Από τις κυκλοφορίες της πρόσφατης εγχώριας βιβλιοπαραγωγής «Η τελειότητα», προκάλεσε εξ αρχής μεγάλη αίσθηση, συζητήθηκε, διαβάστηκε και διαβάζεται, εξαντλήθηκε και επανακυκλοφόρησε.

Ένα ακόμα λογοτεχνικό διαμάντι της Πράσινης σειράς των εκδόσεων Loggia που πάντα προσεγμένα μας φέρνουν σε επαφή με πρωτοεμφανιζόμενους στη γλώσσα μας εκπροσώπους της αιχμηρής κι ανήσυχης πεζογραφίας και με αυτό εδώ το σημαντικό δείγμα κοινωνικού μυθιστορήματος, πρόσθεσαν στη φαρέτρα τους μια ακόμα νίκη.

Και τί είναι τελικά αυτό που κάνει ένα έργο σαν την «Τελειότητα» -πέρα από την υποψηφιότητά του για το Διεθνές Βραβείο Booker 2025, που έτσι κι αλλιώς τραβάει την προσοχή- με δύο μόνο πρωταγωνιστές, δίχως αφηγηματική ένταση και ανατροπές, δίχως διαλόγους, να έχει προκαλέσει τόσο ενδιαφέρον;

Προφανώς η αφηγηματική δεινότητα του 40χρονου Ιταλού Βιτσέντζο Λατρόνικο, η οξυδέρκεια και η ακρίβειά του, η επιτυχία του να αναπαραστήσει με απόλυτη λεπτομέρεια τις ρωγμές της γενιάς των millennials οι οποίοι  ζώντας σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από φρενήρεις ρυθμούς βιώνουν ασθματικά κι αμήχανα τις γρήγορες εξελίξεις, τις εναλλαγές τάσεων, τις κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές  αλλαγές, έναν κόσμο σε άνοδο, πτώση και ολική κατάρρευση, την κεφαλαιοποίηση των πάντων, μα κυρίως του ανθρώπου και των ονείρων του.

Ο συγγραφέας – μεταφραστής – κριτικός τέχνης Βιτσέντζο  Λατρόνικο, σε αυτό το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο της συγγραφικής του διαδρομής, (και το πρώτο του που μεταφράζεται στα ελληνικά) με καυστικό, στοχαστικό και αποστασιοποιημένο ύφος, κατασκεύασε ένα μυθιστόρημα κοινωνικού σχολιασμού – καθρέφτη μιας γενιάς παγιδευμένης στην εικόνα της, στην αυτοπροβολή της, στους δείκτες αρεσκείας, στον άκρατο καταναλωτισμό, αποξενωμένης ουσιαστικά απ’ τον εαυτό της προμοτάρωντας τον εαυτό της, εγκλωβισμένης στα υλικά αγαθά, στο αέναο κυνήγι μιας όποιας επιτυχίας, σε ένα κενό πλασμένο από χρυσόσκονη, σε μια αλληλουχία πόθων και στόχων για ομογενοποίηση, στο άγγιγμα της τελειότητας.

Ο Λατρόνικο λοιπόν, καταγράφει με κοφτερό τρόπο τα ήθη, τα λάθη, τα πάθη και τις εμμονές της γενιάς του, γίνεται ο αποστασιοποιημένος αφηγητής της ιστορίας των δύο κεντρικών χαρακτήρων , του Τομ και της Άννα, οι οποίοι μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν εντός της εποχής της παγκοσμιοποίησης. Δύο νέοι που ενηλικιώθηκαν μέσα σε μια αφθονία επιλογών και  ελευθεριών αλλά έχοντας μια αίσθηση του ανικανοποίητου, της ματαιότητας και της θλίψης. Είναι μαζί από παιδιά σχεδόν, με καταγωγή από την Ιταλία κι από την Ιταλία, μεταναστεύουν στο Βερολίνο.

Ο Τομ και η Άννα ασχολούνται με τα κοινωνικά δίκτυα και τον ψηφιακό κόσμο και, επαγγελματικά, σχεδιάζουν ψηφιακό υλικό για επιχειρήσεις. Εργάζονται από το σπίτι, ζουν σε ένα άψογα οργανωμένο και επιπλωμένο περιβάλλον και παίρνουν την απόφαση να φύγουν από το Μιλάνο για το Βερολίνο αναζητώντας τελειότερες συνθήκες ζωής και εργασίας. Ως ψηφιακοί δημιουργοί είναι χαρισματικοί, βγάζουν αρκετά χρήματα, νοικιάζουν ένα ωραιότατο διαμέρισμα σε τιμή ευκαιρίας, δουλεύουν αρκετές ώρες μπροστά στον υπολογιστή, ρυθμίζουν μόνοι τους το ωράριό τους άρα υπάρχουν και μέρες που έχουν άπλετο χρόνο. Ασχολούνται με δημοφιλή θέματα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με τον φεμινισμό, με τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ, με όσα συμβαίνουν τριγύρω και εκτός συνόρων αλλά μάλλον αγνοούν τι ακριβώς συμβαίνει εντός της πόλης που ζουν.

Είναι ευτυχισμένοι οι δυο τους μαζί αλλά με ένα συναίσθημα τρύπιο το οποίο δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια παρά με σιωπές, μικρές αδεξιότητες και άδεια βλέμματα. Βγαίνουν, ξένοι μέσα σε ξένους, μπαίνουν  με συστολή σε κοινωνικούς κύκλους, πηγαίνουν σε γκαλερί τέχνης και σε πάρτι, δοκιμάζουν καινούργια φαγητά, πειραματίζονται -επιτυχώς κι ανεπιτυχώς- σεξουαλικά, έχουν εμμονή με τα φυτά εσωτερικού χώρου και τα μικροέπιπλα σύγχρονου design. Κι όσο μοιάζουν να αγγίζουν την τελειότητα, αποξενώνονται απ’ τον μέσα τους εαυτό. Όσο «καλλιεργούν» την εικόνα τους στο διαδίκτυο τόσο πατάνε σε στερέωμα ψεύδους. Και παγιδεύονται. Η λάμψη που τους τυλίγει, θαμπώνει. Η πραγματικότητα δείχνει απρόσιτη και η ζωή τους στο  Βερολίνο κάθε άλλο παρά τέλεια μπορεί να χαρακτηριστεί μιας και όλα αλλάζουν, όλα αποδομούνται, όλα είναι ρευστά.

Η προσφυγική κρίση είναι το κύριο θέμα της επικαιρότητας και ο Τομ με την Άννα εθελοντικά βγάζουν φωτογραφίες και κάνουν διαρκείς αναρτήσεις για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του κοινού τους και των ΜΚΟ για να προσφέρουν βοήθεια ο καθένας με τον τρόπο του. Μια φωτογραφία τους με ένα πνιγμένο παιδί προσφύγων μετατρέπει την Άννα και τον Τομ σε σούπερ ακτιβιστές των social media. Όπως όλα τα καυτά ζητήματα της επικαιρότητας έχουν ημερομηνία λήξης, έτσι και το ζήτημα της προσφυγικής κρίσης ξεθωριάζει. Ο κοινωνικός κύκλος του ζευγαριού διαλύεται: άλλοι επιστρέφουν ο καθένας στην πατρίδα του μην μπορώντας να ανταπεξέλθουν στα ενοίκια που αυξάνονται κατακόρυφα, άλλοι δημιουργούν οικογένεια, άλλοι φεύγουν για να ανακαλύψουν κάπου αλλού τον χαμένο τους εαυτό.

Η πόλη του Βερολίνου έχει αλλάξει μορφή, η ζωή έχει αλλάξει, η Άννα και ο Τομ είναι ναρκισσιστικά σίγουροι για τις επιλογές τους και την ίδια στιγμή νιώθουν αποπροσανατολισμένοι κι αμήχανοι μέσα στη νοσταλγία τους για το άγνωστο. Υπενοικιάζουν το διαμέρισμά τους και φεύγουν για Λισαβόνα κι από εκεί, στη Σικελία. Φωτογραφίζονται και φωτογραφίζουν τοπία. Όλα ειδυλλιακά κι όλα μια αυταπάτη. Και ξανά επιστρέφουν στο Βερολίνο κατά τη διάρκεια μιας άνοιξης που έχασε το δρόμο της. Η Άννα κληρονομεί ένα κτήμα του θείου της και το όνειρο για την τελειότητα, έτσι όπως πάντα αποτυπώνεται εκθαμβωτικά σε μια φωτογραφία, ξαναρχίζει.

Μυθιστόρημα κοινωνιολογικής, πολιτισμικής και ανθρωπολογικής μελέτης, άνευ διαλόγων, άνευ ηλεκτρισμένης πλοκής, άνευ δευτεραγωνιστών, που αποτυπώνει το Βερολίνο της δεκαετίας του 2010 και την καθημερινότητα των δυο ψηφιακών νομάδων – πρωταγωνιστών σε τέσσερις χρονικές φέτες :σε ενεστώτα, παρατατικό, αόριστο και μέλλοντα.

Ένας φόρος τιμής στο φημισμένο παιγνιώδες  στοχαστικό αφήγημα του σπουδαίου Ζορζ Περέκ «Τα πράγματα» όπου κι εκεί ένα νεαρό  ζευγάρι της δεκαετίας του ’60 χτίζει τη σχέση του και την ευτυχία του με βάση τα πράγματα, τα αντικείμενα, τη θέση τους στο χώρο και τον συμβολισμό τους. Έτσι κι εδώ, ο Λατρόνικο, ντύνει τη λογοτεχνία του με το ένδυμα της κοινωνιολογικής και φιλοσοφικής ανάλυσης και δημιουργεί ένα σημαντικό σύγχρονο βιβλίο για όσα προκαλέσαμε στον πολιτισμό και στον εαυτό μας πίσω από οθόνες, φίλτρα και αλγόριθμους, για τα εφήμερα που χτίζουν το ψηφιακό μας προφίλ, για τη συμμετοχή μας στην παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα των social media, για μια κοινωνία κι έναν κόσμο που έχασαν την πίστη τους μπροστά στο κέρδος και στον καταναλωτισμό, για την συνεχόμενη ανάγκη μας για προβολή, για την προσήλωσή μας σε αντικείμενα και γυαλιστερές τάσεις που καλύπτουν το απύθμενο υπαρξιακό μας κενό.

Ένα εξαίρετο και καινοτόμο δείγμα γραφής κινηματογραφικού ρυθμού και μαγικών πλάνων στην τελειότητα, από έναν πολλά υποσχόμενο συγγραφέα που αναδεικνύει η Δήμητρα Δότση με την (μια της ακόμα) εντυπωσιακή της ακριβή μετάφραση.