Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Τέος Ρόμβος, Αφιερωμένο εξαιρετικά…

Τέος Ρόμβος

Ο Τέος Ρόμβος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Παιδικά χρόνια στις νότιες συνοικίες, νυχτερινά σχολεία διάφορες δουλειές, αλητεία, μικροκλοπές, και ξύλο με παρακρατικούς.
Στα δεκαέξι του μπήκε σ’ ένα καράβι κι ανοίχτηκε στις θάλασσες του κόσμου. Έζησε κατά διαστήματα στη Λατινική Αμερική, Ιαπωνία, Ηνωμένες πολιτείες κι αλλού.
Το 1966-69 βρίσκεται στη Γαλλία όπου ζει μέρες και νύχτες εξέγερσης. Εκείνο τον καιρό παρακολουθεί μαθήματα κινηματογράφου και κάνει τις πρώτες πειραματικές ταινίες μικρού μήκους.
Το 1969 πηγαίνει στην Γερμανία ( Φραγκφούρτη, Μόναχο). Παρέες με γερμανούς λογοτέχνες, ταινίες που δεν τελειώνουν ποτέ, κασέτες με λογοτεχνία. Εργάζεται στην γερμανική τηλεόραση και τα παρατάει.
Στη μεταπολίτευση επιστρέφει στην Αθήνα και ανοίγει ένα μικρό βιβλιοπωλείο (το Οκτάπους) στα Εξάρχεια, που λειτουργεί σαν χώρος γέννησης και πολλαπλασιασμού παράξενων ιδεών και κάνει μικροεκδόσεις.
Το 1976 κλείνει το βιβλιοπωλείο και δουλεύει στο κινηματογράφο για να ζήσει.
Το 1980 εκδίδει το περιοδικό ΤΡΥΠΑ.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Σ. Χρυσούλης, Οι Σημειώσεις ενός Ανθρώπου, Μέρος Εικοστό Τρίτο (και τελευταίo;)

ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ

3-11-1998

Ώς επί βαρέως πολεμικού τεθρίππου κατάφρακτος αναβάς ο Βασιλεύς (τήν ωραίαν σύζυγον, τάς τρυφεράς παλλακίδας, τά αγαπημένα τέκνα εγκαταλείπων εις τάς μεγαλοπρεπείς σκηνάς τού στρατοπέδου) ίνα σώσει τήν εν τώ προσώπω του ηγιασμένην Βασιλείαν

κατάφρακτος επί βαρέως τεθρίππου αναβάς

Μπήκαμε στό βαρβαρικό στρατόπεδο. Ο πρεσβύτερος τών επιτελών μάς υποδέχτηκε. “Ο Βασιλεύς αναχώρησε”, είπε.

Ώς επί τού προσώπου μου επικάθηται βαρέως τό ζών διάφραγμα, τό εν αυτώ ηγιασμένον συγκρατούν εν τη κοίτη του

Επέπεσε βαρέως, όσον μάλλον εκ τού ηγιασμένου εν τώ προσώπω μου διαφράσσει τήν ζωήν εντός τού πολυτελούς στρατοπέδου, ώς κατάφρακτος επί πολεμικού τεθρίππου αναβάς

Τού σώματός μου επιπίπτοντος πάλιν καί πάλιν επί τού προσώπου μου, τό εν αυτώ ηγιασμένον διαχωρίζον από τού πολυτελούς στρατοπέδου τής ζωής

Ώς επί βαρέως πολεμικού τεθρίππου επέπεσεν κατάφρακτον τό σώμα μου επί τού προσώπου μου, τής εντός τών σκηνών τού πολυτελούς στρατοπέδου ζωής αμυνόμενον κατά τού εν αυτώ ηγιασμένου

Ώς βαρεία ασπίς καταφράκτου επέπεσεν τό ζωντανό μου σώμα επί τού προσώπου μου, τό εν αυτώ ηγιασμένον διαφράσουσα από τάς μεγαλοπρεπείς σκηνάς τού πολυτελούς στρατοπέδου, όπου ίσως αγαπημένη σύζυγος, τρυφεραί παλλακίδες, ωραιότατα εν τή παιδική αφελεία των τέκνα, αγνοούν τόν εξ αυτού κίνδυνον

Τήν εν τώ προσώπω μου ηγιασμένην βασιλείαν, αναβάς κατάφρακτος επί βαρέως πολεμικού τεθρίππου, σώζων από τού ζωντανού μου σώματος

“Ο Βασιλεύς ανεχώρησεν”, είπε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ανδρέας Αγγελάκης, Αλησμόνητα Σινεμά

Ο ΦΟΡΕΑΣ

Έχω AIDS. Πριν δέκα μήνες το ανακάλυψα. Κάτι ζαλάδες, κάτι κομάρες, δε μπορούσα να πάρω τα πόδια μου, ευκοίλια ένα σωρό, αϋπνίες, ιδρώτες. Το ‘πα στο τεκνό μου, ένα ναυτικό, τρίτος μηχανικός σε ποστάλι, που περιμάζεψα τότε που δεν είχε φράγκο και τώρα ούτε που γυρίζει να μας δει. «Μωρή, πήγαινε να κάνεις το τεστ μπας έχεις τίποτα και κάψεις κι εμάς, άι στο διάολο», μου κάνει. Η αλήθεια είναι πως το ‘θελα κι εγώ. Κάτι απ’ την τηλεόραση, κάτι απ’ τον «Οικογενειακό Θησαυρό», με είχανε ζώσει τα φίδια. «Να πάω», του ‘λέω. Τραβάω στην Αθήνα, εκεί κοντά στου Παναθηναϊκού το γήπεδο, πήρα και την Κωστούλα μαζί, καλό παιδί, κομμωτής αυτός, πουρεμένος, καμιά σαρανταριά χρονώ. Εγώ έχω δεν έχω κλείσει τα τριανταδύο. Πάμε, που λες, στηνόμαστε, να μη σ’ τα πολυλογώ, το τεστ θετικό. Σοκ εγώ. «Και τώρα τι γίνεται, μωρή Κωστούλα;» τη ρωτάω. Κίτρινη αυτή, κατακίτρινη, έχει πανιάσει και δεν ξέρει τι να πει. «Θα δούμε», μου λέει, «να ρωτήσουμε το γιατρό». Τι να μας πει κι αυτός; Τα τρία κακά της μοίρας του δεν ήξερε. «Καλή τροφή και ύπνος και μην κουράζεστε, σας παρακαλώ, και μειώστε τους ερωτικούς συντρόφους σας (πού κουράγιο για τέτοια πια) και απαραίτητα τα προφυλακτικά και να σας ξαναδούμε πώς πάτε γιατί κι εμείς στο στάδιο της ερεύνης είμαστε». Κατάλαβες δηλαδή η σκρόφα η μουστακαλού; Πειραματόζωα. .

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Η ιστορία της ελιάς

dentro-iero.jpg

ΕΛΙΑ

Η ιστορία της ελιάς,
είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ζωή των ανθρώπων της Μεσογείου. Οι ιστορικοί καθιστούν το λεκανοπέδιο της Μεσογείου σαν το μέρος όπου πρωτοεμφανίστηκαν τα ελαιόδενδρα. Η πρώτη καλλιέργεια ελαιόδενδρων στον κόσμο, έγινε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Κρήτη. Από αρχαιοτάτων χρόνων εμφανίζεται στους μύθους, στις παραστάσεις και στην ιστορία των λαών της. Η ελιά αποτελούσε ανέκαθεν σύμβολο αγώνων, ευημερίας, ειρήνης, γονιμότητας και ευφορίας.
Ιερός καρπός των Ελλήνων από την αρχαιότητα
Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Π. Φάκλα-ρης παραθέτει σειρά στοιχείων που μαρτυρούν την παρουσία του ελαιόδενδρου στον ελλαδικό χώρο από τη νεολιθική ακόμη εποχή και αποδεικνύουν την κυρίαρχη σημασία που είχαν για τους Έλληνες το ελαιόλαδο, η βρώσιμη ελιά, το ξύλο, ακόμη και τα φύλλα του δένδρου. Η εξέταση των αρχαιολογικών στοιχείων που αφορούν τη χρήση και τη σημασία της ελιάς στην αρχαιότητα επιβεβαιώνει ότι αυτή αποτελούσε ένα από τα χρησιμότερα και πιο αγαπητά δέντρα των Ελλήνων, λόγω της ιερότητός της, της οικονομικής σημασίας της και των ποικίλων χρήσεων των προϊόντων της στην καθημερινή και στη θρησκευτική ζωή. Νεότερα στοιχεία που προέκυψαν από ανάλυση γύρης μαρτυρούν την παρουσία της στον ελλαδικό χώρο από τη νεολιθική εποχή. Αλλά και οι πινακίδες της Γραμμικής Β’ από τα αρχεία των ανακτόρων Κνωσσού, Πύλου και Μυκηνών μαρτυρούν την οικονομική σημασία της κατά τον 14ο και τον 13ο αι. π.Χ. Στην Κνωσό και στις Αρχάνες βρέθηκαν μέσα σε αγγεία κουκούτσια από ελιές, ενώ στη Ζάκρο βρέθηκαν ολόκληρες ελιές με τη σάρκα τους, που χρονολογούνται περί το 1450 π.Χ. Επίσης κουκούτσια ελιάς βρέθηκαν σε τάφους της Μεσσαράς, ενώ σε άλλα σημεία της Κρήτης βρέθηκαν ελαιοπιεστήρια υστερομυκηναϊκής ΙΙ και ΙΙΙ περιόδου (1450-1200 π.Χ.). Ελιές απεικονίζονται και σε έργα τέχνης της εποχής αυτής. Μια τοιχογραφία του ανακτόρου της Κνωσού του 16ου αι. π.Χ. αποτελεί θαυμάσια απεικόνιση ελαιώνα, ενώ τα χρυσά ποτήρια από τον μυκηναϊκό τάφο του Βαφειού Λακωνίας (16ος αι. π.Χ.)κοσμούνται με παράσταση ελαιοδένδρων.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαρία Μήτσορα, Ποσοστό συμμετοχής

Ποσοστό συμμετοχής

Από την συλλογή κειμένων της Μαρίας Μήτσορα που κυκλοφόρησε το 1978 από τις εκδόσεις Άκμων με τίτλο «Άννα να ένα άλλο».

ΠΟΣΟΣΤΟ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

1

Το πρωί της κηδείας του πατέρα μου ο ουρανός ήτανε μεξικάνικο μπλε. Ήταν 2 Φεβρουάριου, αλλά έκανε σχετικά ζέστη. «Είδες του έκανε καλό καιρό…» άκουγα να λένε γύρω μου και νεύρίαζα, Μετά όταν τον κατεβάζανε, όλοι είχαν σωπάσει. «Να ανοίξουμε μια τελευταία φορά το φέρετρο;» ρώτησε ένας από τους τέσσερις που τον κουβάλαγαν ε. «Ναι» πετάχτηκα και πλησίασα περισσότερο, ενώ η μητέρα μου απομακρυνότανε. Δεν ήθελε να τον δει πεθαμένο.
Η ιστορία όμως αυτή άρχιζε το πρωί της προηγούμενης μέρας, όταν, φτάνοντας στο νοσοκομείο κατά τις οχτώ και τέταρτο τον βρήκα ακόμα ζεστό. Του χάιδεψα τα μαλλιά πού μυρίζανε κολόνια και το χέρι, και μετά πάλι τα μαλλιά.
«Σοφέ μου, το πεντάφωτο που σε φωτάει λυχνάρι να ήτανε λέει φεγγάρι και συ είκοσι χρόνων»
Τα πόδια του κυρίως μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση, ήτανε πολύ κίτρινα. Και στο αριστερό, κάτω από τον αστράγαλο, είχε βαθύ κόψιμο. Του ’χανε κάνει εφτά τέτοιες ( που οι χειρούργοι ονομάζουν «αποκαλύψεις») σε διάφορα μέρη του σώματος, το προηγούμενο βράδυ. Έψαχναν φλέβα που θα συνέχιζε μερικές ακόμα ώρες το μαρτύριο. Του ‘χε όμως πέσει πολύ η πίεση και τα τοιχώματα στις φλέβες είχαν κολλήσει μεταξύ τους και τον ξεσκίζανε μιάμιση ώρα, μέχρι να του βρούνε μια κάτω από τον αστράγαλο. Δεν μπορούσε να μιλήσει και τους κοίταζε παρακλητικά – μετά όμως τα μάτια του είχαν στυλωθεί λαίμαργα πάνω στο μπουκάλι με το αίμα. «Είδες πώς θέλει να ζήσει» σχολίαζε η θεία μου.
Τώρα η πληγή ήταν ακάλυπτη, χωρίς τσιρότα και γάζες, επειδή ετοιμάζανε να τον πλύνουνε. Αν δεν ήτανε μέσα οι δύο νοσοκόμες , σίγουρα, δεν θα ’χα κάτσει τόσο ήσυχα. Μπορεί να ‘γραφα το όνομά μου στην μασχάλη του…. Ή βάζοντας ένα γάντι, να προσπαθούσα να γλιστρήσω το δαχτυλίδι μου με τη φεγγαρόπετρα μέσα, κάτω στον φάρυγγά του – να πάρει κάτι δικό μου μαζί του στο τάφο – όπως εγώ κουβαλάω τόσα δικά του – πάνω κάτω στις σκάλες – άλλοτε με κακία άλλοτε με τρυφερότητα….
Μπορεί και να ξεκούμπωνα το παντελόνι της πυτζάμας του για να ρίξω μια γρήγορη ματιά στα γεννητικά του όργανα – να δω αν ήταν πολύ χνουδωτά- αν και με την ηλικία μπορεί να ήταν λίγο μαδημένος. … Μπορεί πάλι να ξάπλωνα πλάι του με κλειστά τα μάτια – και να φανταζόμουνα πως είμαι κι εγώ πεθαμένη… Ή θα του άνοιγα τα μάτια και θα έσκυβα από πάνω κι έτσι, όταν του τα ξανάκλεινα, θα ‘μουνα η Τελευταία Εικόνα που θα ‘χε δει. Αλλιώς μπορεί να μην έκανα τίποτα απ’ όλα αυτά αλλά να κοίταζα έξω από το παράθυρο – το πάρκο και το περίπτερο – με την ζέστη του ήλιου στο πρόσωπο μου , μέσα από το τζάμι.

Διαβάστε περισσότερα