Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Εμμανουήλ Ροΐδης, «Τα Εφήμερα», “Άπαντα, Ε΄”, Eρμής 1978.

`

Φυλλομετρών ημέραν τινά τας περί τα ζώα ιστορίας του Aριστοτέλους έτυχε ν’ αναγνώσω εν αυταίς τα εξής:
«Περί τον Ύπανιν ποταμόν, τον περί Bόσπορον Kιμμέριον, υπό τροπάς θερινάς καταφέρονται υπό του ποταμού οίον θύλακοι μείζους ρωγών, εξ ων ρηγνυμένων εξέρχεται ζώον πτερωτόν τετράπουν· ζη δε και πέτεται μέχρι δείλης, καταφερομένου δε του ηλίου απομαραίνεται και άμα δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον». (Περί τα ζώα Iστορ. E΄, ιθ΄).

`
Πρώτην φοράν ήκουον περί των ημεροβίων τούτων τετραπόδων των γεννωμένων εκ των ρωγών· επειδή δε εγένετο λόγος εις την αυτήν σελίδα περί “κωνώπων, α γίνονται εκ της περί το όξος ιλύος” και περί σαλαμάνδρας, “η δια πυρός βαδίζουσα κατασβέννυσι το πυρ”, έκλινα να κατατάξω και τα εφήμερα εις την κατηγορίαν των παραδόξων ακουσμάτων. Δεν ηξεύρω όμως πώς έτυχε να εγχαραγχθή εις την μνήμην μου το αριστοτελικόν τούτο χωρίον και πώς με ήγαγεν έπειτα να εξετάσω τίνα πράγματι είναι τα εφήμερα ταύτα.
Eύκολος υπήρξεν η ικανοποίησις της περιεργείας μου, διότι το χωρίον τούτο του Σταγειρίτου είχεν ελκύσει από πολλού πλην της εμής την προσοχήν πλήθους φυσιοδιφών. Kατά τας ερεύνας αυτών τα εφήμερα πράγματι υπάρχουσι, και μάλιστα αφθονούσιν όχι μόνον εις τον Ύπανιν του Kιμμερίου Bοσπόρου, αλλά και εις πάντα σχεδόν άλλον της Eυρώπης ποταμόν. Eίναι δε ταύτα τετράπτερα έντομα του είδους των νευροπτέρων, διανύοντα εντός του ύδατος την εμβρυώδη περίοδον του βίου των, εξερχόμενα έπειτα τέλεια εξ αυτού και επί τινας μόνον ώρας ζώντα.
Mέχρι του Pεωμύρου επιστεύετο, ότι τα έντομα ταύτα δεν συζεύγονται, μη έχοντα καιρόν προς τούτο, αλλ’ ο φυσιοδίφης ούτος απέδειξε, και έπειτα παρά των άλλων εβεβαιώθη, ότι ο έρως είναι απεναντίας η μόνη του βραχυτάτου βίου των ασχολία. Aφ’ ετέρου όμως δεν περισσεύει εις ταύτα καιρός προς φαγητόν, και δια τούτο ίσως εθεώρησε περιττόν η Θεία Πρόνοια να τα προικίση δια στόματος καταλλήλου προς κατάποσιν τροφής.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ντίνος Λυρικός, “Τρία μικρά διηγήματα για τον πατέρα μου”

Η Ελένη

Μπεσαλής άνθρωπος και άντρας λεβέντης. Μισούσε το ψέμα και το αταξινόμητο πάθος των ταλαιπωρημένων γυναικών, εκείνων που, από λύπη δήθεν, κάνουν την εικασία κουτσομπολιό για να χωρέσουν σε έναν περίγυρο ως καλοπροαίρετα τίποτα.
Να άκουγες τον τρόπο που έλεγε “όχι”, θα τρόμαζες.
Συχνά τον πέρναγαν για εραστή παρότι ποτέ τους δεν έδινε δικαιώματα. Όταν κάποτε ένας ασήμαντος, με αρχαιόπληκτο ύφος, άσπρος σαν από λευκό στόκο, μισή μερίδα άντρας, τον αποκάλεσε playboy, μπερδεύοντας την κοινωνικότητα με την ανδροπρεπή του οικειότητα και την ομορφιά του, εκείνος έδωσε τόπο στην οργή, χωρίς ούτε καν να μπει στον κόπο μίας σφαλιάρας, αν και τη σκέφτηκε προς στιγμήν.
Κάνεις δεν ήξερε ότι σʼ όλη του τη ζωή είχε αγαπήσει μια Ελένη που ποτέ όμως δεν άγγιξε από σέβας και φόβο μη λερώσει το θαύμα.
Χρόνια τώρα στο καπηλειό της γειτονιάς, σε μια γωνιά γεμάτη απʼ την ακινησία της σκόνης, έγραφε ποιήματα γι αυτήν πάνω σε χαρτοπετσέτες που, αργά φεύγοντας, άφηνε πουρμπουάρ μαζί με όλα τα ρέστα. Ο ταβερνιάρης συγκινημένος από το σιωπηλό του έλεος και φιλότιμο κάρφωνε τις χαρτοπετσέτες με πινέζες, σε περίοπτο τοίχο του μαγαζιού.
Κάποτε πέρασε από εκεί μια Ελένη και το μάτι της στάθηκε στις χαρτοπετσέτες. Της έκανε εντύπωση που όλες τελείωναν με τη φράση: «που νάσαι τώρα Ελένη;»
– «Ποιος είναι αυτός που γράφει αυτά, ξέρετε;» ρώτησε ευγενικά τον ταβερνιάρη.
– «Δεν τον ξέρω κοπέλα μου, δεν μιλάει ποτέ σε κανέναν. Πρέπει όμως να αγαπάει πολύ αυτή την Ελένη.
– «Ελένη με λένε και μένα» απάντησε αυτή, «δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο πολύ θα ήθελα να ήμουν εκείνη».
– «Και ποια δεν θά ʽθελε» απάντησε αυτός. «Τί να κεράσω; γιατί εδώ που κάθεσαι κοπέλα μου πληρώνει μόνο αυτός, να ξέρεις».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Λούλα Αναγνωστάκη (1928- 2017), «Ο ήχος της ζωής», Καστανιώτης, 2006


`
Κείμενα μεγάλα ή μικρά, συνεντεύξεις, σκέψεις σημειωμένες στο περιθώριο ενός τετραδίου, της θεατρικής συγγραφέως Λούλας Αναγνωστάκη. Μια διαδρομή σαράντα χρόνων στο θέατρο, με δέκα θεατρικά έργα-σταθμούς που αποτελούν ένα διαρκές παρόν, συνιστά μια διαδρομή που εκ των πραγμάτων μεταβάλλεται σε μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Είτε πρόκειται για κείμενα γραμμένα από την ίδια τη συγγραφέα είτε άλλοι έχουν καταγράψει τη σκέψη της όπως η ίδια τούς την έχει εξομολογηθεί, σε όλα καιροφυλακτεί η έκπληξη, η ανατροπή, η λοξή ματιά. Μια στάση ζωής που ναρκοθετεί ως τη διάλυση την οικεία καθημερινότητα και αναδεικνύει την ποίηση περιθωριακών προσώπων και μορφών ζωής.
`
***************************************************
`

`

Η Λούλα Αναγνωστάκη με δέχτηκε στο σπίτι της. Στην πλατεία Κολωνακίου. Η πρώτη σεκάνς, όπως ήδη σας το ανέφερα, ήταν προτού προλάβει να φορέσει τα γυαλιά. Στη δεύτερη σεκάνς, με τα γυαλιά πλέον, ζήτησε συγγνώμη που δεν σηκώθηκε να με υποδεχτεί και ξεκίνησε η συζήτησή μας.

Είστε πάντα μια γοητευτική γυναίκα, κυρία Αναγνωστάκη. «Οχι, είμαι μια ηλικιωμένη γυναίκα. Τι μου λέτε τώρα; Τα χρόνια περνάνε. Μας αλλάζουν. Ηταν και αυτή η αρρώστια μου… Ξέρετε, θα σας βασανίσω με τη συνέντευξη. Μιλάω αργά».

Δεν πειράζει που μιλάτε αργά. Ομορφος είναι ο χώρος σας... «Είναι και πολλές φωτογραφίες… Κι εδώ. Κι εκεί, απέναντι… Ο Γιώργος… Ο Θανάσης… Ο Μανόλης… Εδώ είμαι εγώ. Αυτή απέναντι είναι η αφίσα. Την έφτιαξε ο Κραουνάκης και μου την έφερε. Εκαναν κάτι για μένα· ένα αφιέρωμα. Η φωτογραφία μου είναι από τα παλιά… Αλήθεια λέτε ότι σας αρέσει ο χώρος;».

Ναι. Και επειδή έτσι ήρθαν τα πράγματα και σας βρήκα χωρίς γυαλιά, θα τολμήσω να σας ρωτήσω, γιατί τα φοράτε πάντα; Θέλετε να είστε ινκόγκνιτο; «Ινκόγκνιτο, ναι, αλλά όχι από ιδιοτροπία. Ετσι το έκανα κάποιες φορές και μετά έμεινε».

Ησασταν πάντα κομψή. «Δεν ξέρω αν ήμουν κομψή, αλλά μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ η εμφάνισή μου. Τώρα δεν μ’ ενδιαφέρει. Τώρα προτιμώ να μη με βλέπουν».

Διαλέγατε πολύ ωραία ρούχα. «Είχα πάντα ένα ή δύο πολύ ωραία, που τα πρόσεχα πάρα πολύ. Αυτά ήταν εξαιρετικά. Τα υπόλοιπα ήταν πρόχειρα. Αλλά όλα ήταν απλά».

Τα χρώματά τους; «Μπλε ρουά, μπλε σκούρα. Μαύρα. Γκρίζα».

Φορούσατε και καπέλα; «Ναι, στο ίδιο χρώμα».

Η εμφάνισή σας είχε μια θεατρικότητα. «Η ζωή μου είχε μια θεατρικότητα· αλλά δεν τη σκηνοθετούσα. Ετσι ήταν».

Μου είχατε πει να μην κουβεντιάζω με τον αγαπημένο μου δύσκολα θέματα ψυχής. Μόνο τα ανάλαφρα να του λέω... «Εγώ σας τα είπα αυτά; Εντύπωση μου κάνει· δεν τα θυμάμαι… Σας αρέσουν τα τριαντάφυλλά μου;».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Gemma Forti, «Παραμάνες αιχμές διαμαντιού» (μετφρ: Κρεσέντσιο Σαντζίλιο, Εισαγωγή: Μαρτσέλλο Καρλίνο)


Στις σελίδες ποιημάτων με τίτλο «Παραμάνες αιχμές διαμαντιού» η Τζέμμα Φόρτι, με ολοκληρωτικά θετική ενέργεια, τοποθετείται στο χώρο του Χρονικού, μικρού ή μεγάλου, όπου και οι έσχατοι και οι ανώνυμοι έχουν τον ρόλο τους. Και κατεβαίνει στον αγώνα αρνούμενη οποιαδήποτε ουράνια πατρίδα, ενώ στέκεται στο ίδιο επίπεδο του συλλογικού βιωμένου στο οποίο και παίρνει μέρος, άμεσα εμπλέκεται.

Τελείως αναλογικά με την θεματολογία, επιλέγει η γλώσσα της να είναι γυμνή και τραχιά, πέτρινη, πύρινη, μια πέτρα αιχμηρή που γδέρνει το γυαλί, τρίζει και κόβει καλύτερα και από ένας νυστέρι.

Επιστρέφουν οι μεσαίωνες, παρακινούμενοι από φονταμενταλισμούς όλων των ειδών: είναι οι τρομοκρατικές ενέργειες ενός Ισλαμισμού που παρεκτρέπεται και καθοδηγείται, ικανό μόνο να σκέφτεται το αίμα και να το χύνει αφειδώς κτυπώντας στα τυφλά.

Είναι ένας κόσμος πλέον παγκοσμιοποιημένος όπου αυξάνουν όχι τόσο οι ευκαιρίες, όσο οι ανισορροπίες και οι αδικίες για να επωφεληθούν και να χορτάσουν τα οικονομικά καρτέλ δίχως κάποια ορθή πολιτική.

Είναι και ο χυδαίος; ψευδο-πολιτισμός του φαίνεσθαι, με ρυθμιστή τη Περιουσία, μέσα σε ένα αποτύπωμα άρνησης της κουλτούρας, σημαδεμένος απʼ τη παραίτηση των αξιών της συμμετοχής.

Και μια τυποποίηση χωρίς εμπόδια και στάσεις. Τέλος μια μαζοποίηση που ισούται με το άθροισμα των ανυπέρβλητων μοναξιών, μαζί με την μετα-δημοκρατία την επικείμενη μεταξύ ρατσισμών που υψώνονται και πολιτικών δικαιωμάτων που εξαφανίζονται.

Το Χρονικό της Τζέμμα Φόρτι ρίχνει φλας σε κάθε μια από τις συνιστώσες του και στα θύματα που το γεμίζουν. Συνάμα η γραφή της, με πλήρη συνέπεια, αποφεύγει επιμελώς κάθε εξωραϊσμό.

Γίνεται «ποίημα-χρονικό» με το οποίο η ποιήτρια εκφράζει με σίγουρο προσδιορισμό και γενναία επιμονή τη δική της θέση-κόντρα, τη δική της λογοτεχνική ιδεολογία που δαπανάται για μια πεπεισμένη πολιτισμική εναλλαγή .


Μαρτσέλλο Καρλίνο

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Εμπλούτισε την πεζογραφία με τη δροσιά της ποίησης / Σκέψεις για το μυθιστόρημα “Ωστικό Κύμα” του Νίκου Δαββέτα» (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

`

Ο Νίκος Δαββέτας, όπως είναι γνωστό, ξεκίνησε τη λογοτεχνική πορεία-του ως φέρελπις ποιητής, πολλά υποσχόμενος, εκδίδοντας μάλιστα και 6 ποιητικές συλλογές που απέσπασαν διάφορα εγκωμιαστικά σχόλια από την κριτική. Καθʼ οδόν όμως άλλαξε πορεία και στράφηκε προς την πεζογραφία την οποία, όπως διαπιστώνω, υπηρετεί εξίσου σοβαρά και με πάθος, διοχετεύοντας τώρα το πλούσιο ταλέντο του σε αυτό το είδος της λογοτεχνίας.

`

Αποπνέουν ποιητική δροσια

Τα πεζογραφήματά-του όμως, διηγήματα και μυθιστορήματα, δεν παύουν να είναι εμποτισμένα με τη ποιητική δροσιά, η οποία προσδίδει χάρη και ελκυστικότητα στα δημιουργήματά του.

Αυτή η ποιητική αύρα διακρίνει έντονα και το τελευταίο μυθιστόρημά του που τιτλοφορείται Ωστικό Κύμα και εκδόθηκε το 2016 από τις εκδόσεις Πατάκη. Πρόκειται για ένα ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα (θα το χαρακτήριζα νουβέλα) που δεν ξεπερνά τις 157 σελίδες, μέσα από τις οποίες προβάλλει ένα λογοτεχνικό δημιούργημα αρκετά μαστορεμένο. Εννοώ ένα κείμενο καλοδουλεμένο και σφιχτοδεμένο!

Η υπόθεση, με δύο λόγια, περιστρέφεται γύρω από τη ζωή και τη δράση ενός Έλληνα φοιτητή, από οικογένεια αστική, (με πατέρα αυτοδημιούργητο), που βρέθηκε στο Λονδίνο για σπουδές. Εκεί έρχεται σε επαφή με τρομοκράτες, παρασύρεται και στην προσπάθειά τους να επιφέρουν τρομοκρατικό κτύπημα στο Μετρό της βρετανικής πρωτεύουσας βρίσκει φρικτό θάνατο από την πρόωρη εκπυρσοκρότηση του εκρηκτικού μηχανισμού που είχε στην κατοχή του. Τραγική φιγούρα η μητέρα του που καλείται από την Σκότλαντ Γιαρντ νʼ αναγνωρίσει τον νεκρό γιο-της και να μεταφέρει το διαμελισμένο σώμα-του στην Ελλάδα για ταφή. Ο θάνατος, δηλαδή, είναι ο ένας βασικός πόλος πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα. Ο άλλος είναι ο έρωτας, με τον οποίο ολοκληρώνεται το μυθιστόρημα.

Διαβάστε περισσότερα