ʽΕχουν περάσει περίπου είκοσι χρόνια από το θάνατο του Bukowski και το τόσο το έργο του όσο και ο τρόπος που έζησε συνεχίζουν να απασχολούν και συνεπαίρνουν παλαιές και νέες γενιές κριτικών και κοινού.

Ο Bukowski επέλεξε συνειδητά από πολύ μικρή ηλικία να μην ζήσει τη συμβατική ζωή του πατέρα του, των γειτόνων του, τη ζωή του υπαλλήλου, του εργάτη.
Δεν θέλησε να βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους, τουλάχιστον ανάμεσα σε ανθρώπους κενούς, φλύαρους, επιφανειακούς.
Δεν είναι βέβαια ο μόνος που επέλεξε αυτού του είδους το περιθώριο από μια κανονική ζωή.
Κι άλλοι σαν κι αυτόν έχουν κάνει και κάνουν αυτήν την επιλογή.

Διαφέρει από άλλους στο ότι κατέφυγε στο γράψιμο για να μην τρελαθεί.
ʽThese things I write keep me from madnessʼ έγραφε. ʽΟταν το λεξιλόγιό του είχε περιοριστεί σε 200 περίπου λέξεις, έγραφε για να σώσει ό,τι είχε απομείνει. Οταν δεν είχε κάποιον να μιλήσει, έγραφε και υποκαθιστούσε έτσι την επαφή του με τους ανθρώπους. Οταν δεν μπορούσε να βγει στο μπαλκόνι και να ουρλιάξει, έγραφε και υποκαθιστούσε έτσι τις κραυγές του, την απελπισία του και την οργή του.

«Τα ποιήματά μου δεν είναι παρά γραντζουνίσματα στο πάτωμα ενός κελιού» λέει.
«Μας λείπει η φαντασία ακόμα και να ουρλιάξουμε», γράφει αλλού.

Πολλοί ρωτάνε, ʽΜα τι βρίσκει κανείς στον Bukowski; Ηταν ένας μέθυσος, που δεν δούλευε, που γύρναγε από μπαρ σε μπαρ με λερωμένα ρούχαʼ.

Είναι δύσκολο να απαντήσεις σε αυτήν την ερώτηση. Τι να ζηλέψει κανείς από τη ζωή του Bukowski! Τα άσχημα παιδικά του χρόνια, που ποτέ δεν ένιωσε στοργή από τους γονείς του, την εφηβεία του που το πρόσωπό του ήταν γεμάτα πληγές από σπυριά και κανένα κορίτσι δεν γύρισε να τον κοιτάξει, που δεν είχε φίλους παρά μόνο τους πιο παρακατιανούς από τους συμμαθητές του, το ότι ο πατέρας του ποτέ δεν τον στήριξε, το ότι ζούσε σε μικρά, φτωχά δωμάτια, με μεροκάματο πού ίσα-ίσα του έφτανε για ένα σάντουιτς και μερικές μπύρες!
Τα υλικά αγαθά δεν τον ενδιέφεραν. Ισα-ίσα, τον απωθούσαν.
ʽΤα έχουμε όλα και δεν έχουμε τίποταʼ, γράφει.

Πολλοί πιστεύουν ότι ο Bukowski αρέσει στο αντρικό κοινό λόγω της ζωής που έκανε με πολλές γυναίκες γύρω του. Μα αυτό συνέβει αφού είχε φτάσει τα 50, είχε γίνει γνωστός και απέκτησε θαυμάστριες. ʽΤι κάνεις, πώς τις βρίσκειςʼ, τον ρωτούσανε τότε . ʽΤο δύσκολο δεν είναι να τις βρεις, το δύσκολο είναι να τις ξεφορτωθείςʼ, απαντούσε.

Ο λόγος που αρέσει ο Bukowski όλο και πιο πολύ είναι κατά την γνώμη μου άλλος.

Πρώτον, γράφει σε μια γλώσσα απλή, καθημερινή. Δεν χρειάζεται να έχει σπουδάσει κανείς φιλολογία για να διαβάσει και να κατανοήσει τα ποιήματά του. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί, είναι λέξεις της καθημερινότητας, οι ιστορίες του είναι ιστορίες του καθημερινού μας περίγυρου. Γράφει για ανθρώπους που αν και δεν τους έχουμε στο σαλόνι μας, ωστόσο τους βλέπουμε στους δρόμους, διαβάζουμε τις ιστορίες τους στις εφημερίδες ή ακούμε για αυτούς στα δελτία ειδήσεων.

Δεύτερον, γράφει κυρίως για τον εαυτό του. Για αυτά που ζει και γιʼαυτά που βλέπει. Για αυτά που σκέπτεται για τους ανθρώπους γύρω του χωρίς να νοιάζεται για την γνώμη τους. Οταν περνάει μια μέρα σε ένα δωμάτιο χωρίς να κάνει τίποτα, γράφει ένα ποίημα για το ότι πέρασε μια μέρα χωρίς να κάνει τίποτα. Γράφει για τις νοσοκόμες που βλέπει να βγαίνουν κουρασμένες από το νοσοκομείο όταν τελειώνει η βάρδια τους, για τους συνταξιούχους στο σούπερ-μάρκετ να μετρούν τα λεφτά τους και να κλέβουν ρώγες σταφύλι.

Οι στίχοι του γίνονται απίστευτα παραστατικοί:

ʽΣπασμένα χέρια, σπασμένα κεφάλια, κι ότι υπάρχει μέσα να σκορπά σαν παλιό μαξιλάριʼ.
ʽδεν είναι ευχάριστο να πεθαίνεις στον σταυρό,
είναι πολύ πιο ευχάριστο να ακούς να ψιθυρίζουν το όνομά σου
στο σκοτάδιʼ.
ʽο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μουʼ
.

Κυρίως όμως αρέσει γιατί στο πρόσωπό του αναγνωρίζει κανείς την δική του ανάγκη να αποδεσμευθεί από τα δεσμά μιας συνηθισμένης, συμβατικής ζωής, μακριά από την ανάγκη να δουλεύεις σε μια δουλειά που δεν σου αρέσει, να μην αντιμιλάς στον προιστάμενό σου, να πληρώνεις δίδακτρα σε ακριβά ιδιωτικά σχολεία, να αποπληρώνεις δάνεια, να αγοράσεις καινούργιο, πιο μεγάλο αυτοκίνητο, εξοχικό, να υπολογίζεις την σύνταξη, να υπακούς σε κανόνες. Ολα αυτά που ο Bukowski τόλμησε και που όλοι εμείς δεν τολμούμε.

Δεν διστάζει να περιγράψει τον βρώμικο κόσμο όπου ζει, τα βρώμικα μπαρ, τα βρώμικα σοκάκια που συχνάζει, τα βρώμικα ρούχα που φορά, τις βρώμικες σκέψεις που κάνει. Δεν υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που εκθέτουν τόσο πολύ τον εαυτό τους στο κοινό, με όλες τις αδυναμίες τους και τα ελαττώματά τους.

Ο ρεαλισμός του παρόλα αυτά δεν έγινε εύκολα αποδεκτός από τους λογοτεχνικούς κύκλους και από το δέσμιό τους κοινό. Η ωμή περιγραφή της πραγματικότητας στα βιβλία του, ποιήματα και πεζά, και η παρουσίαση καταστάσεων και ανθρώπων στα όρια μεταξύ της συμβατικότητας και της τρέλας, βρήκε αρχικά ανταπόκριση μόνο σε ένα περιορισμένο κοινό, γεγονός που αποδεικνύει την αδυναμία ή και την άρνηση ακόμα της κοινωνίας να αντικρύσει στον καθρέπτη τον άσχημο και θλιβερό πολλές φορές εαυτό της και στη συνέχεια να τον αποδεχθεί.

Το κοινό ασυνήθιστο να του απευθύνεται ο συγγραφέας σε πρώτο πρόσωπο με ένα αυτοβιογραφικό τρόπο και να του εκθέτει όλα του τα ελαττώματα, τον αλκοολισμό του, την ακαταστασία του, τις σεξουαλικές του παρορμήσεις, την άρνησή του για μια συνηθισμένη ζωή, δέχθηκε μουδιασμένα τον νέο αυτόν συγγραφέα αναγνωρίζοντας στη συνέχεια στο πρόσωπό του πολλά από τα δικά του ελαττώματα, ιδιοτροπίες και συμπεριφορές. Χρειάζεται όμως κανείς να είναι και ειλικρινής με τον εαυτό του για να μπορέσει να διακρίνει στα κείμενα αυτά τις δικές του αδυναμίες, τις δικές του ανησυχίες και κυρίως την δική του ανάγκη να διαφύγει από μια κοινωνία και έναν τρόπο ζωής που καθημερινά τον τρελαίνει και τον σκοτώνει.

ʽΔεν γουστάρω την ηθική, τους νόμους, την θρησκεία, τους κανόνες. Δεν γουστάρω να με φορμάρει η κοινωνία στα μέτρα τηςʼ, γράφει. Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις. Και εκείνος το έκανε. Και βγήκε νικητής από αυτήν την αναμέτρηση, αυτό όμως δεν έχει και τόσο σημασία, σημασία έχει ότι πάλεψε.

Θα ήταν άδικο όμως να περιοριστούμε στα παραπάνω για να περιγράψουμε τον άνθρωπο και ποιητή Charles Bukowski. Η μελαγχολία, το χιούμορ και κυρίως η ευαισθησία συμπληρώνουν την εικόνα ενός ανθρώπου που έζησε σε μια ηλιόλουστη πόλη, το Λος ʽΑντζελες, την οποία αγάπησε και διαμορφώθηκε από αυτήν.

Για τον Bukowski η αγάπη είναι ένας σκύλος που βγήκε από την κόλαση. Δεν θέλει να τον αγαπούν και δεν θέλει να αγαπά. Αυτό όμως είναι ίσως το μοναδικό πράγμα όπου δεν υπήρξε ειλικρινής, τουλάχιστον σε μια πρώτη ανάγνωση. Με την Jane Cooney Baker έζησε για περίπου 10 χρόνια. Μόνο μετά τον θάνατό της ένιωσε πόσο πολύ την αγάπησε. Σε αυτήν έχει αφιερώσει μερικά από τα ωραιότερα ποιήματά του.

For Jane
στο δωμάτιο αυτό
οι ώρες της αγάπης
κάνουν ακόμα σκιές.

όταν έφυγες
πήρες σχεδόν
τα πάντα
.

Η αναγνώριση αυτών των συναισθημάτων από τον ίδιο συμπληρώνουν και αναδεικνύουν την ευαίσθητη πλευρά του ποιητή Bukowski, που γύρω του καλλιεργήθηκε η απατηλή εικόνα του βρώμικου, του πορνόγερου και του μέθυσου.

Ο Bukowski θα παραμένει πάντα επίκαιρος όσο οι συμβάσεις που έχουμε δεχθεί στον τρόπο ζωής μας δεν θα μας επιτρέπουν να διαφύγουμε από οτιδήποτε μας απομακρύνει από τον πραγματικό εαυτό μας, τις επιθυμίες μας, και τις απλές και βασικές ανάγκες του ανθρώπου, την απόλαυση του να ζεις όπως επιθυμείς χωρίς δεσμεύσεις, υποχρεώσεις και προκαταλήψεις για το τι είναι αποδεκτό από τους άλλους και τι όχι.
Η συμβολή του στο να μας κάνει να προβληματιζόμαστε για την κατεύθυνση που έχει πάρει η ζωή μας ίσως ξεπερνά την επίσης σημαντικότατη λογοτεχνική του συνεισφορά.