ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ

3-11-1998

Ώς επί βαρέως πολεμικού τεθρίππου κατάφρακτος αναβάς ο Βασιλεύς (τήν ωραίαν σύζυγον, τάς τρυφεράς παλλακίδας, τά αγαπημένα τέκνα εγκαταλείπων εις τάς μεγαλοπρεπείς σκηνάς τού στρατοπέδου) ίνα σώσει τήν εν τώ προσώπω του ηγιασμένην Βασιλείαν

κατάφρακτος επί βαρέως τεθρίππου αναβάς

Μπήκαμε στό βαρβαρικό στρατόπεδο. Ο πρεσβύτερος τών επιτελών μάς υποδέχτηκε. “Ο Βασιλεύς αναχώρησε”, είπε.

Ώς επί τού προσώπου μου επικάθηται βαρέως τό ζών διάφραγμα, τό εν αυτώ ηγιασμένον συγκρατούν εν τη κοίτη του

Επέπεσε βαρέως, όσον μάλλον εκ τού ηγιασμένου εν τώ προσώπω μου διαφράσσει τήν ζωήν εντός τού πολυτελούς στρατοπέδου, ώς κατάφρακτος επί πολεμικού τεθρίππου αναβάς

Τού σώματός μου επιπίπτοντος πάλιν καί πάλιν επί τού προσώπου μου, τό εν αυτώ ηγιασμένον διαχωρίζον από τού πολυτελούς στρατοπέδου τής ζωής

Ώς επί βαρέως πολεμικού τεθρίππου επέπεσεν κατάφρακτον τό σώμα μου επί τού προσώπου μου, τής εντός τών σκηνών τού πολυτελούς στρατοπέδου ζωής αμυνόμενον κατά τού εν αυτώ ηγιασμένου

Ώς βαρεία ασπίς καταφράκτου επέπεσεν τό ζωντανό μου σώμα επί τού προσώπου μου, τό εν αυτώ ηγιασμένον διαφράσουσα από τάς μεγαλοπρεπείς σκηνάς τού πολυτελούς στρατοπέδου, όπου ίσως αγαπημένη σύζυγος, τρυφεραί παλλακίδες, ωραιότατα εν τή παιδική αφελεία των τέκνα, αγνοούν τόν εξ αυτού κίνδυνον

Τήν εν τώ προσώπω μου ηγιασμένην βασιλείαν, αναβάς κατάφρακτος επί βαρέως πολεμικού τεθρίππου, σώζων από τού ζωντανού μου σώματος

“Ο Βασιλεύς ανεχώρησεν”, είπε.

29-11-1968

Είμαι 56 ετών. Ζώ απολύτως μόνος. Τό εν τώ προσώπω μου ηγιασμένον βασανίζεται από τό σώμα μου. Καταλαβαίνετε, τό σώμα μου είναι η πύλη. Ο… βυθός. Διαφράσσει. Επιπίπτον ώς ασπίς καταφράκτου. Πέρα μακρυά διακρίνω τό πολυτελές στρατόπεδον. Τάς μεγαλοπρεπείς σκηνάς. Πλήθος τρυφερών παλλακίδων ετοιμάζεται διά τό πρωϊνόν λουτρόν. Η ωραιοτάτη σύζυγος κρύβει ένα δάκρυ καθώς καλεί τά αγαπημένα τέκνα γύρω της. Είναι η Σαπφώ. Ο Μάριος. Προσπαθώ νά αναιρέσω τήν σωτηρίαν.

Παρατηρώ τήν σωτηρίαν τού εν τώ προσώπω μου ηγιασμένου. Αναπαύεται εις τό πλάϊ. Επί τέλους, η ήσυχη αναπνοή. Τά μεγάλα βλέφαρα κλειστά. Αποσπώ μικρόν εγχειρίδιον εκ τού καταφράκτου βασιλικού χιτώνος. Πιέζω τρυφερά τήν φλέβα τού λαιμού. Πόσο γρήγορα σκοτώνει ο φόβος! Μαλακιά κοιλιά σάν σαύρας. Σκίζω όπως στήν έρημο. Αναστρέφω. Κρεμάω σέ ζώνη. Ο ήλιος θά ξεράνει γρήγορα.

Η φωνή τής σωτηρίας. Γεμάτη αγωνία. Ακούω: σάν μακρυνά τζιτζίκια μέσα στίς ελιές.

Αποξηρανθείσης τής σωτηρίας υπό τού ηλίου, γυρίζω τό πρόσωπό μου πρός τό στρατόπεδον: ποτέ, ποτέ δέν σάς εγκατέλειψα αγαπημένα μου. Τό εν εμοί ηγιασμένον ασυγκράτητον εκ τής νοσταλγίας. Τού καταφράκτου χιτώνος εξελυμένων τών κόμβων κατέπεσεν τό πλουσιότατον ύφασμα πέριξ τών αστραγάλων. Κάτισχνο, αλλά ξαναβρίσκω τό σώμα μου. Ξαφνικά ανηφόρα. Τά άλογα ασθμαίνουν. Σέ χαιρετώ βαρύ τέθριππο. Μ’ ένα πήδημα κυλιέμαι στήν άμμο. Αρχίζω νά έρπω γυμνός πρός τά πίσω.

10-12-1998

Γυμνοί επιστρέφουμε. Τό δυστυχισμένον κάτισχνον σώμα. Η αποξηρανθείσα φωνή. Ο ουρανός, σάν τζιτζίκια μέσα στίς ελιές. Τό εν τώ προσώπω ηγιασμένον πίσω απ’ τά κλειστά βλέφαρα τής σωτηρίας. Πόσο εύκολα σκοτώνει ο φόβος!

23-12-1998

Πόσες φορές μέ έχει σκοτώσει ο φόβος! Τό σκοτωμένο σώμα μου σκύβω νά προφυλάξω. Τρυφερά η ζωή, σάν σκαμμένο χωράφι από τά νύχια τών άλλων, τό δέχεται καί τό φροντίζει. Νά εδώ μιά λακκούβα. Νά πιό κεί μιά άλλη. Βιαστικά, μέ ευγνωμοσύνη, τήν μεγαλώνω νά μέ χωρέσει. Δέν είμαστε όλοι ίδιοι. Άλλου, τού έφτασε μιά γραντζουνιά. Άλλος, έχει ανοίξει εδώ μιά χαράδρα χωρίς νά προλάβει.

9-1-1999

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….