Ποσοστό συμμετοχής

Από την συλλογή κειμένων της Μαρίας Μήτσορα που κυκλοφόρησε το 1978 από τις εκδόσεις Άκμων με τίτλο «Άννα να ένα άλλο».

ΠΟΣΟΣΤΟ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

1

Το πρωί της κηδείας του πατέρα μου ο ουρανός ήτανε μεξικάνικο μπλε. Ήταν 2 Φεβρουάριου, αλλά έκανε σχετικά ζέστη. «Είδες του έκανε καλό καιρό…» άκουγα να λένε γύρω μου και νεύρίαζα, Μετά όταν τον κατεβάζανε, όλοι είχαν σωπάσει. «Να ανοίξουμε μια τελευταία φορά το φέρετρο;» ρώτησε ένας από τους τέσσερις που τον κουβάλαγαν ε. «Ναι» πετάχτηκα και πλησίασα περισσότερο, ενώ η μητέρα μου απομακρυνότανε. Δεν ήθελε να τον δει πεθαμένο.
Η ιστορία όμως αυτή άρχιζε το πρωί της προηγούμενης μέρας, όταν, φτάνοντας στο νοσοκομείο κατά τις οχτώ και τέταρτο τον βρήκα ακόμα ζεστό. Του χάιδεψα τα μαλλιά πού μυρίζανε κολόνια και το χέρι, και μετά πάλι τα μαλλιά.
«Σοφέ μου, το πεντάφωτο που σε φωτάει λυχνάρι να ήτανε λέει φεγγάρι και συ είκοσι χρόνων»
Τα πόδια του κυρίως μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση, ήτανε πολύ κίτρινα. Και στο αριστερό, κάτω από τον αστράγαλο, είχε βαθύ κόψιμο. Του ’χανε κάνει εφτά τέτοιες ( που οι χειρούργοι ονομάζουν «αποκαλύψεις») σε διάφορα μέρη του σώματος, το προηγούμενο βράδυ. Έψαχναν φλέβα που θα συνέχιζε μερικές ακόμα ώρες το μαρτύριο. Του ‘χε όμως πέσει πολύ η πίεση και τα τοιχώματα στις φλέβες είχαν κολλήσει μεταξύ τους και τον ξεσκίζανε μιάμιση ώρα, μέχρι να του βρούνε μια κάτω από τον αστράγαλο. Δεν μπορούσε να μιλήσει και τους κοίταζε παρακλητικά – μετά όμως τα μάτια του είχαν στυλωθεί λαίμαργα πάνω στο μπουκάλι με το αίμα. «Είδες πώς θέλει να ζήσει» σχολίαζε η θεία μου.
Τώρα η πληγή ήταν ακάλυπτη, χωρίς τσιρότα και γάζες, επειδή ετοιμάζανε να τον πλύνουνε. Αν δεν ήτανε μέσα οι δύο νοσοκόμες , σίγουρα, δεν θα ’χα κάτσει τόσο ήσυχα. Μπορεί να ‘γραφα το όνομά μου στην μασχάλη του…. Ή βάζοντας ένα γάντι, να προσπαθούσα να γλιστρήσω το δαχτυλίδι μου με τη φεγγαρόπετρα μέσα, κάτω στον φάρυγγά του – να πάρει κάτι δικό μου μαζί του στο τάφο – όπως εγώ κουβαλάω τόσα δικά του – πάνω κάτω στις σκάλες – άλλοτε με κακία άλλοτε με τρυφερότητα….
Μπορεί και να ξεκούμπωνα το παντελόνι της πυτζάμας του για να ρίξω μια γρήγορη ματιά στα γεννητικά του όργανα – να δω αν ήταν πολύ χνουδωτά- αν και με την ηλικία μπορεί να ήταν λίγο μαδημένος. … Μπορεί πάλι να ξάπλωνα πλάι του με κλειστά τα μάτια – και να φανταζόμουνα πως είμαι κι εγώ πεθαμένη… Ή θα του άνοιγα τα μάτια και θα έσκυβα από πάνω κι έτσι, όταν του τα ξανάκλεινα, θα ‘μουνα η Τελευταία Εικόνα που θα ‘χε δει. Αλλιώς μπορεί να μην έκανα τίποτα απ’ όλα αυτά αλλά να κοίταζα έξω από το παράθυρο – το πάρκο και το περίπτερο – με την ζέστη του ήλιου στο πρόσωπο μου , μέσα από το τζάμι.

2

Αργότερα έφυγα από το νοσοκομείο και πήγα να συναντήσω τον δίδυμο αδερφό του – στο γραφείο του- να κανονίσουμε για την κηδεία. Εκείνος έκλεγε – και με μισούσε, το ξέρω, αλλά συγχρόνως τον γοήτευα – και με ζήλευε γιατί έμοιαζα στο πρόσωπο με τον πατέρα μου, πολύ περισσότερο από ότι έμοιαζε ο ίδιος. Δεν θυμάμαι τι είπαμε.
Μετά βγήκαμε από το γραφείο του και πήγαμε μέχρι την κεντρική αγορά, όπου αγοράσαμε ένα τεράστιο Φαγκρί. Μου το τύλιξαν καλά σε μια εφημερίδα. Θα το μαγείρευαν την επόμενη για το γεύμα της παρηγοριάς.
Στο δρόμο το αισθανόμουνα μέσα από την εφημερίδα ψυχρό και ύποπτα αδιάφορο. Του μουρμούρισα μερικά γλυκόλογα… Άλλα τίποτα. Το κράτησα πιο σφιχτά. Μετά το έβαλα κάτω από την μασχάλη μου… Κανένα παιχνίδι. Τα ψάρια βλέπεις δεν έχουνε μπουτάκια για να τους πεις και τίποτα γι’ αυτά. Και με όλα τα λέπια, και σε γούνα να τους υποσχεθείς πώς θα ξαπλώσεις πάλι δεν θα καταλάβουνε τίποτα.
Βαρέθηκα, και φτάνοντας σπίτι, το έδωσα στην υπηρέτρια και ρώτησα τι θα τρώγαμε το μεσημέρι. Η απάντηση μ’ ανέβασε το στομάχι στο στόμα. «Το κρέας του πατέρα σου». «Μα είχε καρκίνο» σκέφτηκα έντρομη, και πάγωσα. Και μετά ένα χρόνο είδα έναν εφιάλτη , ότι έτρωγα το κρέας κάποιου ζώου, και ξαφνικά αισθάνθηκα στο στόμα μου κάτι αλλιώτικο, πιο σκληρό και στρογγυλό , κι ανακάλυψα , ότι το ζώο είχε καρκίνο , σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, κι ήτανε φρικτό.
Και μετά κατάλαβα ότι εννοούσε το κρέας που είχανε αγοράσει για να το βράσουν και να πάνε το ζουμί στο πατέρα μου, που ότι έτρωγε τόκανε εμετό αμέσως, και ποτέ δεν εξακρίβωσα αν ξέρναγε και κομματάκια από το συκώτι του, ή, αν εμένα μου είχε δημιουργηθεί η ιδέα, σε κάποια στιγμή, από το χρώμα του εμετού, που ήταν πολύ σκούρο.
Το ψάρι μπήκε στο ψυγείο και έπιασε ένα ολόκληρο ράφι. Δεν αισθανόμουν πια τίποτα γι’ αυτό και άρχισα να ασχολούμαι μ’ άλλα πράγματα. Το απόγευμα ήρθε πολύς κόσμος. Άλλοι ρωτούσανε την μητέρα μου αν μας είχε εξασφαλίσει – Άλλοι λέγανε «Κρίμα νέος άνθρωπος, τι αμαρτίες να πλήρωσε» – Κι άλλοι πιο εμψυχωτικοί «Ήτανε όμως κύριος και στην αρρώστια του…», «Εκείνος τώρα αναπαύθηκε, ζωή σ’ εμάς. ..» Το βράδυ κοιμήθηκα πολύ άσχημα. Μ’ ενοχλούσε εξαντλητικά η ιδέα πώς κι αυτόν, όπως και το ψάρι, τον είχαν σε κάποιο ψυγείο, στα υπόγεια του Νοσοκομείου. Μόνο του ή με άλλους….Μόνο του έτσι κι αλλιώς. Και κρύο…

3

Την άλλη μέρα ο ουρανός ήτανε μεξικανικό μπλε. Ήταν 2 Φεβρουάριου αλλά έκανε σχετικά ζέστη. «Είδες του έκανε καλό καιρό…» άκουγα να λένε γύρω μου και νευρίαζα.
Αργότερα γυρίσαμε πολλοί μαζί σπίτι, όπου το ψάρι περίμενε μαγειρεμένο, με την σουπίτσα του και με μαγιονέζα. Καθίσαμε στο τραπέζι κι αρχίσαμε να τρωμε. «Μαρία, παιδί μου, να προσέχεις τη μητέρα σου, τώρα δεν έχει άλλον στον κόσμο από σένα». «Αλίμονο, αν δεν προσέξει την μητέρα της, ποιόν θα προσέξει»συμπλήρωνε κάποιος άλλος και ευτυχώς Δε χρειαζόταν να λεω τίποτα – «Χρυσό μου, αγάπη μου, θα τα αναλάβεις όλα εσύ… Ξέρεις ότι εμένα δεν μου κόβει…»
Ξαφνικά το πρόσωπό της αγρίεψε κι άρχισε να βήχει. «Χριστός! Χριστός!» φωνάζανε οι άλλοι δυνατά. «Δώστε της λίγο νερό» – «Τι είναι κόκαλο;» – «Λίγη κόρα»- «Δεν μπορώ, δεν φεύγει καλέ – το αισθάνομαι που με τρυπάει – Δεν μπορώ» Είχε γίνει κατακόκκινη και κράταγε το λαιμό της με αγωνία. Εγώ δάγκωνα τα μαγούλά μου από μέσα μη βάλω τα γέλια. Ξαφνικά σηκώθηκε και πετάχτηκε έξω από το σπίτι.
Τότε μέναμε ένα τετράγωνο μακριά από το νοσοκομείο. Πίσω της έτρεχε και ο αδερφός της φωνάζοντας «Αγγελικούλα… Μη κάνεις έτσι… Δεν είναι τίποτα…» Οι άλλοι σταυροκοπιόντανε: «Χριστός και Παναγία… Τι γρουσουζιά είναι αυτή … Δεν της έφταναν όλα τα’ άλλα…».
Και το νόημα του ποσοστού συμμετοχής πήρε όλο του το βάρος – εκεί είναι κι όλη η πλάκα- στο ποσοστό συμμετοχής. – «Τρέχα χρυσό μου, να της πας το παλτό της» και βρέθηκα να τρέχω πίσω απ’ το θείο μου – που έτρεχε πίσω απ’ την μητέρα μου – που έτρεχε βαστώντας το λαιμό της προς το Νοσοκομείο- ενώ φώναζα, με σιγανή φωνή «Καλέ το παλτό σου…» «Σκέψου, τη μια μέρα τον Ένας και την δεύτερη τον Άλλο» υπολόγιζα, αν και υπεραγαπώ την μητέρα μου. Θα τα κλειδώσω όλα και θα πάω να μείνω στο Hilton. .. ή στην Μεγάλη Βρετάνια,,, είναι πιο αρχοντικά…το Hilton όμως έχει τρέλα Milk Shakes…Μέχρι να τακτοποιήσω τα διάφορα…και μετά …»
Τελικά κάποιος γιατρός που στερέωσε ένα φακό γύρω από το μέτωπο το του, της έβγαλε το κόκαλο με μια μακριά τσιμπίδα λέγοντας ψυχρά: «Μην κάνετε έτσι, κυρία μου» Μετά γυρίσαμε σπίτι όπου οι άλλοι ήτανε στο φρούτο.
Οφείλω να προσθέσω ότι κάτι ανάλογο μού έχει συμβεί και έμενα, δύο φορές μέχρι τώρα και τις δύο με μπαρμπούνι. Την πρώτη φορά πολύ πριν πεθάνει ο πατέρας μου- και κατάπια το κόκαλο την τελευταία στιγμή απ’ το φόβο μου όταν είδα την Τσιμπίδα. Την δεύτερη φορά πριν από μερικούς μήνες- που είχε σκαρώσει πολύ βαθιά- και ο γιατρός δεν το έβρισκε- και μου έκανε ψεκασμό μ’ ένα αναισθητικό για να μη γίνονται σπασμοί για εμετό- κι έπρεπε μάλιστα να τραβάω εγώ τη γλώσσα μου έξω – μ’ όλη μου τη δύναμη – με μια εφημερίδα.
Από τότε τρώω μόνο ψάρι φέτα – και πάλι με τρομερή προσοχή – αποφεύγοντας τα πολλά λόγια την ώρα του φαγητού – Άλλωστε και η μητέρα μου αισθάνθηκε φριχτές τύψεις, και ούτε της περνάει από το μυαλό να μου ξαναμαγειρέψει μπαρμπούνια.
Και Δε μου ζαλίζει πια τα’ αυτιά μ’ αυτά που λένε «μπαρμπούνι ο βασιλιάς των ψαριών» ή «του μπαρμπουνιού το κεφάλι δεν το τρωει η γάτα» (Αυτό δεν το είχα καταλάβει στην αρχή, αλλά μου εξήγησαν ότι σημαίνει πως είναι τόσο νόστιμο που το τρωει και αυτό ο άνθρωπος). Όπως είπα μόνο ψάρι φέτα –ή καμιά μαρίδα πολύ ψιλή- που τρώγεται ολόκληρη και δεν παρουσιάζει πρόβλημα.