`
Κείμενα μεγάλα ή μικρά, συνεντεύξεις, σκέψεις σημειωμένες στο περιθώριο ενός τετραδίου, της θεατρικής συγγραφέως Λούλας Αναγνωστάκη. Μια διαδρομή σαράντα χρόνων στο θέατρο, με δέκα θεατρικά έργα-σταθμούς που αποτελούν ένα διαρκές παρόν, συνιστά μια διαδρομή που εκ των πραγμάτων μεταβάλλεται σε μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Είτε πρόκειται για κείμενα γραμμένα από την ίδια τη συγγραφέα είτε άλλοι έχουν καταγράψει τη σκέψη της όπως η ίδια τούς την έχει εξομολογηθεί, σε όλα καιροφυλακτεί η έκπληξη, η ανατροπή, η λοξή ματιά. Μια στάση ζωής που ναρκοθετεί ως τη διάλυση την οικεία καθημερινότητα και αναδεικνύει την ποίηση περιθωριακών προσώπων και μορφών ζωής.
`
***************************************************
`

`

Η Λούλα Αναγνωστάκη με δέχτηκε στο σπίτι της. Στην πλατεία Κολωνακίου. Η πρώτη σεκάνς, όπως ήδη σας το ανέφερα, ήταν προτού προλάβει να φορέσει τα γυαλιά. Στη δεύτερη σεκάνς, με τα γυαλιά πλέον, ζήτησε συγγνώμη που δεν σηκώθηκε να με υποδεχτεί και ξεκίνησε η συζήτησή μας.

Είστε πάντα μια γοητευτική γυναίκα, κυρία Αναγνωστάκη. «Οχι, είμαι μια ηλικιωμένη γυναίκα. Τι μου λέτε τώρα; Τα χρόνια περνάνε. Μας αλλάζουν. Ηταν και αυτή η αρρώστια μου… Ξέρετε, θα σας βασανίσω με τη συνέντευξη. Μιλάω αργά».

Δεν πειράζει που μιλάτε αργά. Ομορφος είναι ο χώρος σας... «Είναι και πολλές φωτογραφίες… Κι εδώ. Κι εκεί, απέναντι… Ο Γιώργος… Ο Θανάσης… Ο Μανόλης… Εδώ είμαι εγώ. Αυτή απέναντι είναι η αφίσα. Την έφτιαξε ο Κραουνάκης και μου την έφερε. Εκαναν κάτι για μένα· ένα αφιέρωμα. Η φωτογραφία μου είναι από τα παλιά… Αλήθεια λέτε ότι σας αρέσει ο χώρος;».

Ναι. Και επειδή έτσι ήρθαν τα πράγματα και σας βρήκα χωρίς γυαλιά, θα τολμήσω να σας ρωτήσω, γιατί τα φοράτε πάντα; Θέλετε να είστε ινκόγκνιτο; «Ινκόγκνιτο, ναι, αλλά όχι από ιδιοτροπία. Ετσι το έκανα κάποιες φορές και μετά έμεινε».

Ησασταν πάντα κομψή. «Δεν ξέρω αν ήμουν κομψή, αλλά μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ η εμφάνισή μου. Τώρα δεν μ’ ενδιαφέρει. Τώρα προτιμώ να μη με βλέπουν».

Διαλέγατε πολύ ωραία ρούχα. «Είχα πάντα ένα ή δύο πολύ ωραία, που τα πρόσεχα πάρα πολύ. Αυτά ήταν εξαιρετικά. Τα υπόλοιπα ήταν πρόχειρα. Αλλά όλα ήταν απλά».

Τα χρώματά τους; «Μπλε ρουά, μπλε σκούρα. Μαύρα. Γκρίζα».

Φορούσατε και καπέλα; «Ναι, στο ίδιο χρώμα».

Η εμφάνισή σας είχε μια θεατρικότητα. «Η ζωή μου είχε μια θεατρικότητα· αλλά δεν τη σκηνοθετούσα. Ετσι ήταν».

Μου είχατε πει να μην κουβεντιάζω με τον αγαπημένο μου δύσκολα θέματα ψυχής. Μόνο τα ανάλαφρα να του λέω... «Εγώ σας τα είπα αυτά; Εντύπωση μου κάνει· δεν τα θυμάμαι… Σας αρέσουν τα τριαντάφυλλά μου;».

Ναι. Η ζωή σας σε ένα σπίτι με πολλά λουλούδια. «Ναι, τότε πάντα με λουλούδια. Τριαντάφυλλα».

Τότε; Ο Χειμωνάς σάς τα πρόσφερε; «Ναι, τριαντάφυλλα κόκκινα».

Γι’ αυτό τα αγαπάτε; «Μάλλον μου τα πρόσφερε επειδή τα αγαπούσα εγώ. Μου αρέσει το κόκκινο, αλλά να είναι φιλοσοφημένο. Να είναι βαθύ, να λέει πράγματα. Οχι το οποιοδήποτε κόκκινο».

Ο έρωτας είναι καθημερινότητα; «Οταν δεν έχει ένταση…».

Και στην αρχή; «Αυτό είναι άλλο».

Καθημερινότητα δύσκολη, φαντάζομαι, με τον Χειμωνά. «Αυτό είναι τρομερά δύσκολο».

Αλλά και πολύ γοητευτικό; «Πολύ».

Εχετε ζήσει πράγματα που άλλοι ούτε τα έχουν σκεφτεί. «Ναι, αυτό είναι αλήθεια».

Δυνατές στιγμές και έντονες καταστάσεις; «Ναι, αλλά δεν θέλω να μιλήσω. Αρκούσε και μόνο να ζει κανείς με τον Χειμωνά. Αυτό τα λέει όλα. Ο Γιώργος είχε πάντα μεγάλη ένταση».


Εσείς με το μεταξωτό σας φόρεμα κι εκείνος ντυμένος στα μαύρα; «Και στα άσπρα. Και είχε τρομερό ρυθμό».

Ο Χειμωνάς είχε παράπονα από εσάς; «Ηταν τόσο ψεύτης που δεν ξέρω».

Εχουν μια γοητεία οι άνδρες που λένε ψέματα; «Οχι. Οταν λένε ψέματα, τους καταλαβαίνεις. Ο Γιώργος δεν ήταν έτσι. Δεν έλεγε ψέματα. Είναι άλλο να λες ψέματα και άλλο να είσαι ψεύτης. Ο Γιώργος ήταν ψεύτης. Ηταν έτσι φτιαγμένος. Αυτό έχει μια γοητεία».

Νομίζω ότι σας αγαπούσε υπερβολικά. «Δεν ξέρω. Υπερβολικά ή καθόλου».

Σας απήγγελλε και ποιήματα; «Ναι, πολύ ωραία ποιήματα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε και πόσο ωραία τα διάβαζε. Καταπληκτικά!».

Η εικόνα που έχω είναι ενός ερμητικά κλειστού ανθρώπου, που ήταν συγχρόνως ανεμοστρόβιλος. Και σας είχε πάρει μέσα. Σωστή είναι; «Ναι, ναι. Σωστή. Ηταν ανεμοστρόβιλος».

Αυτό λίγο τυφλώνει; «Ναι, αλλά όταν είναι πολλά χρόνια… Κάποια στιγμή, ανοίγεις τα μάτια και βλέπεις».

Εχετε ενοχές για κάτι; «Οχι, δεν έχω ενοχές. Είχα πριν από χρόνια πολλές, μετά το σκέφτηκα καλά, και δεν έχω».

.

Ερωτικές επιστολές στον Χειμωνά γράφατε; «Ναι, αλλά αυτό είναι άλλο. Και όταν θύμωνα, τις έγραφα και μετά τις έσκιζα και του τις άφηνα σκισμένες. Τις έσκιζα με οργή. Αυτό μοιάζει να είναι αστείο, αλλά είναι αλήθεια».

Μου αρέσει που είμαστε μαζί. «Κι εμένα μου αρέσει».

Και είναι και τιμή μου. «Δεν είναι τιμή. Σας δέχτηκα επειδή πάντα σας εκτιμούσα. Πάρτε ένα σοκολατάκι! Τα σοκολατάκια είναι τα αγαπημένα μου, γιατί είναι μικρά. Μπορώ να τα φάω όλα αυτά έως το βράδυ».

Ευχαριστώ. Παλιά δεν θέλατε να δώσετε συνεντεύξεις. «Δεν έδινα, γιατί ρωτούσαν πολλά, έπρεπε να πω πολλά, να απαντήσω σε ορισμένα πράγματα που δεν ήθελα. Ενώ τώρα, όταν δεν θέλω να πω κάτι, το ρίχνω αλλού, απαντάω άλλα σε αυτά που με ρωτάνε και είμαι εντάξει. Βρίσκω δικαιολογίες».

Από το θέατρο τι σας συγκινούσε; «Από αυτά που έχω ζήσει εγώ; Υπήρξαν τέτοιες στιγμές, αλλά τελείωσαν. Δεν θυμάμαι».

Αποκλείεται να μη θυμάστε κάτι... «Θα σας πω. Οσες φορές τραγουδούσα τον “Ουρανό κατακόκκινο” (σ.σ.: Την Τρίτη Διεθνή, με την οποία έκλεινε το έργο). Με συγκινούσε πάρα πολύ αυτό το τραγούδι, και το τραγουδούσα σπίτι. Μόνη μου, σαν να ήμουν μπροστά σε κόσμο· και μετά συγκινιόμουν. Δεν τολμούσα, όμως, να το τραγουδήσω στο θέατρο. Μου έλεγαν να το πω, αλλά ντρεπόμουν. Εχω ζήσει ωραίες στιγμές με το θέατρο, αλλά όχι μέσα στο υπόγειο του Κουν. Τις έζησα έξω, με ηθοποιούς που έκανα παρέα και καταλάβαιναν πολύ αυτό το τραγούδι που σας λέω. Ο Κουν έλεγε “Τι τα βάζεις τώρα τα τραγούδια;” – δεν τα ήθελε καθόλου, κυρίως τα επαναστατικά. Μετά, σιγά σιγά, δέχτηκε να τα βάζω. Τον έπεισα».

Είχατε μπλέξει με δύσκολους· Χειμωνά, Κουν... «Πολύ. Δεν θέλεις τίποτ’ άλλο».

Παρακολουθούσατε τις πρόβες; «Στον Κουν πάντα. Και πολλές φορές όλη τη διαδικασία παραγωγής, από την αρχή έως το τέλος. Ηταν μεγάλο το ενδιαφέρον. Αν κάτι έβλεπα που ήθελα να το πω, το έλεγα στον Κουν, χωρίς να είναι μπροστά οι ηθοποιοί. Τους σκεπτόμουν πολύ έτσι όπως πάλευαν. Και ο Κουν φώναζε».

* Αποσπάσματα από τη συνέντευξη στην Σόνια Ζαχαράτου η οποία δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 10 Απριλίου 2016