Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αισχύλου «Πέρσες» (μετφρ. Λουκάς Θάνος), εκδ. Μετρονόμος, 2017

`

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Δία μου παντοδύναμε

Που της Ασίας τον ανθό

Συθέμελα αφάνισες

Πάει ο στρατός μας έσβησε

Αχ όνειρο νυχτερινό

Όλα μού τα φανέρωσες

Και σεις ονειροεξηγητές

Λάθος μού το εξηγήσετε

Μα όσα συμβουλεύσατε

Να κάνω θα τα πράξω

Και θα προσπέσω στους θεούς

Και προσφορές θα φέρω

Για τους νεκρούς μας και τη γη

Ξέρω πως όλα τέλειωσαν

Μα ίσως να δώσουν οι θεοί

Λίγο αν προσέξουμε και μεις

Μέρες καλές να ʼρθούνε

Εσείς για όσα μας έτυχαν

Καλές να δώστε συμβουλές

Κι αν φτάσει πριν φανώ ξανά

Ο γιος μου ο βασιλιάς σας

Παρηγορώντας φέρτε τον

Κοντά μου στο παλάτι

Μην τύχει κι άλλη συμφορά

Στις συμφορές προσθέσει

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρήστος Μαυρης, «Κατερίνα Γώγου: “Ελεύθερα επικίνδυνη και ωραία”-Προσεγγίσεις στη ζωη και το έργο της-» (προδημοσίευση)

`

Αντιμετώπισε αδιαμαρτύρητα την απαξίωσή-της!

Η Κατερίνα Γώγου, ως ποιήτρια, βίωνε καθημερινα την απαξίωση. Εννοω πως οι ομότεχνοί-της αντιμετώπιζαν την ποίησή-της με υποτιμητικη ματια, σε αντίθεση με μία μεγάλη μερίδα Ελλήνων αναγνωστων που αναζητούσαν και αναζητούν συνεχως τα βιβλία-της για να διαβάσουν την ποίησή-της. Και όπως έχει αποδειχθει, οι ανέκαθεν εξοργισμένοι και επαναστατημένοι αναγνώστες έχουν σημαία-τους την ποίηση της Κ. Γώγου, οι δε διαρκως καταφρονημένοι και πονεμένοι άνθρωποι την έχουν, μπορω να ισχυριστω, για γιατρικο και βάλσαμό-τους, γιατι τους προσφέρει ίσως την ψυχικη γιατρεια αλλα και την απαραίτητη ψυχικη ανάταση που χρειάζονται όταν τους βρίσκουν, υποθέτω, δύσκολες στιγμες.

Μεθοδευμένη απαξίωση που η Κ. Γώγου την εισέπραττε με στωικότητα και αδιαμαρτύρητα, ίσως γιατι και η ίδια δεν είχε πιστέψει κατα βάθος στον εαυτο-της και ούτε είχε αντιληφθει την αξία της ποίησής-της και γενικα των γραπτων κειμένων-της.

`

«Εγω, η Κατερίνα

χωρις ιδιοτέλεια γράφω αυτα.

Έτσι τη δοκιμασία της δόξας

και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερα πέρασα

χωρις να μʼ ακουμπήσουνε, χωρις να τ΄ ακουμπήσω»

(Νόστος)

`

Και αυτη η απαξίωση προερχόταν πρώτα και κύρια απο τη δικη-της συντεχνία. Δηλαδη απο την ποιητικη γενια που ανήκε ηλικιακα και ιδεολογικα, που δεν ήταν άλλη ασφαλως από τη λεγόμενη ΄΄Γενια του 1970΄΄ ή, όπως αλλιως έχει ονομασθει, ΄΄Γενια της αμφισβήτησης΄΄.

Μάλιστα, όπως αποκάλυψε ο ποιητης Νάνος Βαλαωρίτης στο ντοκιμαντερ ΄΄Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου΄΄, του Αντώνη Μποσκοϊτη, κάποιες ποιήτριες της εποχης-της «δεν την χώνευαν» γιατι «θεωρούσαν χυδαίο το λόγο-της»!

Υπήρξαν, ακόμη, και σημαντικοι ανθολόγοι, με αξιόλογοι προσφορα στα ελληνικα γράμματα, που είχαν περίπου την ίδια πάνω κάτω ηλικία με την ποιήτρια αλλα, όταν ετοίμασαν και εκδώσανε τις ανθολογίες για τους ποιητες της δικης-τους γενιας, δεν καταδέχθηκαν νʼ ανθολογήσουν ούτε ένα στίχο απο την «χυδαία» ποίηση της Κ. Γώγου! Της ποιήτριας που, όπως διαπιστώνω σήμερα, υπήρξε, φύσει και θέσει, το άτομο με το εντονότερο αμφισβητησιακο πνεύμα, απʼ όλους τους ποιητες της γενιας του 1970!

Αυτη η παράλειψη οφείλεται μάλλον στην άγνοια που είχαν οι συγκεκριμένοι ανθολόγοι για την αξία της ποίησής-της και όχι σε οποιουσδήποτε άλλους λόγους. Γιατι, ας μην ξεχνάμε, τα πρώτα χρόνια της παρουσίας-της στα ελληνικα γράμματα, πολλοι είναι οι επαΐοντες που πίστευαν πως η Κ. Γώγου έγραφε μία πρόχειρη, αφελη, ακατέργαστη και γενικα ανάξια για διάβασμα ποίηση. Μια ποίηση που την έγραφε στο πόδι, όπως νόμιζαν, για να εκφράσει κυρίως την οργη και την αγανάκτησή-της για ό,τι την ενοχλούσε και την πλήγωνε στην ελληνικη κοινωνία και όχι για να υπηρετήσει τα υψηλα ιδανικα της ποιητικης τέχνης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αντρέας Πολυκάρπου, «Η απολογία του Ιησού»

`

Απόσπασμα από το ομώνυμο Θεατρικό έργο που ανεβαίνει την Τρίτη 6 Ιουνίου (20:45) και Τετάρτη 7 Ιουνίου (22:00) στο Θέατρο: Επί Κολωνώ (Off Off Athens)

`

Η σκέψη μου, όμως, τώρα που πλησιάζει το τέλος μου επιστρέφει σε σένα Μαρία και στο μονό μου κρεβάτι. Σηκώθηκες από το στρώμα και με τράβηξες κοντά σου. Με αγκάλιασες και με φίλησες στο στόμα. Η ανάσα σου μύριζε δροσερό κρασί. Σαν κι αυτό που θα χαρακτηρίσουν αίμα δικό μου και θα το κοινωνούν. Άπλωσα τα χέρια μου στα πόδια σου. Οι μηροί σου σαν λευκό ψωμί. Σαν κι αυτό που θα χαρακτηρίσουν σάρκα δική μου και θα το αναμασούν με τυφλή πίστη στο στόμα. Ακούμπησα τα χείλια μου στο λαιμό σου. Αναρρίγησες αναστενάζοντας και αφέθηκες στα χέρια μου. Ακούμπησες το χέρι σου ανάμεσα στα πόδια μου. Τα σώματά μας Μαρία. Πως γίναμε ένα μέσα σε μια στιγμή. Κάναμε έρωτα Μαρία. Σαν πεινασμένοι για σάρκα και ηδονή κυλιστήκαμε στα βρώμικα σεντόνια του κρεβατιού μου. Κάναμε έρωτα συνεχόμενες φορές. Δεν ήθελα να βγω από μέσα σου. Να μείνω για πάντα χωμένος στο αιδοίο σου σαν ένα έμβρυο που βυζαίνει την ορμή σου. Τώρα που πεθαίνω το ξέρω ότι σε αγάπησα όσο τίποτε άλλο. Μην κλάψεις για μένα Μαρία. Τη μοίρα μου τη διάλεξαν γελοία ανθρωπάκια. Αυτοί που με έχρισαν Θεό αυτοί και θα λάβουν το νεκρό μου σώμα.

Άνθρωπος είμαι Μαρία και εκεί στον Άδη το φως θα έχω της κόλασης να με κυκλώνει.
Άνθρωπος. Σάρκα, σάρκα, οστά και αίμα. Δεν θα επιστρέψω, δεν θα κρίνω κανένα. Δεν θα αφορίσω κανένα. Φοβάμαι. Τρέμω το θάνατο. Φοβάμαι, φοβάμαι φρικτά την ώρα που θα σαπίζω χωμένος στη γη.
Φοβάμαι αλήθεια τόσο που λυγίζουν τα πόδια μου. Λυγίζει κι η ψυχή μου μπροστά στα δυο ξύλα που θα δεχτούν το σώμα μου. Εγώ που ένιωσα τον έρωτα, τη γυμνή στα χέρια μου σάρκα δεν έπρεπε να φοβάμαι.
Πού είσαι μάνα; Σε ποιο λερό ξωκλήσι προσκυνάς αγιασμένα βρωμόχερα; Τώρα που φοβάμαι δεν είσαι κοντά μου. Ετοιμάζεσαι για τη μεγάλη σου παράσταση. Στο σταυρό επάνω ο πρωτότοκος θα πεθάνει. Μα πριν αρχίσει να σαπίζει κάτι θα σκαρφιστείτε για να συνεχίσετε τα παραμύθια σας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Pearl Buck, «Η μάνα» (μτφρ. Κώστας Κυριαζής), Πάπυρος, 1971

`

Έχει καμιά διαφορά η μια μέρα από την άλλη κάτω από τον ουρανό για μια μάνα; To πρωί η μάνα ξύπνησε και σηκώθηκε πριν ακόμα χαράξει η αυγή, κι ενώ οι άλλοι κοιμόντουσαν ακόμα, άνοιξε την πόρτα, έβγαλε τα πουλερικά* και το γουρούνι, πήγε το νεροβούβαλο μέσα στο μαντρί, και καθάρισε όσες βρομιές είχαν κάνει τη νύχτα, τις μάζεψε και τις έκανε ένα σωρό, σε μια γωνιά του μαντριού. Ενώ οι άλλοι ήταν ακόμη ξαπλωμένοι, πήγε στην κουζίνα, άναψε τη φωτιά και έβρασε το νερό για να πιούνε ο άντρας και η γριά όταν σηκώνονταν, και λίγο από αυτό το έριξε σε μια ξύλινη λεκάνη για να δροσίσει λίγο και να μπορέσει να πλύνει τα μάτια του κοριτσιού.
Κάθε πρωί τα μάτια του κοριτσιού ήταν σφιχτά κλεισμένα και δεν μπορούσε να δει καθόλου ώσπου να του τα πλύνει. Στην αρχή το παιδί φοβόταν, όπως και η μάνα, αλλά η γριά σφύριξε:*
«Έτσι ήμουνα κι εγώ, σαν ήμουνα μικρή, μα δεν πέθανα!».
Τώρα το είχαν συνηθίσει και ήξεραν ότι δε σήμαινε τίποτε έξω από το ότι κάμποσα παιδιά ήταν έτσι κι ότι δεν πέθαναν από αυτό. Μόλις που είχε ρίξει νερό στη λεκάνη, όταν πρόβαλαν τα παιδιά, το αγόρι κρατώντας το κορίτσι από το χέρι. Είχαν βγει συρτά από το κρεβάτι χωρίς να κάνουν θόρυβο, χωρίς να ξυπνήσουν τον άντρα που έτρεμαν το θυμό του, γιατί παρ’ όλους τους καλούς και κεφάτους τρόπους που είχε, όταν ήθελε να είναι κεφάτος και καλός, ο άντρας ήταν ικανός να θυμώσει και να τα ξυλοφορτώσει* άγρια αν τον ξυπνούσαν πριν από την ώρα του. Τα δυο τους στέκονταν βουβά στην πόρτα κοιτάζοντας τη μάνα και το αγόρι ανοιγόκλεινε τα μάτια του και χασμουριόταν, αλλά το κοριτσάκι καθόταν υπομονετικά περιμένοντας, με τα μάτια σχεδόν κατάκλειστα. Ύστερα η μάνα σηκώθηκε βιαστικά και παίρνοντας την γκρίζα πετσέτα που ήταν κρεμασμένη σ’ έναν ξύλινο γάντζο, βούτηξε τη μια της άκρη στη λεκάνη και σιγά σιγά καθάρισε τα μάτια του κοριτσιού. Το παιδί κλαψούρισε, χωρίς να βγάζει ήχο από το στόμα του, μόνο με την ανάσα του, και η μάνα αναλογίστηκε, όπως κάθε πρωί:
«Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχάσω την αλοιφή για τα μάτια αυτού του παιδιού. Κάποτε πρέπει να φροντίσω και γι’ αυτό. Αν δεν το ξεχάσω όταν πουληθεί το φορτίο με το άχυρο του ρυζιού, την άλλη φορά, θα του πω να πάει σ’ ένα μαγαζί με φάρμακα – υπάρχει κάποιο κοντά στην πύλη στα δεξιά, κατηφορίζοντας σ’ ένα μικρό δρομάκι».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μενέλαος Λουντέμης, «Ο Κονταρομάχος [Κώστας Βάρναλης]», Δωρικός 1974.

`

[…]
Μια μέρα πέρασα να τον δω απʼ την εφημερίδα. Ήταν όμως κάπως αργά και κείνη την ώρα κατέβαινε. Ήταν φορτωμένος με καμιά εικοσαριά τόμους ποιητικές συλλογές. Στην πραγματικότητα ήταν όλες δοκιμές, εξορμήσεις νέων στιχουργών, νεοσσών. Τʼ άφησε στο περβάζι του παραθυριού ενός άγνωστου σπιτιού κι έπεσε στην αγκαλιά μου. Στο δεξί του χέρι κρατούσε πάντα το αιώνιο σακάκι του. Μεσημεράκι. Ο ήλιος έκαιε.
— Ζεματάει, μου λέει. Δεν πάμε για κανένα κατοσταράκι να δροσιστούμε;
Ο Καζαντζάκης —που ωστόσο δεν έπινε— θα τόλεγε να «δροσέψουμε». Ο Κοτζιούλας πάλι το ʽλεγε «θαραπαή».
— Και δεν πάμε; του λέω. Αλλά δώσʼ μου πρώτα το μισό σου βάρος.
Τʼ ανακάλυψε ξαφνικά και… αποφάσισε να θυμώσει. Και —πώς τα κατάφερε;— θύμωσε για καλά.
— Συλλογή «Συλλογών» κάνεις; τον ρώτησα.
— Τι θʼ απογίνω εγώ μʼ αυτούς τους… φορτοεκφορτωτές της ποίησης μπορείς να μου πεις; Δεν αδειάζω ούτε να γράψω ούτε να πιω ένα ποτήρι. Να ʽστελναν τουλάχιστον τα βιβλία τους στο σπίτι. Θα γλίτωνα τη μεταφορά. Αλλά αυτοί τα στέλνουν στην εφημερίδα.
— Δεν ξέρεις… του λέω. Δεν πρέπει να τους ξεμπροστιάζεις έτσι αναπολόγητους. Μπορεί ανάμεσα σʼ αυτούς νά ʽναι και καμιά μεγάλη δόξα.
— Να μου επιτρέψεις νʼ αμφιβάλλω. Για κοίτα… Μου ʽδειξε τη στοίβα των βιβλίων. Μπορείς να ξεφυλλίσεις κανέναν απʼ αυτούς τους φρόνιμους τόμους των στίχων; (Δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί τούς έλεγε «φρόνιμους».) Ξεφύλλα… Και θα δεις.
— Ε, τι είναι;
— Δεν τους βλέπεις; Όγκοι άσπρου χαρτιού με ελαφρά ίχνη τυπογραφικών στοιχείων. Τι να τους πεις τώρα! Τι πρεμούρα είνʼ αυτή, βρε παιδί; Δε σου λέω; Και μεις «μεγαλοφυΐες» ήμασταν στην ηλικία τους, άλλα είχαμε και λιγάκι υπομονή. Αυτοί μόλις σκαρώσουν κάνα-δυό τετράστιχα τρέχουν να τα τυπώσουν για να μην τύχει και χάσουν το βαπόρι της αθανασίας. Χμ. Δεν ξέρουν ότι το βαπόρι σαλπάρει μετά θάνατον. Ο ποιητής, αγαπητέ… Ο ποιητής… Αλλά δε σου λέω. Εσύ καμιά μέρα μπορείς να τα γράψεις όλα αυτά και να με κάνεις ρεζίλι.

Διαβάστε περισσότερα