Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Charles Baudelaire, «Ο κόσμος θα τελειώσει» [“Περί χρήματος”] (μτφρ.: Ζ.Δ. Αϊναλής), εκδ. Κοβάλτιο, 2017


`

Ο κόσμος θα τελειώσει. Ο αποκλειστικός λόγος, εξαιτίας του οποίου θα μπορούσε να διαρκέσει, είναι επειδή υπάρχει. Προφανώς, ο λόγος αυτός είναι αδύναμος, ιδίως εάν τον συγκρίνουμε με όλους εκείνους που προμηνύουν το αντίθετο και ιδιαίτερα τον ακόλουθο: τι έχει να κάνει πλέον ο κόσμος κάτω από τον ουρανό; Διότι, υποθέτοντας πως θα εξακολουθούσε να υπάρχει υλικώς, θα ήταν αυτή μια ύπαρξη άξια αυτού του ονόματος, μια ύπαρξη άξια του λεξικού της Ιστορίας; Δεν ισχυρίζομαι πως ο κόσμος θα περιοριστεί στα σοφίσματα και στη γελοία αταξία των νοτιο-αμερικανικών δημοκρατιών· ότι ίσως ακόμη επιστρέψουμε σε άγρια κατάσταση πηγαίνοντας, μέσα από τα χορταριασμένα ερείπια του πολιτισμού μας, με το όπλο στο χέρι, να αναζητήσουμε την τροφή μας. Όχι. Διότι αυτή η μοίρα και αυτές οι περιπέτειες θα προϋπέθεταν ακόμη μιαν ορισμένη ζωτική ενέργεια, ηχώ των πρώτων εποχών. Νέο παράδειγμα και νέα θύματα των αμείλικτων ηθικών νόμων, θα χαθούμε μέσα από τους ίδιους τρόπους που νομίζουμε πως ζούμε. Η μηχανική θα μας αμερικανοποιήσει εντελώς, η πρόοδος θα κάνει να ατροφήσει σε τέτοιο βαθμό το διανοητικό κομμάτι μέσα μας, ώστε τίποτα ανάμεσα στις αιμοχαρείς, ιερόσυλες ή τις παρά φύσιν ονειροπολήσεις των ουτοπιστών δεν θα μπορεί να συγκριθεί με αυτά τα χειροπιαστά αποτελέσματα. Ρωτώ κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο να μου καταδείξει τι εξακολουθεί να υφίσταται από τη ζωή. Σε ό,τι αφορά τη θρησκεία, μου φαίνεται μάταιο να μιλήσει και να ψάξει κανείς για τα απομεινάρια της, αφού το να κάνει κάποιος τον κόπο να αρνηθεί τον Θεό είναι το μόνο σκάνδαλο σε ανάλογα θέματα. Η ιδιοκτησία εξαφανίστηκε φαινομενικώς με την κατάργηση του δικαιώματος των πρωτοτοκίων· όμως θα έρθει η εποχή που η ανθρωπότητα, σαν τέρας τιμωρό, θα αρπάξει, μέσα από τα χέρια όσων πιστέψουν πως είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι των επαναστάσεων, το τελευταίο κομμάτι τους. Αλλά ούτε και αυτό θα είναι χειρότερο κακό.
Η ανθρώπινη φαντασία μπορεί να συλλάβει, χωρίς μεγάλο κόπο, «δημοκρατίες» ή άλλα είδη κοινοτικών κρατών, άξιων μιας ορισμένης δόξας, με την προϋπόθεση να διοικούνται από ανθρώπους εστεμμένους ή από μερικούς αριστοκράτες. Αλλά δεν είναι τόσο μέσα από τους πολιτικούς θεσμούς που θα εκδηλωθεί η παγκόσμια καταστροφή ή η παγκόσμια πρόοδος −διότι το πώς θα την ονομάσουμε ελάχιστα ενδιαφέρει−, όσο μέσα από την εξαχρείωση των καρδιών. Έχει κανένα νόημα να πω ότι το ελάχιστο του πολιτικού που θα επιβιώσει θα μάχεται αξιοθρήνητα στις αγκάλες της γενικής ζωικότητας και ότι οι κυβερνώντες θα αναγκαστούν, προκειμένου να διατηρηθούν στην εξουσία και να δημιουργήσουν μιαν επίφαση τάξης, να ανατρέξουν σε μέσα που θα έκαναν ακόμη και τον τόσο σκληρόπετσο, τρέχοντα ανθρωπισμό μας να ανατριχιάσει; − Τότε, ο γιος θα φεύγει από την οικογένεια, όχι στα δεκαοχτώ, αλλά στα δώδεκα, χειραφετημένος από την άπληστη πρωιμότητά του· και θα φεύγει, όχι πλέον σε αναζήτηση ηρωικών περιπετειών, όχι για να απελευθερώσει μιαν αιχμάλωτη καλλονή σε κάποιον πύργο, όχι για να απαθανατίσει ένα παράπηγμα μέσα από εξαίσιους στοχασμούς, αλλά για να ιδρύσει ένα εμπορικό, για να πλουτίσει και για να ανταγωνιστεί τον βδελυρό μπαμπάκα του − ιδρυτή και μέτοχο μια εφημερίδας που θα διαδώσει τα Φώτα και θα έκανε τον αλήστου μνήμης Αιώνα[1] να φαίνεται σαν σκεύος δεισιδαιμονίας. Τότε οι ανέστιες, οι εκπεσούσες, οι γυναίκες που είχαν καμπόσους εραστές, και που άλλοτε προσφωνούσαμε Αγγέλους, εξαιτίας και χάριν της ανοησίας που λάμπει, φως της τύχης, στο έλλογο κομμάτι της ύπαρξής τους όπως λάμπει το Κακό − λοιπόν, εκείνες τότε, λέω, δεν θα είναι τίποτε άλλο πια παρά αμείλικτη σοφία, σοφία που θα καταδικάσει τα πάντα, εκτός από το χρήμα, τα πάντα, ακόμα και τις πλάνες των αισθήσεων! Τότε εκείνο που θα προσομοιάζει στην αρετή −τι λέω!− το κάθε τι που δεν θα κλίνει από απληστία προς τον Πλούτο[2] θα εκλαμβάνεται ως κάτι το απροσμέτρητα γελοίο. Η δικαιοσύνη, εάν βέβαια θα είναι δυνατόν, εκείνη την πανευδαίμονα εποχή, να υπάρχει δικαιοσύνη, θα στερήσει το δικαίωμα του πολίτη από όσους δεν ευδόκησαν με κάποιον τρόπο να πλουτίσουν. Η σύζυγός σου, ω Μπουρζουά!, το σεμνό σου έτερον ήμισυ, που το νόμιμο στεφάνι της είναι η μόνη ποίηση της ζωής σου, εισάγοντας στο εξής μιαν άμεμπτη αισχρότητα στη νομιμότητα, φύλακας άγρυπνος και ερωτευμένος του χρηματοκιβωτίου σου, δεν θα είναι πια παρά το τέλειο ιδανικό της συντηρούμενης γυναίκας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κυριάκος Δημητρίου, «Το Κώμα», εκδ. Πορεία, 2017 (γράφει η Πηνελόπη Στράτη)

`

Η συνείδηση σε νεκρική ακαμψία

Ο στοχαστικός λυρισμός της αφηγηματικής φωνής, χαρακτηριστικός στα βιβλία του Κυριάκου Δημητρίου, στη νουβέλα “Το Κώμα” γίνεται τραγικός, σπαρακτικός. Το κώμα είναι ο ολοκληρωτικός εγκλωβισμός του ανθρώπου σε μια ιδεολογία, η παγίδευση σε μια σκέψη, η περιχαράκωση σε ερεβώδεις εμμονές, η παράδοση σε ζοφερές δυνάμεις. Η αφηγηματική φωνή διερευνά τη δύναμη του καλού και του κακού, του φωτός και της σκιάς, του αγγελικού και του δαιμονικού. Πώς υφαίνεται το ένα στοιχείο εντός του άλλου σε έναν αλλόκοτο ιστό; Πώς οιστρηλατούν τον άνθρωπο; Γιατί τυλίγεται στον ιστό τους; Τι πιθανότητες απεγκλωβισμού έχει;

Η εισαγωγική ενότητα δίνει το στίγμα ολόκληρης της νουβέλας. Εκτυλίσσεται στο μυαλό του αφηγητή που βρίσκεται σε κωματώδη νεκρική ακαμψία, για τον οποίο οι γιατροί θεωρούν την ευθανασία ως την ενδεδειγμένη λύση.

“Μάης του 1942. Είμαι ο Λέναρντ Μάισνερ, με αριθμό ταυτότητας Τ4121055, ετών τριάντα εννέα. Νοσηλεύομαι στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Μονάχου. Βρισκόμουν στο εργαστήριό μου, όταν ξαφνικά έχασα τις αισθήσεις μου. […] Είμαι νεκρός, ζωντανός, δεν ξέρω… Εικάζω -μονάχα αυτό είμαι σε θέση να κάνω- πως είμαι ζωντανός. Γιατί πιστεύω πως άμα πεθάνει κάποιος, χάνονται κι οι αισθήσεις του. Το σώμα είναι ο φορέας της μνήμης -από πού να πιαστεί η μνήμη για να μην γκρεμοτσακιστεί στο χάος; Αυτό υπαγορεύει η ψυχρή επιστημονική λογική. […] Αδυνατώ νʼ ανοίξω τα μάτια μου, νʼ ανοίξω το στόμα μου και να φωνάξω «δεν είμαι κλινικά νεκρός», να μην εμμένουν σʼ αυτήν την τραγική πλάνη, την ανυπόστατη υπόθεση -είμαι σε μια απόλυτα τρομακτική κατάσταση, βρίσκομαι σε κώμα. Ωστόσο, παραδόξως, η συνείδησή μου αφυπνίζεται κατά διαστήματα και κάποιες από τις αισθήσεις μου επικοινωνούν με το αόρατο, αναζητούν διέξοδο απʼ αυτή τη φυλακή, ξετρυπώνουν από τον μανδύα του σκοταδιού κι ανασκιρτούν στις ρωγμές του χρόνου σαν πυγολαμπίδες.[…] Όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, φοβάμαι πολύ, δηλαδή φοβάμαι κάτι χειρότερο από τον ίδιο τον θάνατο. Αν οι νεκροί είναι καταδικασμένοι να ζουν παντοτινά τον θάνατό τους; Αν (τι ανείπωτη φρίκη!) […] παραμένουν -νεκροζώντανοι- δεσμώτες στο αποσκελετωμένο πτώμα, με το μυαλό, την ψυχή και τη μνήμη σε συνεχή επαγρύπνηση;” (σελ. 9-11).

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Μιαν ιστορία χωρίς σκοπό» (εφ. “Έθνος”, 19.10.1919, σ.1) [επιμέλεια- επίμετρο: Μιχάλης Γελασάκης]

`

Ήταν ακριβώς η βραδιά που του είχαν φέρει τις τελευταίες διορθώσεις – μια απʼ τις τελευταίες βραδιές του καλοκαιριού: ο ήλιος είχε δύσει, όλος δόξα, και τα παράθυρα των μακρινών σπιτιών έφεγγαν ακόμα, φλογερά, σα σιωπηλές πυρκαϊές.
Το δωμάτιο, τώρα, κολυμπούσε όλο σε μια θολή, μελαγχολικήν ατμοσφαίρα.
Πέρα, ένα κοπάδι αρνιά περνούσε.
Ήταν ακουμπισμένος στο παράθυρο, με το μέτωπο και τη μύτη κολλημένη στο τζάμι, και κοίταζε όξω• η αναπνοή του θάμπωνε το γυαλί, και είχε τα μάτια επίμονα βυθισμένα μακριά…
Μες στο δωμάτιο, απάνω στο γραφείο, ήταν απλωμένες προσεχτικά οι τελευταίες διορθώσεις του βιβλίου – ένα μάτσο χαρτιά, νωπά και υγρά, φερμένα απʼ το τυπογραφείο.
Ο υπηρέτης μπήκε κι έφερε τη λάμπα με το μεγάλο αμπαζούρ και την άφησε αριστερά, απάνω στο γραφείο, ύστερα έκλεισε την πόρτα, στις μύτες των ποδιών.
Τότε γύρισε μέσα, κάθισε πάλι μπροστά στο γραφείο, κι άρχισε να εργάζεται.
Το ρολόι χτύπησε εφτά και μισή• ο ουρανός ακόμα ήταν καθαρός, και τα πρώτα άστρα έσκαζαν εδώ εκεί, ξαφνικά• σʼ ένα τέταρτο, όλʼ οι αστερισμοί είχαν φανεί – μια Μεγάλη Άρκτος γερμένη λοξά, μες στα βαθυκύανα πλάτη, μια Λύρα με σχήμα ρόμβου, ένας Κύκνος σταυρός – ένα πλήθος χρυσά γεωμετρικά συμπλέγματα, σιωπηλά και μυστηριώδη. Ο ουρανός είχε γεμίσει άστρα. Μια υγρασία διαπεραστική ανέβαινε απʼ τον κήπο, σα μια μακρινή φθινοπωρινή ανατριχίλα• δυο μέρες στη σειρά έβρεχε και μόλις απόψε ο ουρανός, προς τη δύση, είχε ανοίξει μαγικά, σα σκηνογραφία θεάτρου που αλλάζει…

***

Από μικρό παιδί έδειχνε μιαν εξαιρετική πρωιμότητα, και μια τέτοιαν καθαρή τάσην ιδεολογίας και μυστικισμού, που οι γονείς του είχαν τρομάξει και τον είχαν κλείσει έναν καιρό σε μια σχολήν ιερατική – σιγά σιγά, όμως, αυτές οι πρώτες υστερικές τάσεις υποχωρούσαν σε μιαν έντονη διανοητικότητα, ένα πνεύμα διεισδυτικό, βαθύ και στοχαστικό, που, ακονιζόμενο αδιάκοπα κι εκλεπτυνόμενο από τη μελέτη, άρχιζε να παίρνει καθαρά το δρόμο της μεγαλοφυΐας.
Το πλατύ του μέτωπο, με δυο μεγάλους όγκους μπροστά, ακουμπισμένο απάνω σε σταχτιά πράσινα μάτια, εξαιρετικώς διαυγή, γαλήνια και μεγάλα, σαν ήσυχες λίμνες, στεφανωμένο από πάνω μʼ ένα κύμα μαύρων μαλλιών, που κατρακυλούσαν λοξά, σα μπουκέτο, θύμιζε το ατάραχο, σιωπηλό και θεϊκό μέτωπο του Γκέτε, του Γκέτε της τελευταίας εποχής, όπως μας τον δείχνουν κάποια πορτρέτα, ή, ίσως, το μέτωπο του Μπετόβεν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Λυμπουρής, “Επιβάτες φορτηγών” (γράφει η Μαριάννα Παφίτη)


Επιβάτες φορτηγών, Μυθιστόρημα, Κώστας Λυμπουρής, Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός, 2017


«Αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο»

«All wars are fought twice, the first time on the battlefield, the second time in memory».
«Η έκβαση όλων των πολέμων κρίνεται δυο φορές, την πρώτη φορά στο πεδίο της μάχης, τη δεύτερη φορά στο πεδίο της μνήμης» (Viet Thanh Nguyen).

Η κυπριακή λογοτεχνία, μετά την τουρκική εισβολή του 1974, παρουσιάζει μια σταθερή προσήλωση στη μνήμη και ανάκληση της βίαιης εισόδου των τούρκικων στρατευμάτων στο νησί και της, επίσης, βίαιης κατάληψης του βόρειου τμήματός του, έστω αν η εποχή της επιθυμητής δικοινοτικής λύσης δεν αντέχει την ιστορική πραγματικότητα της βίας και θέλει να καταστείλει την ανάμνησή της – δε νομίζω κανείς να μην αντιλαμβάνεται, πλέον, πως βίαιη συμπεριφορά εξεδήλωσαν και οι δύο κοινότητες. Η αλήθεια είναι πως η λογοτεχνική αυτή προσήλωση θεωρήθηκε, πολλάκις, έως στείρα και άγονη αναπαραγωγή μιας ιστορικής πραγματικότητας που πρέπει η λογοτεχνική συνείδηση να ξεπεράσει, να προσπεράσει, να καταστείλει, να καταπιέσει ή, ακόμη καλύτερα, να ξεχάσει.

Δε ξεκίνησα το κείμενό μου με ένα τυχαίο παράθεμα. Οι Επιβάτες Φορτηγών προϋποθέτουν τον πόλεμο του 1974, ο Κώστας Λυμπουρής τον έχει ζήσει, ο ομοδιηγητικός αφηγητής του μυθιστορήματος τον έχει, επίσης, ζήσει, η έκβαση της τουρκικής εισβολής είναι γνωστή σε όλους. Η έκβαση του οδυνηρού ταξιδιού της μνήμης είναι αυτή που ενδιαφέρει τον αναγνώστη του μυθιστορήματος του Κώστα Λυμπουρή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαρία Κατσαμπέλα, “Ένα απόγευμα”

Εκεί που με έπαιρνε γλυκά ο ύπνος χτύπησε ξαφνικά το τηλέφωνο. Ήταν η κολλητή μου. «Τι λες, πάμε για καφέ;», μου είπε. «Βαριέμαι, άστο για άλλη φορά», της απάντησα και το έκλεισα. Όμως ο ύπνος μού έφυγε. Έτσι σηκώθηκα, ντύθηκα και βγήκα για μια βόλτα.
Περιπλανιόμουν στην πόλη και ξαφνικά εμφανίστηκαν σύννεφα στον ουρανό, που ήταν λες κι έπαιζαν κυνηγητό. Έπιασε βροχή. Εγώ ήμουν χωρίς ομπρέλα φυσικά, όταν ξεκίνησα είχε ήλιο. Τρέχοντας για να μην γίνω μούσκεμα, με την τσάντα στο κεφάλι να βρω κάπου να προφυλαχτώ, έπεσα πάνω σε έναν τύπο. Προσφέρθηκε να με βάλει κι εμένα κάτω απʼ την ομπρέλα του για να μην γίνω μούσκεμα. Φυσικά και δέχθηκα. Με κράτησε αγκαζέ για να χωρέσουμε και οι δύο.
Η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα, ώρα για έναν απογευματινό καφέ. Μου το πρότεινε κι εγώ δεν αρνήθηκα. Στο καφέ τον κοίταξα καλύτερα και υποσχέθηκα να πω ένα ευχαριστώ στην κολλητή μου που με ξύπνησε. Μου συστήθηκε Παύλος. «Εγώ είμαι η Ελένη. Χάρηκα», του είπα. Ήταν ψηλός, με γένια λίγων ημερών και σωστές αναλογίες στο σώμα. Μου φάνηκε θεός. Χάθηκα στα μάτια του. Γαλανά σαν τη θάλασσα, με ταξίδευαν. Αρχίσαμε να μιλάμε κι απʼ το μυαλό μου περνούσαν διάφορες ανομολόγητες σκέψεις. Ήμουν μεγαλύτερή του αρκετά, αυτός γύρω στα σαράντα και εγώ πενηνταφεύγα. Δεν με ένοιαζε, κοιτούσα να αρπάξω τις στιγμές. «Ένα λαχείο μου έκατσε, έστω για καφέ, να το αφήσω να πάει χαμένο;» σκέφτηκα.
Τον είδα ότι με γλυκοκοίταζε. Ο καφές έγινε ποτό κι όχι ένα, αλλά πολλά. Πέρασε η ώρα, βράδιασε, παραλίγο να κλείσουμε οκτάωρο στο καφέ. Μου πρότεινε να περπατήσουμε. Δέχθηκα. Χαθήκαμε στα στενά της πόλης. Με πήγαινε αυτός κι εγώ ακολουθούσα. Ξαφνικά σταμάτησε μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. «Θες να ανέβουμε για ένα ποτό στο γραφείο μου;» ρώτησε με νόημα. Τόσες ώρες μαζί του και δεν είχα μάθει με τι ασχολείται. Πήραμε το ασανσέρ. Ήμουν περίεργη πλέον να δω τι δουλειά έκανε. Έξω από την πόρτα του γραφείου του έγραφε: Παύλος Λέκκας, Ψυχίατρος.

Διαβάστε περισσότερα