Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Charles Bukowski, «Σχεδόν 20 χρόνια από το θάνατό του» (γράφει ο Νίκος Αδαμόπουλος)

ʽΕχουν περάσει περίπου είκοσι χρόνια από το θάνατο του Bukowski και το τόσο το έργο του όσο και ο τρόπος που έζησε συνεχίζουν να απασχολούν και συνεπαίρνουν παλαιές και νέες γενιές κριτικών και κοινού.

Ο Bukowski επέλεξε συνειδητά από πολύ μικρή ηλικία να μην ζήσει τη συμβατική ζωή του πατέρα του, των γειτόνων του, τη ζωή του υπαλλήλου, του εργάτη.
Δεν θέλησε να βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους, τουλάχιστον ανάμεσα σε ανθρώπους κενούς, φλύαρους, επιφανειακούς.
Δεν είναι βέβαια ο μόνος που επέλεξε αυτού του είδους το περιθώριο από μια κανονική ζωή.
Κι άλλοι σαν κι αυτόν έχουν κάνει και κάνουν αυτήν την επιλογή.

Διαφέρει από άλλους στο ότι κατέφυγε στο γράψιμο για να μην τρελαθεί.
ʽThese things I write keep me from madnessʼ έγραφε. ʽΟταν το λεξιλόγιό του είχε περιοριστεί σε 200 περίπου λέξεις, έγραφε για να σώσει ό,τι είχε απομείνει. Οταν δεν είχε κάποιον να μιλήσει, έγραφε και υποκαθιστούσε έτσι την επαφή του με τους ανθρώπους. Οταν δεν μπορούσε να βγει στο μπαλκόνι και να ουρλιάξει, έγραφε και υποκαθιστούσε έτσι τις κραυγές του, την απελπισία του και την οργή του.

«Τα ποιήματά μου δεν είναι παρά γραντζουνίσματα στο πάτωμα ενός κελιού» λέει.
«Μας λείπει η φαντασία ακόμα και να ουρλιάξουμε», γράφει αλλού.

Πολλοί ρωτάνε, ʽΜα τι βρίσκει κανείς στον Bukowski; Ηταν ένας μέθυσος, που δεν δούλευε, που γύρναγε από μπαρ σε μπαρ με λερωμένα ρούχαʼ.

Είναι δύσκολο να απαντήσεις σε αυτήν την ερώτηση. Τι να ζηλέψει κανείς από τη ζωή του Bukowski! Τα άσχημα παιδικά του χρόνια, που ποτέ δεν ένιωσε στοργή από τους γονείς του, την εφηβεία του που το πρόσωπό του ήταν γεμάτα πληγές από σπυριά και κανένα κορίτσι δεν γύρισε να τον κοιτάξει, που δεν είχε φίλους παρά μόνο τους πιο παρακατιανούς από τους συμμαθητές του, το ότι ο πατέρας του ποτέ δεν τον στήριξε, το ότι ζούσε σε μικρά, φτωχά δωμάτια, με μεροκάματο πού ίσα-ίσα του έφτανε για ένα σάντουιτς και μερικές μπύρες!
Τα υλικά αγαθά δεν τον ενδιέφεραν. Ισα-ίσα, τον απωθούσαν.
ʽΤα έχουμε όλα και δεν έχουμε τίποταʼ, γράφει.

Πολλοί πιστεύουν ότι ο Bukowski αρέσει στο αντρικό κοινό λόγω της ζωής που έκανε με πολλές γυναίκες γύρω του. Μα αυτό συνέβει αφού είχε φτάσει τα 50, είχε γίνει γνωστός και απέκτησε θαυμάστριες. ʽΤι κάνεις, πώς τις βρίσκειςʼ, τον ρωτούσανε τότε . ʽΤο δύσκολο δεν είναι να τις βρεις, το δύσκολο είναι να τις ξεφορτωθείςʼ, απαντούσε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Οι Άγγλο-Καναδοί Ποιητές E.J. Pratt και A.M. Klein» (γράφει ο Γιάννης Γκούμας)

Edwin J. Pratt.JPG

 

Οι Άγγλο-Καναδοί ποιητές δραστηριοποιηθήκαν τη δεκαετία του 1920, αλλά η ομαδική τους ανθολογία, New Provinces (Νέες επαρχίες), πρωτοεμφανίστηκε μόλις το 1936. Οι Καναδοί εκδότες δεν έδειχναν ενδιαφέρον για την ποίηση μέχρι τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πατρική μορφή της σύγχρονης Καναδικής ποίησης είναι ο E.J. PRATT (1883-1964), γεννημένος στη Newfoundland (Νέα Γη). Ο Πράττ, που ξεκίνησε ως Μεθοδιστής ιερέας, είναι ένας καλός, ρωμαλέος αφηγηματικός ποιητής. Το λυρικό του ταλέντο ήταν περιορισμένο, αλλά η γλώσσα του είναι θαυμαστά διαυγής και επιδέξια η στιχουργία του εντός των περιορισμών της. Ξέκοψε απ’ τις παλιές, μηχανικά γραφικές διαδικασίες να φτιάξεις μια ποίηση που πράγματι τηρούσε και φυσικές και αστικές πορείες. Είναι ένας πραγματικά δυναμικός ποιητής, ο οποίος εισήγαγε ένα οποιοδήποτε είδος σχετικής επιστημονικής πληροφορίας στο έργο του. Και πεζολόγος δεν είναι ποτέ. Ασχολείται με κοινά θέματα, αλλά τα καρυκεύει με ειρωνεία. Αν απέτυχε ν’ αποκτήσει παγκόσμια φήμη, είναι επειδή, τελικά, δεν μπόρεσε να λύσει τις διφορούμενες στάσεις του: η ζωτικότητά του, μερικές φορές ξένοιαστη αλλά ποτέ παιδιάστικη, κείται μεταξύ άγριο ειρωνικό νατουραλισμό και μια σπλαχνική γαλήνη. Η πίστη κι ο θεϊσμός απλώς υπάρχουν σαν αντίθετα στο έργο του. Δεν βρήκε ποτέ μια γλώσσα αποφασιστικότητας , κι έτσι στερείται αυτή τη βασική σοφία που χαρακτηρίζει τη δουλειά ενός μείζονος  ποιητή.

Οι ποιητές της επονομαζόμενης Montreal School (Σχολή Μόντρεαλ) της δεκαετίας του Είκοσι έμαθαν από τον Πράττ να ευρύνουν τον σκοπό τους ώστε να συμπεριλάβει κάθε άποψη ζωής, μόνο που χρησιμοποιούσαν πιο σύντομες μορφές.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάνος Χατζιδάκις (19 χρόνια απουσίας): «Για την ποίηση και την Κύπρο» (Ντοκουμέντο-Αποκλειστικότητα)

 

Ένα αναγκαίο σημείωμα

Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της συνέντευξης δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 1984 στο λογοτεχνικο περιοδικο «Η Άμαξα», αριθμος 6, που εξέδιδε στη Λεμεσό ο γνωστος δικηγόρος και ποιητης Κώστας Μακρίδης, ο οποίος είναι και το άτομο που με παρεκίνησε να συναντήσω το Μ. Χατζιδάκι. Οι απόψεις και οι θέσεις όμως που εκφράζει ο Μάνος Χατζιδάκις στα θέματα με τα οποία καταπιαστήκαμε στη συνέντευξη είναι, πιστεύω, διαχρονικες, εννοω διατηρούνται φρέσκες, παρόλο που έχουν περάσει σχεδόν τρεις δεκαετίες απο τότε. Και ακριβώς είναι απο αυτη τη διαχρονικότητα που παρακινήθηκα για να δοσιεύσω και πάλι τη συνέντευξη, για να γίνουν, με αυτο τον τρόπο, οι θέσεις και οι απόψεις του, κτήμα ενός ευρύτερου αναγνωστικου κοινου και, κυρίως, των νεότερων, που δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν τον συνθέτη. Τον Αύγουστο του 1984 όμως, στο περιοδικο «Άμαξα», απέφυγα σιωπηλως να δημοσιεύσω τις θέσεις του Μάνου Χατζιδάκι για τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α και την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, όπως μου τις ανάπτυξε στη συνέντευξη, την οποία έχω καταγραμμένη σε κασέτα και φυλάγω στο αρχείο μου, πράγμα για το οποίο ένιωθα τύψεις όλα αυτα τα χρόνια που κύλησαν μέχρι σήμερα. Δεν ήθελα, πραγματικα, τότε, να φέρω σε αντιπαράθεση μία μεγάλη μερίδα του Κυπριακου λαου με τον μεγάλο συνθέτη, παρόλο που ο ίδιος πιστεύω δεν θα τον ένοιαζε ποσως αν κάποιοι επιχειρούσαν να τον βρίσουν ή και να τον κατηγορήσουν ακόμη! Σήμερα όμως που ο μεγάλος συνθέτης δεν είναι μαζι μας, αλλα είναι στον ουρανο, κάνοντας τις βόλτες του παρέα με τον Νίκο Γκάτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Κάρολο Κουν και την Μελίνα Μερκούρη, είναι καιρος πιστεύω να δημοσιοποιηθουν και αυτες οι απόψεις του. Σίγουρα θα προβληματίσουν κάποιους, παρόλο που έχουν περάσει 29 ολόκληρα χρόνια απο τότε που ειπώθηκαν! Ομολογω όμως, πως αυτος είναι και ο κύριος στόχος της δημοσιοποίησης αυτής της συνέντευξης.                                                                 

Χρήστος Μαυρής, δημοσιογράφος-ποιητής.

 


X. M.: Δεν είναι λίγες οι φορες που έχετε μελοποιήσει Έλληνες ποιητες…

Μ.Χ.: Όχι, δεν έχω μελοποιήσει πολλους Έλληνες ποιητες.

Χ. Μ.: Μπορω εδω να σας αναφέρω μία σειρά.

Μ.Χ.: Έχω μελοποιήσει μόνο στον «Μεγάλο Ερωτικο», αλλα τ’ άλλα τα έκανα με στίχους που γραφόντουσαν ειδικα για τα έργα που έφτιαχνα. Είμαι απο εκείνους που δεν έχουν κάνει κατα κανόνα Έλληνες ποιητες.

 
Χ.Μ.: Έχετε μελοποιήσει όμως Ευριπίδη, Σαπφω, Σολωμο, Καβάφη, Ελύτη, Γκάτσο, Σαραντάρη, Μυρτιώτισσα κ.ά.

Μ.Χ.: Προσέξτε, όλα αυτα στον «Μεγάλο Ερωτικο». Δεν έχω μελοποιήσει ποιητες. Εμένα με ενδιέφερε πάντα το τραγούδι σαν αποτέλεσμα απο ζωντανη αιτία, που είναι ένας στίχος που γράφεται εκείνη την ώρα…

Χ.Μ.: Ο στίχος παίζει σημασία στο τραγούδι;

Μ.Χ.: Τεράστια! Και φυσικα γι’ αυτο συνεργάστηκα μόνο με τον Γκάτσο και τον εαυτο μου. Αλλα σε ποιητας δεν έχω γράψει μουσικη. Είμαι ο μόνος που δεν έχει γράψει, παρ’ όλο που είμαι μέσα στην ποίηση, διότι ξέρω ότι αυτο είναι μία πολυ δύσκολη ιστορία και δεν χρειάζεται εμένα για να υπάρξει η ποίηση. Ο «Μεγάλος Ερωτικος» είναι μία άλλη ιστορία. Πήρα τα ποιήματα περι έρωτος και τα τοποθέτησα μέσα στον «Μεγάλο Ερωτικο».

 
Χ.Μ.: Γνωρίζω ότι διαβάζετε αρκετα και συγκεκριμένα αρκετη λογοτεχνία. Την κυπριακη λογοτεχνία την έχετε υπόψιν σας; Εννοω να σας έχει σταματήσει κανένα αξιόλο κυπριακο έργο.

Μ.Χ.: Όχι, δεν έχω μεγάλη επαφη με την κυπριακη λογοτεχνία.

Χ.Μ: Θα επιθυμούσατε να έχετε;

Μ.Χ.:Κοιτάξτε, διαβάζω βάση των παρορμήσεων μου και των ανακαλύψεων μου που κάνω απο τον ένα στον άλλο. Δεν έτυχε να μπλεκτω μέσα σ’ αυτο που λέγετε Κύπρος. Τελευταία, συμπτωματικα, γνώρισα υιο Κυπρίου ποιητη. Του Μηχανικού τον υιόν.

Χ.Μ.: Τον Θουκυδίδη;

Μ.Χ.: Ναι, τον Θουκυδίδη, ο οποίος είναι πολυ συμπαθητικο παιδι! Μου έδωσε το βιβλίο του πατέρα του! Δεν μπορω να πω όμως ότι έχω γνώση αυτου που λέγεται κυπριακη λογοτεχνία και κυπριακη ποίηση. Δεν ανήκω σε αυτους που διαβάζουν επαγγελματικα. Δεν είμαι μελετητης επαγγελματίας.

Χ.Μ.: Γράφετε όμως ποίηση.

Μ.Χ.: Ε, δεν θάλεγα ότι γράφω, με συμπληρώνει μερικες φορες.

Χ.Μ.: Δηλαδη το θεωρείτε σαν κάτι απαραίτητο στη ζωη σας αυτο;

Μ.Χ.: Κοιτάξτε, το μόνο που θεωρω απαραίτητο στη ζωη μου είναι ο έρωτας. Αυτο με αιτιολογει ότι υπάρχω. Τίποτα άλλο. Ούτε η μουσικη, ούτε η λογοτεχνία, ούτε η ποίηση μου είναι απαραίτητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Τάσος Μελίτης, «Μια βραδιά του Μάη του 2013 και το 2666»


(2 Ιουνίου 2013)
Στην Effi G.
.

1

Έχεις ζήσει πέντε εμπειρίες και τις γράφεις και τις εκδίδεις και μου λες να τις διαβάσω; Δεν με νοιάζει, ρε φίλε. Δεν με νοιάζει. Δεν με νοιάζει να μάθω για τη ζωή σου. Θέλω να διαβάζω άλλα. Όχι για σένα και τη ζωή σου. Την πέρασα αυτή την φάση. Να διαβάζω τα διηγήματα του κάθε ζορισμένου/ψαγμένου. Τέρμα τώρα. Μυθιστόρημα διαβάζω και μάλιστα ξένο. Μου την δίνουν οι Έλληνες συγγραφείς.

2

Η βραδιά δεν πήγαινε καλά. Αλλά το κρασί τραβιότανε. Και οι μουσικές λέγανε. Θα προσπαθήσω να την σώσω την έξοδο, σκέφτηκα, κι ένας κόμπος κρύου ιδρώτα κατέβηκε στον δεξί μου κρόταφο – από πάντα ο αριστερός ήταν πιο ψύχραιμος. Τι θα έπρεπε να κάνω; Να πω για τον Μπολάνιο; Να πω. Γενικώς καθάριζες την κατάσταση αναφέροντάς τον. Γενικώς. Ειδικώς, όμως; Αυτή εδώ δεν παιζόταν. Ή παιζόταν; Αλλά, πώς;!

3

Όχι. Δεν τον είχε διαβάσει. Περίμενε να της πώ.

4

Χιλή, Μεξικό, Ισπανία; Με δουλεύεις, έκανε. Δεν γίνεται αυτό. Ποιός ο λόγος να φύγει από τη Χιλή για το Μεξικό; Και τι έκανε εκεί; Ρε φίλε, σου μοιάζω από εκείνες που παραμυθιάζονται; Όχι, κάθε άλλο. Αλλά, τι να κάνουμε; Αυτή ήταν η ζωή του. Η μικρή ζωή του. Στα 50 του πέθανε. Τόσο έζησε. Και το τελευταίο του βιβλίο κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του και του βάλανε τον τίτλο 2666.

5

Εκεί έμεινε ξερή. Δυό φορές ο Αντίχριστος, μονολόγησε. Ενδιαφέρον. Ναι, αλλά υπερεκτιμημένο. Και λοιπόν; Ωραίος, ο τίτλος. Τρελαίνομαι. Το έχεις το βιβλίο; Το είχα δανείσει σε μια φίλη, αλλά θα μπορούσα να το πάρω πίσω, αν το θέλεις. Ακόμα εδώ είσαι; Είπε, και με μια κίνηση του χεριού της του δεξιού μου έδειξε να πάω και να το φέρω. Να πάω. Πώς! Να πάω! Να πάω δύο η ώρα τη νύχτα να ξυπνάω την Άλληνε να μου δώσει το 2666. Για τρελό θα με παίρναγε. Βέβαια, δεν θα ήταν η πρώτη φορά!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Emily Dickinson, «Η ταπεινότητα μιας ιδιοφυΐας» (γράφει ο Αλέξανδρος Κεφαλάς)

«Η δόξα είναι μια μέλισσα.
Τραγουδάει,
σε κεντρίζει
και μετά…
Αχ! Πόσο ψηλά πετά.

(μετάφραση: Αγγελική Σιδηρά, εκδόσεις Ερμείας, 1996)

Η ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον εντάσσεται κι εκείνη, δυστυχώς, στο λογοτεχνικό, αλλά (φευ) τόσο ρεαλιστικό κλισέ της «μετά θάνατον» αναγνώρισης. Έγραψε τόσο γλαφυρά για τις δάφνες της δόξας που πετάει μακριά, σαν να γνώριζε ενδόμυχα πως δε θα την στεφάνωναν ποτέ κατά τη διάρκεια της ζωής της. Και πόσο δίκιο είχε… Πολλοί θα σπεύσουν να μιλήσουν για τις κοινωνικές συμβάσεις και τις ηθικές απαγορεύσεις, που αποτέλεσαν τροχοπέδη στην καθιέρωση μιας γυναίκας δημιουργού στον ανδροκρατούμενο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών κατα τον δέκατο ένατο αιώνα. Κι όμως, ξεχνάμε πως προγενέστερες αλλά και σύγχρονές της γυναίκες λογοτέχνες (Τζέιν Ώστεν, Ζωρζ Έλιοτ, αδελφές Μπροντέ κ.ά.) αψήφισαν αυτά τα εμπόδια και, εάν μη τι άλλο, είδαν τα έργα τους τυπωμένα (ανώνυμα ή επώνυμα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία και καθιέρωση η καθεμιά, αλλά τυπωμένα). Η Έμιλυ Ντίκινσον αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση. Τι είναι αυτό, όμως, που διαφοροποιεί την ποίηση της Ντίκινσον από άλλες πιο «πετυχημένες» ομοτέχνους της και την καταδικάζει στην εν ζωή αφάνεια;

[θραύσμα με στίχους της]

Για να κατανοήσουμε το έργο της Αμερικανίδας ποιήτριας πρέπει εν συντομία να δούμε την περιορισμένη ζωή της.

Διαβάστε περισσότερα