Επτά χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Ελευθερίου
Την περίοδο 1967-1970 ο Μάνος Ελευθερίου γράφει δυό μεγάλα ιστορικά τραγούδια, τα «Μαλαματένια λόγια» και «Τα λόγια και τα χρόνια», που έμελλε να έχουν μιάν απρόβλεπτη, βαθιά και διαχρονική απήχηση στον ελληνικό λαό.
Όπως εξομολογείται ο ίδιος στην αυτοβιογραφική του αφήγηση: «Eίχα κουραστεί αφάνταστα να γράψω τη Θητεία. Δεν ήταν εύκολο. Το κουραστικό βέβαια δεν ήταν να γράψω τις ομοιοκαταληξίες, αυτό ήταν εύκολο, δεδομένο. Έπρεπε να προσαρμόσω ιδέες, αναμνήσεις, καταγγελίες, οράματα, αγανάκτηση και ελπίδες στις ομοιοκαταληξίες. Αυτό ήταν ο κόμπος…Το μόνο που θυμάμαι από τα «Μαλαματένια λόγια» είναι ότι γράφτηκαν με πάρα πολύ άγχος. Κυριακές, από τη μαύρη νύχτα μέχρι το βράδυ. Σάββατα απόγευμα, υπέφερα κυριολεκτικά με αυτό
το τραγούδι».
Έτσι γεννήθηκαν τα «Μαλαματένια λόγια»! Ένα τραγούδι-ποταμός που σφραγίζει το έργο του, ορίζει τελεσίδικα την τοποθέτησή του απέναντι στην Ιστορία και αποτυπώνει βαθιά την ποιότητα και τον χαρακτήρα κάποιων «καιρών». Μαζί με «Τα λόγια και τα χρόνια», ένα είδος ιστορικού «ντοκυμαντέρ» όπου ο σκηνοθέτης επιχειρεί να φωτίσει την Ιστορία και το κοινωνικό γίγνεσθαι από διαφορετική οπτική γωνία από την επίσημη εκδοχή, αλλά και μ’ ένα ιδιαίτερα εμπνευσμένο μοντάζ που υποτάσσεται στην ανάγκη αφενός να επικοινωνήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο με όσο δυνατόν ευρύτερο ακροατήριο, ξεφεύγοντας όμως ταυτόχρονα από τα ασφυκτικά γρανάζια της λογοκρισίας.
Κριτικάροντας αυστηρά ο ποιητής ολόκληρη την ιστορική πραγματικότητα («τοξότες, φάλαγγες και λεγεώνες με πήραν και με βάλαν σε κλουβί», «κι άλλο απ’ το μαύρο χόρτο δε γνωρίζω») , δεν σημαίνει πως πιστεύει στην ουτοπία, ούτε ότι αγνοεί τους νόμους του κοινωνικού γίγνεσθαι και τους όρους της εξέλιξής του. Τουναντίον μάλιστα, αφού, με τον αλληγορικό του λόγο στην τελευταία στροφή του ποιήματος, εδράζει την αναγκαιότητα των «καιρών» στην αέναη πάλη των αντιθέτων (πάλη των τάξεων) και συναρτά ως φυσικό επακόλουθο την κατασπατάληση των δημοσίων αγαθών μέσω της ιδιωτικοποίησής τους.
Τα δίχτυα που είχα ρίξει στο σκοτάδι
τα φέραν καταπάνω μου οι καιροί.
Κι είδα τις έξι βρύσες μου σημάδι
ληστές να τις φυλούν και θυρωροί.
Χρυσά κυπαρισσόμηλα στον άδη
και που κανείς ποτέ δεν ιστορεί.
[Μαλαματένια λόγια, Μάνος Ελευθερίου]
Η τελευταία αυτή στροφή του τραγουδιού, που δυστυχώς δεν μελοποιήθηκε από τον Γιάννη Μαρκόπουλο, αναφέρεται στην ταξική φύση των «καιρών», ιδωμένη μέσα από την φιλοσοφική θεώρηση του ιστορικού υλισμού, όπου ο ποιητής κυριολεκτικά μας εκπλήσσει με τον τρόπο που η απλότητα του στίχου υποκρύπτει, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει, το βάθος των νοημάτων. Ο ταξικός χαρακτήρας των πολέμων και των πολιτικο-οικονομικών καταστάσεων είναι δεδομένος, όσο και αν τεχνηέντως ή μή αποκρύπτεται.
Με την αλληγορία «τα δίχτυα που έχουν ριχτεί στο σκοτάδι» νοείται η προσπάθεια για την εξασφάλιση της τροφής, διευρυνόμενη και στις υπόλοιπες βασικές ανάγκες του ανθρώπου (παιδεία, υγεία, εργασία, ελευθερία) και άρα διαλεκτικά, στα πλαίσια εκμεταλλευτικών κοινωνικοπολιτικών συστημάτων, νοούνται οι διεκδικητικοί αγώνες των εργαζομένων και του λαού, της μεγάλης πλειοψηφίας των καταπιεσμένων στα συστήματα αυτά. Τότε «οι καιροί», σύμφωνα με το στίχο, δεν είναι συμπτωματικοί, αλλά η αντίδραση του έτερου πόλου της αιώνιας αντίθεσης ενάντια σ’ αυτούς τους αγώνες («Τα φέραν καταπάνω μου οι καιροί»).
Δεν είναι λίγες οι φορές που ο ποιητής υπαινίσσεται ταξική διάσταση στο ιστορικό γίγνεσθαι. «Στα λόγια και τα χρόνια» έχουμε επίσης έναν ανάλογο στίχο:
Η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει
Στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
Κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει
Κι εδώ διακρίνουμε το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, την ταξική πάλη, τη διεκδίκηση και
την αντίδραση.
Ακόμα και ο στίχος «Μαλαματένια λόγια στο χορτάρι, ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά;» αποδίδει ταξικά χαρακτηριστικά στην προοδευτική πολιτική σκέψη. Οι «έξι βρύσες» με το κτητικό «μου» συμβολίζουν γενικώς τα δημόσια αγαθά (νερό, υπέδαφος, θάλασσες, δημόσια γη) που ανήκουν στους πολίτες και πρέπει να παρέχονται δωρεάν, αλλά τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο μετατρέπονται σε εμπορεύματα και ιδιωτικοποιούνται καθιστάμενα εργαλεία νόμιμης εκμετάλλευσης, με τον υπαινιγμό να είναι ολοφάνερος από τη χρήση της εναντιωματικής έκφρασης «ληστές και θυρωροί».
Ήδη από την εποχή που γράφονταν αυτοί οι στίχοι, το Ελληνικό Κράτος εκχωρούσε δικαιώματα εκμετάλλευσης δημοσίων αγαθών σε ιδιωτικές εταιρείες έναντι ανταλλαγμάτων αλλά και αναγκαιοτήτων, ενώ στη σύγχρονη πραγματικότητα βιώνουμε μια εκθετική πορεία αυτής της εξέλιξης, πραγματώνοντας την πριν από πενήντα χρόνια δυσοίωνη πρόβλεψη του ποιητή («σημάδι» των καιρών), έχοντας βέβαια ως φυσικό επακόλουθο τη δημιουργία αντίστοιχων οικολογικών κινημάτων ενάντια στην αλόγιστη χρήση και την κατασπατάλησή τους.
Η χρήση του συμπλεκτικού συνδέσμου «και» στην αρχή του τρίτου στίχου αυτής της στροφής, συναρτά τη γενεσιουργό αιτία των οικολογικών κινδύνων με τον ταξικό χαρακτήρα των «καιρών» (η οικονομική βάση καθορίζει το εποικοδόμημα), ενώ το τελευταίο δίστιχο συμπυκνώνει την κριτική στο αξιακό σύστημα όλων των εκμεταλλευτικών συστημάτων. Ο ποιητής, αρχίζοντας την αφήγησή του μ’ έναν ύμνο στη λογοτεχνική γραμματεία («μαλαματένια λόγια στο μαντίλι»), καταλήγει με τη ματαιότητα της συγκέντρωσης πλούτου («χρυσά κυπαρισσόμηλα στον άδη»), καταδικασμένης στη απαξία και τη λήθη («και που κανείς ποτέ δεν ιστορεί»).
Δυό στίχοι που ο ποιητής όχι μόνον συνέγραψε σε νεαρή ηλικία, αλλά που τήρησε τις αξίες τους με συνέπεια σε όλη τη διάρκεια του βίου του. Έζησε λιτά και πρόσθεσε το δικό του μάλαμα στο «μαντίλι», στό κομπόδεμα όπου ο λαός μας συνήθιζε να φυλάει τα πολύτιμα πράγματα της ζωής του.
*Απόσπασμα από ανέκδοτο δοκίμιο του υπογράφοντος το αφιέρωμα, το οποίο επιχειρεί μια ερμηνευτική προσέγγιση των δύο μεγάλων πολιτικών τραγουδιών της Θητείας, τα «Μαλαματένια λόγια» και «Τα λόγια και τα χρόνια».









