Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«Παράλληλες ωδές “στην πέτρα την αρχαία” – Κ.Π. Καβάφης και Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ» (γράφει ο Βασίλης Μητσικάκος)

`  

`

«Δεν συμμερίζομαι την γνώμη εκείνων που διατείνονται ότι το έργο του Καβάφη […] θα μείνει για πάντα ούτως ειπείν μια ειδικότης της ποιήσεως, η οποία δεν θα εύρη μιμητάς. Μιμητάς, αληθώς επιπολαίους ως επί το πλείστον, ανακαλύπτω ήδη και όχι μόνο μεταξύ των Ελλήνων ποιητών. […] Ο Καβάφης, κατά την γνώμη μου, είναι ποιητής υπερμοντέρνος, ποιητής των μελλουσών γενεών.» (2)

`

Διαβάζοντας το ανωτέρω απόσπασμα από το «Αυτοεγκώμιο» του Κ.Π.Καβάφη συγκριτικά με τα συγκαιρινά μας δεδομένα, κανείς δε θα μπορούσε να αρνηθεί ότι οι προσδοκίες κι οι προβλέψεις για την τύχη του καβαφικού έργου αποδείχθηκαν πέρα για πέρα αληθινές, οιονεί μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Πράγματι, η ίδια η πραγματικότητα λειτουργεί επιρρωματικά: η καβαφική ποιητική στάθηκε έκκεντρο αναφορικό σημείο στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας με ευρύτατη και δραστικότατη ακτίνα επιρροής από την γενιά του 1920 έως την εγγύτερη στα καθ’ ημάς μεταπολεμική ποίηση ενώ απασχόλησε ίσως περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα ποιητή την ελληνική αλλά και διεθνή βιβλιογραφία. Επιπροσθέτως, διαπιστώνουμε μια πλησίστια εφόρμηση του Αλεξανδρινού στο κωδικό επίπεδο της καθημερινής κουλτούρας με την αποφθεγματική χρήση στίχων του, την παρουσία τους σε έργα τέχνης ακόμη και σε τοίχους δημόσιων δρόμων ή στις προσόψεις των αστικών λεωφορείων πραγματοποιώντας έτσι συνάμα ένα άνοιγμα στις λεγόμενες «πολιτισμικές σπουδές». Η καβαφική οξύνοια και διορατικότητα, λοιπόν, δε θα μπορούσε φυσικά να αστοχήσει ούτε όσον αφορά τους «μιμητάς» του έργου του, τους «αληθώς επιπολαίους ως επί το πλείστον» που ήδη ο ίδιος ο Αλεξανδρινός είχε αρχίσει να διαπιστώνει. Εκτός βέβαια από τις παραδεδεγμένες επιδράσεις -εξολοκλήρου ή σπερματικά μιμητικές, μείζονες ή ελάσσονες- του Αλεξανδρινού στα έργα άλλων ποιητών, ξεχωριστή θέση για την καβαφική ποιητική επεφύλαξαν οι «μέλλουσες γενεές» στα πλαίσια του τρόπου της παρεξηγημένης και συχνά παραγκωνισμένης «παρωδίας».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, «Άρατε πύλας», 1891

`

Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! Και μόνον η ανάμνησίς του με γοητεύει και τώρα ακόμη. Τι εύμορφον Πάσχα! Νομίζω ότι έκτοτε δεν είδα πλέον τοιούτο φαιδρόν, τοιούτο μελωδικόν κ’ ευώδες Πάσχα. Όλα εγελούσαν ως μικρά αθώα παιδία, όλα εμοσχοβολούσαν εις την μικράν εκείνην νήσον, όλα ήσαν λαμπροφορεμένα· τα περισσότερα παιδία είχαν φορέσει καινουργή τριζοκοπούντα υποδήματα, κ’ έκαμνον κρότον και κρότον επάνω εις της πλάκες της Εκκλησίας. Τι εύμορφον Πάσχα! Την ψαλμωδίαν του, μοι φαίνεται, δεν την ήκουσα πλέον. Ίσως συνετέλεσε και η έκτακτος δροσερά άνοιξις του έτους εκείνου του αλησμονήτου. Τα αηδόνια είχαν έλθει τόσον εγγύς εις την κωμόπολιν, ώστε μερικά αφόβως εισέδυσαν και εις το πυκνόν του ναΐσκου κηπάριον και συνώδευον και εκείνα με την μαγευτικήν μελωδίαν των το γλυκύλαλον «Χριστός Ανέστη». Το καέν θυμίαμα, υπάρχουν στιγμαί, που νομίζω πως το αισθάνομαι ακόμη κατά τινα μυστικήν όλως απάτην. Έλεγαν πώς ήτο θυμίαμα από την Αγίαν Άνναν, Σκήτην του Άθωνος, γνωστήν διά την αρετήν των ερημιτών αυτής. Αλλ’ ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του κηπαρίου της Εκκλησίας προσέφερον και αυτά εν αναλογία το άρωμά των το μεθυστικόν. Και ήσαν τόσα πολλά το έτος εκείνο! Ενθυμούμαι ότι ο μπάρμπα-Κώστας ο Ολλαντέζος έκοπτε κ’ εμοίραζε καθ’ εκάστην εις τα παιδία της γειτονίας, να μη φωνάζουν εις τα τρελλά παιγνίδια των εν τη μικρά του ναού πλατεία και διακόπτουσι τον εσπερινόν του γέροντος παπά Οικονόμου. Ο λαμπρός στολισμός των νυμφών του Πάσχα εκείνου παραμένει ακόμη ανεξίτηλος εις την μνήμην μου με τα ζωηρά χρώματά του, και την χρυσαυγάζουσαν στιλβηδόνα του, ως να εζωγραφίσθη έκτοτε εν τη φαντασία μου με όλην την λάμψιν καλλιτεχνικής εικόνος αγιογράφου. Έτυχε το έτος εκείνο να τελεσθώσι και πολλοί γάμοι, και το σημαντικώτερον, έτυχε το έτος εκείνο να εργασθή το ναυτικόν όσον σπανίως συμβαίνει και είχε συναχθή εις την μικράν νήσον αρκετόν χρήμα· και το αναθεματισμένον όπου υπάρχει παρακολουθείται με χαράν, και με λάμψιν. Ω, τι Πάσχα εκείνο!
Συνεφώνει μαζί μου και ο γέρων Οικονόμος και μου έλεγε μετά ταύτα κ’ εκείνος: — Τι Πάσχα εκείνο, παιδί μου! Έχεις δίκαιον.

Κ’ έλαμπαν από χαράν γεμάτοι οι οφθαλμοί του, ως λάμπει καθαρόν ποτήριον απέναντι του φωτός. Να ήτον τάχα η ηλικία! στοχάζομαι νυν. Να ήτο η μάγος, η άφροντις, η γόησσα ηλικία η παιδική, ήτις μου εζωγράφισεν αυτήν την άληστον, αυτήν την ανεξάλειπτον εικόνα του Μεγάλου εκείνου Πάσχα;

***

Γλυκοχαράζει πλέον. Ροδίζει εύμορφα η αυγή προσπαθούσα να διασπάση της νυκτός την μαύρην καλύπτραν, ήτις απλούται ακόμη εις το μικρόν χωρίον μου και εις τον εύμορφον λιμένα του, του οποίου τα νερά ακίνητα ησυχάζουν εν τη σιωπηλή της νυκτός γαλήνη. Ούτε ο φλοίσβος ο μελωδικός ακούεται εις την άμμον κάτω. Τα άστρα τρέμουν παιγνιώδη εν τω κυαναυγεί στερεώματι, ως να τα εξήγειρον τώρα δα του βαθέος ύπνου αι πρώται της ηούς ακτίνες. Δύο ηδύλαλοι αηδόνες κελαδούν περιπαθώς το εωθινόν εν τω κηπαρίω, αφ’ ου αναδίδεται ευωδία μεθυστική αρωμάτων. Ο Αναστάσιμος ύμνος εντός του Ναού αναμέλπεται τόσον περιπαθώς και τόσον γοητευτικώς, ώστε και αυτοί οι παρατεταγμένοι έξω εις την πλατείαν ναύται ίνα πυροβολώσιν, λησμονούν το χαρμόσυνον έθιμον, παρασυρόμενοι από τον ηδύν της ψαλμωδίας αντίλαλον. Μέσα εις τους χορούς είχαν καταλάβει τα στασίδια των όλοι οι προύχοντες ένθεν και ένθεν φορούντες τα καλά των, κρατούντες τας λαμπάδας των, σεμνή εν τη όλη απλότητι αυτής παράταξις. Όπισθεν δε δεξιά και αριστερά οι νησιώται όλοι ναυτικοί και γεωργοί ανάμικτοι. Και προς τούτοις τα παιδία καθένα με το κόκκινον αυγόν εις χείρας, γεμάτα χαράν. Μετ’ ολίγον ρεύμα φωτός εξεχύθη εν τη πλατεία, λαβόν παντοίας ανά τας σκολιάς οδούς διευθύνσεις. Έληξεν η λειτουργία της Αναστάσεως και οι πιστοί νησιώται, κρατούντες αναμμένην την λαμπάδα του Πάσχα, μετέβαινον εν αγαλλιάσει εις τους οίκους των να φέρωσιν εις αυτούς το φως, την χαράν, την Ανάστασιν. Και ηκούοντο ζωηρώς και χαρμοσύνως διασταυρούμενα ως τρελλά πτηνά του λειμώνος κυνηγούμενα απ’ εδώ και απ’ εκεί.
— Χριστός Ανέστη!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Το μέλος της Μεγάλης Εβδομάδος κατά τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη» (γράφει ο Παναγιώτης Α. Ανδριόπουλος)

`

Την Μεγάλη Παρασκευή ο υμνωδός, εκστατικός προ του μεγαλείου της θυσίας του Θεανθρώπου, αναφωνεί: «Ποῖα ἄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ, οἰκτίρμον;» Η ποίηση και η μουσική της Μεγάλης Εβδομάδος είναι σίγουρα η κορύφωση της Ορθόδοξης Υμνογραφίας, που προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα βιώσεως της σιωπής, τη δυνατότητα βιώσεως του μυστηρίου της ανακεφαλαίωσης της σωτηρίας ανθρώπου και κόσμου, μέσα από τη λατρεία. Το «σήμερον» της θείας λατρείας, «σήμερον ὁ Χριστός παραγίνεται ἐν τῇ οἰκία τοῦ φαρισαίου», «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου», «τήν σήμερον μυστικῶς ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο», αυτή η αμεσότητα, η παροντοποίηση των σωτηριωδών γεγονότων που συνδέονται με τα Πάθη του Χριστού, πραγματοποιείται με τα δρώμενα που προβλέπονται από το Τυπικό της Εκκλησίας – λιτάνευση της εικόνας του Νυμφίου, του Σταυρού, του Επιταφίου – αλλά κυρίως με το βασικότερο μέσον της εκκλησιαστικής μας λατρείας, τον λόγο του ύμνου, και το μουσικό ένδυμά του. Ο θεολογικός και πατερικός λόγος, γίνεται ποιητικός, γίνεται φωνή της Εκκλησίας, περιβεβλημένος, μάλιστα, το ελκυστικό ένδυμα της μελωδίας.

Η μελωδία υπάρχει για τον Λόγο, και όχι ως αυθυπόστατο καλλιτεχνικό μέσο. Σκοπός της δεν είναι η τέρψη ή η συναισθηματική διέγερση – τη Μεγάλη Εβδομάδα ιδιαίτερα ελλοχεύει ο κίνδυνος του συναισθηματισμού – αλλά η υποβοήθηση του λόγου να διεισδύσει στα βάθη της υπάρξεως, δημιουργώντας διάθεση προσευχητική, κατάνυξη και αυτομεμψία. Δεν είναι μουσική ακροάματος, αλλά λειτουργική. Διακονεί το μυστήριο του ένσαρκου Λόγου, επενδύοντας τον θεολογικό λόγο, για να μπορεί το σώμα της Εκκλησίας να «πλέκει» στον Θεό Λόγο «ἐκ λόγων μελωδίαν». Γιʼ αυτό και δεν βρήκαν στην Ορθόδοξη Λατρεία ποτέ θέση τα μουσικά όργανα. Στην Εκκλησία, «όργανο» γλυκύφθογγο του Αγίου Πνεύματος γίνεται ο πιστός, με την καθαρή καρδιά του. «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ψαλτήριον γενόμενος», όπως λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Αλλά ούτε και άλλες νεωτερίζουσες μορφές αποδόσεως των ύμνων έχουν θέση στην Ορθόδοξη Λατρεία.

Ο κυρ-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εραστής της γνήσιας Βυζαντινής μουσικής, προβαίνει σε διάφορα έργα του (άρθρα, διηγήματα, «αποσπάσματα σκέψεων») στην διατύπωση καίριων παρατηρήσεων για τα μέλος της Μ. Εβδομάδος.

Στα 1893 έγραψε σε αθηναϊκή εφημερίδα για το περιώνυμο τροπάριο της Κασσιανής: “Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…».

«…Ὅσῳ λαμπρόν καί ὑψηλόν ἀπό ἄποψιν ποιήσεως, τοσοῦτῳ περιπαθές κʼ ἐν σεμνότητι εὔστροφον ὑπό ἔποψιν μέλους. Μέλος δʼ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τό Βυζαντινόν, διότι ἡ ποίησις καί ὁ ρυθμός αὐτός τοῦ τροπαρίου, ὡς καί ὅλων τῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἔχει τονισθεῖ ὑπό ἀρχαιοτάτου μουσικοσυνθέτου, συνδυάσαντος τόν ρυθμόν τῶν στίχων μέ τοῦ μέλους τήν ἀφελῆ χάριν. Δέν χωρεῖ λοιπόν εἰς ταῦτα οὐδείς νεωτερισμός, οὐδεμία καινοτομία τετραφωνική ἤ πολυφωνία, ὡς τήν σήμερον ἀποπειρῶνται τοῦτο καινοτόμοι τινές. Δέν εἶνε δυνατόν νά τονίσῃ τις σήμερον αὐτό καλλίτερον ἤ ὁ ποιητής τοῦ τροπαρίου ὁ καί μελοποιός τυγχάνων. Ὥστε κατά τάς ἡμέρας τουλάχιστον ταύτας ἄφετε τήν μονοφωνίαν τῆς Βυζαντινῆς καί μή μιγνύετε ἐν αὐτῇ ξενισμούς, οἵτινες δέν εἶνε ἄλλο παρά αὐτόχρημα βεβήλωσις τοῦ ἀγνοῦ θρησκευτικοῦ Βυζαντινοῦ μέλους…»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Πέτρος Γκολίτσης, «Ποιητικές μεταστοιχειώσεις (στοιχεία εξπρεσιονισμού στην ποίησή μας): Σαχτούρης, Μπράβος, Μαστοράκη, Φωστιέρης, Λαμπρέλλης, Χριστόπουλος, Γρίβα», εκδόσεις Ρώμη, 2017, σ. 420.

`

ΤΟ ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Η κριτικός Νόρα Αναγνωστάκη έγραφε το 1981 στο περιοδικό Κύματα: «Κι αν βάλουμε στην μπάντα τους μωροφιλόδοξους ή όσους πάσχουν από γραφόρροια, υπάρχει πάντα μια κατηγορία δημιουργών ιδιαίτερα αντιπαθής: αυτοί που εκχυδαΐζουν ό,τι ακουμπούν με επιδέξια δάχτυλα πονηρών εμπόρων», ενώ προηγουμένως είχε ήδη χαρακτηριστικά σημειώσει: «Η έμπνευση είναι η απατηλή επιφάνεια ενός πράγματος που ωριμάζει καιρό μέσα της». «Μʼ όλα αυτά θέλω να πω ότι η δημιουργία ενός έργου είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την ικανότητά μας για δημιουργική πράξη. Ένας έμπειρος συγγραφέας μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να γράψει κάποιο κείμενο. Το έργο όμως που τον αντιπροσωπεύει είναι άλλου είδους προϊόν. Έτσι πολύ συχνά βλέπουμε έργα που οφείλονται σʼ αυτή την επαγγελματική δεξιοτεχνία του συγγραφέα και που πολύ λίγη σχέση έχουν με τα δημιουργικά του επιτεύγματα. Αυτό το λέω επαγγελματισμό και μάλιστα επικίνδυνο. Τα αίτια της άσκησής του είναι πολλά».
Με αφορμή λοιπόν το παραπάνω απόσπασμα και ιδίως τα «δάχτυλα των πονηρών εμπόρων» που αντιπαραβάλλονται «στην έμπνευση που ωριμάζει καιρό μέσα μας» και στη «δημιουργία του έργου» «που αντιπροσωπεύει ως άλλου είδους προϊόν τον συγγραφέα», σκεφτόμαστε το παράδοξο της δικής μας πλέον εποχής, όπου ο συγγραφέας-δημιουργός αντί να λειτουργεί ως ο «παραγωγός» ιδιαίτερων, διακριτών και αναγνωρίσιμων καλλιτεχνικών μορφών και έργων, γνωρίζοντας την ιστορία του χώρου από μέσα, από έξω και ανακατωτά –με την προσήλωση τεχνίτη που διατηρεί και υπηρετεί συνάμα σμιλεύοντας και επεκτείνοντας το όραμά του– στην πραγματικότητα εμφανίζεται ως ένας τυχάρπαστος χρήστης ή ακόμη χειρότερα ως ένας καταναλωτής που αγοράζει το εμπόρευμα-ιδέα-ιδιότητα που του πουλάει ο τυχαίος εκδότης, υπερ-τιμολογώντας το μάλιστα, και με ένα «μετα-μοντέρνο», ισοπεδωτικό θα λέγαμε τρόπο, περιφέρεται και αυτοτιτλοφορείται στην αγορά και στα διαδίκτυα, για ένα ορισμένο συνήθως διάστημα, ως ένας ακόμη ποιητής-συγγραφέας, poetaster, δηλαδή ποιητίσκος, κατά τον Έζρα Πάουντ. Οοποίος καιγράφει στο ABC of Reading:

`

In London as late as 1914 the majority of poetasters still resented the idea that poetry was an art, they thought you ought to do it without analysis, it was still expected to ʽpour forthʼ. […] The best probably does pour forth, but it does so AFTER the use of the medium has become ʽsecond natureʼ. […] The force, the draw, etc., follow the main intention, without damage to the unity of the act .

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σπυρίδων Τρικούπης, «Λόγος ἐπικήδειος εἰς τὸν Καραϊσκάκην» (Ἐξεφωνήθη ἀντίπερα τοῦ Πόρου τὴν 24 Ἀπριλίου 1827)

`

«Ὄρη τὰ ἐν Γελβουὲ μὴ καταβάτω δρόσος καὶ μὴ ὑετὸς ἐφʼ ὑμᾶς καὶ ἀγροὶ ἀπαρχῶν» (Βασ. Δευτ. Κέφ. Α’).
ΑΥΤΑ ὀδυρόμενος ἔλεγεν ὁ Δαυΐδ, ὅταν ἦλθεν εἰς αὐτόν, καθήμενον εἰς Σικελάγ, μετὰ τὴν φθορὰν τῶν Ἀμαληκιτῶν, ἄνθρωπος Ἀμαληκίτης ἀπὸ τὸ στρατόπεδον τοῦ Σαούλ, ὅλος καταξεσχισμένος καὶ χῶμα ἔχων εἰς τὴν κεφαλήν του, καὶ ἀνάγγειλε τὸν θάνατον τοῦ Σαοὺλ καὶ τοῦ Ἰωνάθαν.

`
Δροσιά, λέγω καὶ ἐγώ, δροσιὰ καὶ βροχὴ νὰ μὴ πέσουν πλέον παρὰ τὸ Φάληρον, καὶ ἀπαρχὰς νὰ μὴ δώση ἡ γῆ ἐκείνη. Εἰς τὴν γῆν ἐκείνην ἔπεσεν ὁ δυνατός, ὁ κοῦφος ὑπὲρ ἀετοὺς καὶ ὑπερ λέοντας κραταιός, ὁ δυνατός, τοῦ ὁποίου ἡ ρομφαία δὲν ἐστρέφετο εἰς τὴν θήκην της πρὶν βαφῆ μὲ τὸ αἶμα τῶν πληγωμένων, ἢ πρὶν ἀλειφθῆ μὲ τῶν δυνατῶν τὰ παχέα σπλάγχνα.

`
Κλαύσατε, θυγατέρες τῆς Ρούμελης, τὸν θάνατον τοῦ Καραϊσκάκη• κλαύσατε, θυγατέρες τῆς Ρούμελης, τὸν θάνατον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καταταχθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀδελφῶν σας, ἐλάμπρυνε τὸ αὐχμηρὸν πρόσωπόν σας, σᾶς ἔβγαλε τὰ πένθιμα φορέματα, σᾶς ἔνδυσε λαμπρὰ καὶ ἔτρεχεν ἀκάματος τὴν τωρινὴν ἄνοιξιν εἰς τὰς κορυφὰς τοῦ Ὑμηττοῦ διὰ νὰ κόψῃ εὔοσμα ἄνθη καὶ νὰ στεφανώσῃ τὰς παρθενικὰς κεφαλάς σας. Ἀλλὰ τί προσκαλῶ μόνον τὰς θυγατέρας τῆς Ρούμελης εἰς κλαθμούς; πῶς νὰ μὴ κλαύσωμεν ὅλοι; πῶς νὰ παρηγορηθῶμεν διὰ τὸν θάνατον τοιούτου ἀνδρὸς;

`
Μεταφέρω τὸν νοῦν μου εἰς τὴν πρὸ ἑνὸς χρόνου ἀξιοθρήνητον καὶ τρομερὰν τῆς πατρίδος κατάστασιν τὸ νέφος βλέπω τοῦ δουλικοῦ σκότους ξαπλωμένον ἀπὸ τὰς ἄλλοτε λαμπρὰς καὶ τότε ζοφωμένας κορυφὰς τοῦ Μακρυνόρους, καὶ ἀπὸ τὰ παράλια τῆς Ἀκαρνανίας ἕως τὰ πέριξ τῆς Ἀττικῆς. Τὸ νέφος τοῦτο ἐσκέπαζεν ὡς μαῦρος μανδύας τὸ νεκρικὸν κρεββάτι τῆς Ρούμελης• μακρὺ καὶ βαθὺ σκότος ἐσύρετο κατόπι τοῦ νεκρικοῦ αὐτοῦ μανδύου καταπυκνωμένον, καὶ ἐφοβέριζε νὰ πέσῃ ὅλον καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Πελοποννήσου, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴν εἶχεν ἀποσβολωμένην ἡ Αἰγυπτιακὴ ὁμίχλη.

Διαβάστε περισσότερα