστα Κουτσουρέλη. Πιστεύω ωστόσο ότι ο αναγνώστης δεν θα δυσκολευτεί να βγάλει τα συμπεράσματά του και ως προς αυτά που γράφτηκαν για τα ρεμπωικά μεταφράσματα.

Το κείμενο της κ. Μανδηλαρά ξεκινά ως εξής: «Δεν χρειάζεται αναφερθεί κανείς στο αμετάφραστο της ποίησης και στις σχετικές θεωρίες για τους στίχους που χάνονται στη μετάφραση για να αντιληφθεί τη δυσκολία της μεταγραφής της ποίησης σε άλλη γλώσσα…». Πράγματι. Όλα ετούτα «περί του αμετάφραστου της ποίησης» είναι, πρέπει να ομολογήσουμε, πράγματα γνωστά – γνωστά και χιλιοειπωμένα. Τόσο γνωστά μάλιστα, που δεν χρήζουν ιδιαίτερης μνείας. Διότι σε τελική ανάλυση, πέρα από τους ίδιους τους πεζογράφους και τους ποιητές, τους μεταφραστές, τους θεωρητικούς και τους κριτικούς της λογοτεχνίας, τη συγγραφική συντεχνία δηλαδή, δεν απασχολούν –και σωστά– τον μέσο αναγνώστη, που αξιώνει να διαβάζει άρτια κείμενα, είτε πρωτότυπα είναι αυτά είτε μεταφρασμένα. Από ένα σημείο κι έπειτα δεν ξέρω τι ή ποιον ακριβώς εξυπηρετεί η διαρκής θεματοποίηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει κατά την εργασία του ο μεταφραστής και ιδίως ο μεταφραστής ποίησης. Φανταστείτε έναν οποιονδήποτε άλλον επαγγελματία που όχι μόνο υπερτονίζει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί τις εγγενείς δυσκολίες του επαγγέλματός του αλλά προχωρεί πολλά βήματα παραπέρα: υπογραμμίζει μέχρι αυτοκαταργήσεως τη ματαιότητα κι ακόμα περισσότερο τη θεμελιώδη αδυνατότητα της δραστηριότητάς του.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βολφ Βόντρατσεκ, «Αυτοπροσωπογραφία με ρώσικο πιάνο» (Μετάφραση: Ελίζα Παναγιωτάτου), εκδ. Αντίποδες, 2021

Θυμάσαι;

Η Βιέννη είναι γεμάτη Ρώσους, νέους και γέρους, ζωντανούς και πεθαμένους, πλούσιους και φτω­­χούς. Πριν προλάβει να χτυπήσει το τηλέφωνο, κά­­ποιος ή κάποια έχει έρθει ή έχει φύγει, για πά­­ντα. Όλοι με τη σειρά τους, όπως πρέπει να γίνονται τα πράγ­­μα­­­­τα. Και για όλους, άντρες και γυ­­­ναίκες, κρα­­­τάω έναν τελευταίο αποχαιρετισμό, ένα φτυά­­ρι ρώ­­σι­­­κο χώμα, ένα φτυαράκι, ένα κουταλάκι. Έχω ολόκληρο απόθε­­μα, μια βαλίτσα γεμάτη.
Ο Σουβόριν χασκογελάει μόνος του. Κι ένα τελευταίο μικρό κουταλάκι για μένα.
Απολαμβάνει το θέαμα μιας νεαρής γυναίκας που περνάει εκείνη τη στιγμή. Βλέπετε, λέει, έτσι ήταν τα κο­­ρίτσια μας, αλλά πιο όμορφα, πολύ πιο όμορφα, πο­­λύ πολύ πιο όμορφα. Όλοι μας είχαμε από μία ή δύο, και όλες τους ήταν οι ομορφότερες. Εμάς μπορεί να μη μας περίμεναν κηδείες δημοσία δαπάνη, όμως είχαμε ζωή. Μας αγαπούσαν. Το πιο όμορφο απ’ όλα τα κορίτσια αγαπούσε έναν που αλληθώριζε.
Το γέλιο του σαν να κροταλίζει από ευχαρίστηση.
Παντρευτήκαμε τις μούσες μας, τη μία μετά την άλλη, για να τις βάλουμε σε δοκιμασία. Φυσικά μπορεί και να στεκόσουν άτυχος. Οι αρνήσεις στις προτάσεις γάμου ήταν περισσότερες και από τα συμφωνικά έργα. Τα δάκρυα πιο πολλά κι από τις νότες. Το κε­­­­­­φάλι μου ακόμα βουίζει. Κάποιος είχε ξοδέψει τις οικονομίες του για να αγοράσει ένα δαχτυλί­­δι, το οποίο, μετά την παρέμβαση του πατέρα της νύφης, κα­­τέληξε στο ενεχυροδανειστήριο. Ήξερα κάποιον που δεν κατάφερνε να τελειώσει μια ερωτική επιστο­­λή, πράγμα που έφτασε στα αυτιά της γυναίκας στην οποία απευθυνόταν, κι εκείνη με τη σειρά της λέγεται πως το διηγήθηκε γελώντας στον άντρα της. Ένας άλλος ερωτεύτηκε μια δεκαπεντάχρονη ποιήτρια και γέρασε απότομα. Μετά από χρόνια τον συνάντησα ξανά στο Πα­­­­­­ρίσι, είχε έρθει σε μια συναυλία μου και μετά στα πα­­­ρασκήνια. Και το περίεργο ήταν ότι όταν αγκαλιαστήκα­με, μετά από τόσα χρόνια, ήταν σαν αποχαιρετισμός. Το πρόσωπό του στο χρώμα του κα­­πνού, η φωνή του μια οκτάβα πιο χαμηλά από το κα­­­νο­­νικό, σα­­­κούλες στα μάτια του, αλλά κεφάτος. Είχε εμφανιστεί συνοδευόμενος από μια γυναίκα, μια τροφαντή Γερμανίδα, τρία μέτρα ύψος και τρία πλάτος. Είναι πλούσια, μου είπε, κι εγώ τον συνεχάρην. Μιλούσαμε ρώσικα κι εκείνη δεν μας καταλάβαινε. Πολύ πλούσια! Έμαθα πως τη συνάντησε στη γαλλική Ριβιέ­­ρα, όπου εκείνη συστηνόταν ως βαρόνη από τη Βαλτική. Εκείνος από την άλλη, με απόλυτη ειλικρίνεια, συστήθηκε ως Ρώσος συνθέτης, και την εντυπωσίασε. Της διηγήθηκε μερικά αληθινά και μερικά επι­­νοημένα γεγονότα από τη ζωή του και όταν του αποκάλυψε την αδυναμία της στο βιολί, υποσχέθηκε να γράψει ένα κονσέρτο για βιολί και να της το αφιε­ρώσει. Εκείνη σχεδόν έκλαψε από συγκίνηση. Όταν δεν ήταν πλέον εντελώς νηφάλιος, άφησε να εννοηθεί πως είχε επαφές στη Νέα Υόρκη και πως γνώριζε κάποιους από τους παγκοσμίου φήμης βιολιστές που ζούσαν εκεί, τους οποίους περιέγραψε ως φίλους του. Αυτή ήταν η αθανασία; Εκείνη έσπασε το κέλυφος ενός αστακού. Ήθελε να πάει αμέσως στο Λένινγκραντ. Ήθελε να τον γεμίσει με δώρα, όπως και έκανε. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι μια πρώτη τρυφερή νύχτα σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας στο Μονακό ήταν ­πλέ­­ον αναπόφευκτη. Ήταν η ευκαιρία μου, μου ψιθύρισε στο αυτί. Και αν τον πιστέψει κανείς, ο μύθος ότι οι Ρώσοι είναι ικανοί για όλα στο κρεβάτι επιβεβαιώθη­­­κε. Ξεπέρασε τον εαυτό του, άνοιξε διάπλατα τα πα­­­ρά­­­­­­θυρα πιστεύοντας πως είναι καλοκαίρι και μένει σε κά­­ποια έπαυλη στην Ιταλία που του έχει νοικιάσει η αφοσιωμένη ευεργέτιδά του – και άρπα­­­ξε ένα γερό κρυολόγημα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Φωτογραφίες με Κείμενα» (γράφει ο Φώτης Θαλασσινός)

Συγγραφέας που εικονογραφεί τα κείμενα του ή φωτογράφος που φτιάχνει λεζάντες για τις φωτογραφίες του; Και τα δύο, εξάλλου όλο μου το αμιγώς συγγραφικό έργο είναι ένα πολύπτυχο από δεκάδες περιγραφές εικόνων  που  συσχετίζονται μεταξύ τους. Κάποιοι μπορούν να θυμηθούν διηγήματα και κείμενα μου εμπνευσμένα από ζωγράφους. Από τον Βίνσεντ Βαν Γκονγκ, τον Henry Fuseli, τον Ιερώνυμο Μπος μέχρι και τον Έλληνα Μιχάλη Μαδένη.

 

Η προσωπική  μου ματιά έχει να κάνει με τις απροσδόκητες, αναπάντεχες  και καινοφανείς εικόνες, λεπτομέρειες, ανθρώπινες και ζωικές υπάρξεις που προσφέρουν  με δαψίλεια οι πόλεις ή για να διευρύνω το οπτικό μου και συγγραφικό πεδίο, με όσα πράγματα προσφέρει ο  πολιτισμός για να μας αποζημιώσει για όλα αυτά τα δυσβάσταχτα που μας δεσμεύουν και βιώνουμε. Δουλειά μου είναι να δώσω σε όλους τους στιγματισμένους της γης, τους παρίες, τους αλήτες και πλάνητες απ’ το φάσμα της αορατότητας, να τους δώσω τις σελίδες της ιστορίας που τους αναλογούν, την σημαντικότητα που τους πρέπει.  Περνάω στο φάσμα του ορατού φωτός πολλά πράγματα που μένουν παραγκωνισμένα ως αψηλάφητη μαγεία, όλο αυτό το επιτυγχάνω μέσα από το πάντρεμα φωτογραφίας και φιλοσοφίας ή λογοτεχνίας, άνθρωποι βγαίνουν απ’ την ζώνη του λυκόφωτος και καταλαμβάνουν επιφάνεια στο φωτογραφικό χαρτί και σε κείμενα.    Μ’ ενδιαφέρει ακόμη και ένα ωραίο ρόπτρο ξεχασμένο σε κάποιο εγκαταλελειμμένο κτήριο της Αθήνας, ένας θυρεός ή κάποιο γραμματοκιβώτιο με σπάνια οικόσημα απ’ την εραλδική επάνω τους.

Θέλω να μυήσω τους καταναλωτές της τέχνης μου σ’ αυτό που είπε κι ο Ρεμπώ για μια λελογισμένη απορρύθμιση όλων των αισθήσεων. Πουλάω νέες αισθητικές, νέο βλέμμα, ακοή και αφή κ.τ.λ. Εξοικειώνω τον κόσμο με  ό,τι πριν διέλαθε την προσοχή του, με ό,τι όλοι αντιπαρέρχονταν αφήνοντας αμαρτωλά ανείδωτες τις πιο εκλεπτυσμένες  και παρθένες απεικονισμένες συγκινήσεις.

Φωτογραφίζω αυτή τον περίοδο τις φυλές που συχνάζουν στην πλατεία Μοναστηρακίου. Ένας από τους ομφαλούς της γης στον  οποία εκβάλλουν ζωηρά οι ενθουσιώδεις επιτελέσεις πολλών περφόρμερ. Στο Μοναστηράκι αλλά και στο Σύνταγμα, την Ομόνοια , την πλατεία Ελευθερίας της Κω -που είναι το νησί που μεγαλώνω- οι άνθρωποι εμφανίζονται για να ιδωθούν.  Όλοι οι άνθρωποι όταν είμαστε περφόρμερ αποζητούμε μια αναγνώριση που μας δίνει την εκπλήρωση της ανάγκης του ανήκειν. Ποιός είναι αυτός που δεν αναρωτήθηκε για την προσφορά του στο κοινωνικό σύνολο;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ιάκωβος Καμπανέλλης, «Από σκηνής κι από πλατείας», εκδ. Κέδρος, 2023 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

  Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1921. 

 

Το να αναλύεις αυτό που υπηρετείς, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Καμπανέλλης το θέατρο, ενέχει τον κίνδυνο της «φιλολογίτιδας ή εγκεφαλίτιδας»,  όπως σχολίαζε ο ίδιος για το ευρωπαϊκό θέατρο της εποχής του, αλλά και μιας διάστασης στην οποία η θέση και μόνο της εμπειρίας χωρίς την αυτογνωσία αποκτά ρόλο εξιδανικευτικό, τελείως συναισθηματικό ή και δογματικό.

Στην περίπτωση του Καμπανέλλη δεν ισχύει καμία από αυτές τις παρατηρήσεις. Ο Καμπανέλλης στις σκέψεις του για το θέατρο, στην ανάλυση για το δικό του έργο, στην εν γένει κοσμοθεωρία του καταφέρνει να μιλήσει με τον πλέον αβίαστο τρόπο: αυτόν της σωματοποίησης. Δηλαδή με το φυσικό τρόπο που το σώμα μιλά έχοντας διάπλατα ανοιγμένες όλες τις αισθήσεις.

Συλλογίζεται το θέατρο και το αναλύει ως κάτι φυσικό και όχι ως θεωρητικός ή κάτοχος της τεχνικής. Με την απλότητα ενός ανθρώπου που ανακάλυψε τον εαυτό του μέσα από το θαύμα μιας τέχνης για αυτό και μπορεί να την ερμηνεύσει προχωρώντας σε καθολικότερες διαπιστώσεις για τον μηχανισμό της.

Έτσι, δεν μας ξεναγεί στον χώρο του, δεν αποκαλύπτει τα κλειδιά της τέχνης του, δεν μας βάζει να κοιτάξουμε από την κλειδαρότρυπα του γραφείου του για να μάθουμε τις συνταγές του. Με λίγα λόγια, δεν παραδίδει μαθήματα συγγραφικής τέχνης για νεοσσούς συγγραφείς.

Μιλά απλώς για αυτό που αγαπά, μιλά εν τέλει για τον ίδιο. Με ειλικρίνεια και ελευθερία. Δυο κομβικές λέξεις σε όλη του την ιστορία. Μιλά ως ένας εν εξελίξει  χειρώνακτας («έχω δουλέψει λιγάκι αυτοσχέδια και σαν λαϊκός τεχνίτης», γράφει ο ίδιος) με την ελευθερία της ανάγκης να εκφραστεί και όχι να διδάξει. Το ίδιο επισημαίνει και ως δημιουργός: «Η ώρα που εκφράζεται κάποιος είναι η ώρα της ελευθερίας του. Ο συγγραφέας γράφει κατ’ αρχάς για τον εαυτό του και ο εγωισμός για τον δημιουργό είναι η προστασία της ειλικρίνειάς του».

Για αυτό και οι απόψεις του, κοιτάζοντας τη χρονολογική σειρά των κειμένων του βιβλίου, μπορεί να έχουν χρονική απόσταση μεταξύ τους δεκαετιών, παραμένουν όμως σταθερές. Με την αυτογνωσία όμως ότι: «Ενώ έχω την ευαισθησία να νιώθω πράγματα, δεν έχω την ικανότητα την επιστημονική πια να κατατάξω αυτά τα πράγματα με μια άλλη αναγωγή που να είναι πέρα από την εμπειρική. Αυτό είναι κάτι που κάπου κάπου μ΄ ενοχλεί», όπως γράφει, αλλά και την επίσης ειλικρινή στάση ότι δεν είχε ποτέ συνείδηση αναμορφωτή και δεν είχε προσχεδιάσει τη μετάβαση από την προπολεμική ηθογραφία στο μεταπολεμικό δράμα. Του προέκυψε. Αβίαστα. Προτού συναντήσει όρους όπως: «ρεαλισμός, πολιτικό θέατρο, μεταθεατρικά στοιχεία, θέατρο του παραλόγου, μπρεχτική αποστασιοποίηση» κ.ά. Εμβάθυνε εν αγνοία του παρατηρώντας, μελετώντας και βιώνοντας. Όπως λέει ο ίδιος: «Διάβαζα πολύ και από πολύ νέος. Αλλά στα εφηβικά και στα νεανικά μας χρόνια δεν διαβάζουμε μυθιστορήματα για να μορφωθούμε και να καλλιεργηθούμε. Τα διαβάζουμε για να τα ζήσουμε. Γιατί δεν μας χωρά το σπίτι μας, η γειτονιά μας, ο δεδομένος κόσμος μας, ο εαυτός μας». Για αυτό απέκτησε αυτή τη θεατρική μαγεία που παρατηρεί ο Κουν: «Είναι ένα ένστικτο και μια γνώση για το τι πρέπει να προβληθεί την κάθε στιγμή, για το πόσο πρέπει να διαρκέσει αυτό και πόση πρέπει να είναι η ένταση εκείνου που προηγείται και εκείνου που έπεται».

Διαβάστε περισσότερα