Γέμισμα
Αιμοδοτώ,
ποτέ κυριολεκτικά,
πάντα με τη σκέψη.
Παθαίνουν οι άνθρωποί μου
δίχως να ματώσω.
Γιατί αρέσκομαι
να παρακολουθώ τη σύριγγα πώς να γεμίζει,
τη μποτίλια που ασφυκτιά έτσι,
κάθε μέρα στο γέμισμα…
Προχωράμε ανηφορικά,
ξέχειλα τα αισθήματα,
οι καρδιές ανυπότακτες, έτσι κι αλλιώς.
Στο δρόμο επαναστατεί το άνθος.
Βγαίνει στην πέτρα,
μας χαιρετά εμπιστευτικά!
Γεια σας, υπέροχα λουλούδια!
Μην ανησυχείτε,
η ορθογραφία των ονομάτων σας μόνο κινδυνεύει.
Εσείς βρίσκετε το τέλος σας,
πριν ανακτήσετε οποιαδήποτε μάταιη σκέψη.
Η δική σας πληγή δεν πονάει,
γιατί συνοδεύει τις ξένες πληγές
εργαζόμενη σκληρά.
Και το άρωμά σας
ω, είναι τόσο μαγικό, φίνο!
Περνά, διαβαίνει,
φωτά στα πρόσωπα, οικεία ζέστη,
μέσα στην σκιερή ευθύνη τους
να γεμίσουν το πλάνο
κι ύστερα να το αφήσουν
κενό,
όμορφο κι αιθέριο να μοσχοβολάει
ανθρώπινη απουσία.
*
Βίβα λοιπόν!
Απ’ όταν έπεσ’ απ’ τις σκάλες, Σαν να ’βγαλε φτερά
Την είδα, μού ’πε μην τρομάξεις Που Είχε στα πόδια της σημάδια μπλάβα.
Γέλαγε με το πάθημά της γελούσαμε κι έκλαιγα μέσα μου
Λέω σκληρή ζωή έτσι πώς μού είσαι;
Ρίχνεις τα κορίτσια από τα επικίνδυνα σκαλιά
Εκεί όπου και οι χορευτές προσέχουν να μην πατήσουν τη σκιά τους
Και παρατάς λεηλατημένους όλους τους ανήμπορους που σε αγάπησαν.
Σβήνω από τα ημερολόγια τις ημέρες που ζήσαμε Σαν να μην τις κατέχουμε
Γιατί σύμφωνα με την οικονομία το εδώ και το τώρα μετράει
Κι ένα συννεφιασμένο μέλλον ποιος το υπολογίζει Όταν δεν έρχεται ποτέ;
Και ποτέ δεν πρόκειται να έρθει.
Αναρωτιέμαι αν ζήσαμε κάποτε μαζί, αν ήμουν εκεί στη γέννησή της
Αν μου μίλησε και γνωριστήκαμε συζητώντας..
Σκέψου πως όλοι τελικά θα πέσουμε Αν όχι από τις σκάλες
Σίγουρα από το βάθρο από το οποίο κοιτάμε τον κόσμο.
Και θα ’ναι η πτώση μας Η προσωπική λύτρωση του καθενός.
Στους άλλους θα φαντάζει η ήττα μας σαν Το κάστρο μας που θα φλέγεται.
Μα εμείς θα γελάμε μέσα μας κι ας θα σιχτιρίζουμε
Η Αδημονία του τέλους Θα έχει τερματιστεί
Ανέλπιστα χαρούμενο το πρόσωπό μας
που θα κομματιάζεται Ανάμεσα στις ιδέες της πρόοδου
Και τις ανεξέλεγκτα σχεδιασμένες χορευτικές φιγούρες της καθόδου.
Ξέρω ότι δεν μπορεί να ειπωθεί αστειότερη ιστορία από στόμα που να φτάσει στ’ αυτιά μου όσο εκείνη η δική της
Όταν εναπόθετε τις ελπίδες μια Πιο χαρούμενης ζωής
Στα σκοτάδια της κατάπληξης του στερνού σκαλοπατιού.
Από εκεί θα πηδήξουμε όλοι
Ανέμελα για το μικρό του ύψος τάχα
Και το έρεβος θα φαντάζει τεράστιο δυσανάλογα Στο κάθε σίγουρο βήμα εμπρός.
Βίβα λοιπόν!
*
Ξέρει τι κάνει
Ξέρει τι κάνει:
Βυθίζεται στις θάλασσες,
στο πολύ διαφανές
για να πάρει όλα τα ονόματα,
και να βαφτίσει το χάος με το ανώνυμο γράμμα που του ταιριάζει.
Δε θα μιλήσει πάλι ποτέ με ήχους,
επτασφράγιστο το στόμα του, το ρέον.
Όχι από πείσμα σφίγγει τους σιαγόνες του, μα από αιωνιότητας απόφαση.
Στα ύστερα χρόνια που κανείς δεν θα τον θυμάται,
καθώς κι εκείνος δεν θα γνωρίζει κανέναν,
θ’ αναδυθεί πάλι από τη θάλασσα
γεμάτος ονόματα στα μάτια του: πέτρα, άμμος, ψάρι,
χέρι, χείλια, μαλλιά…
Κι ύστερα πάλι: σπίτι, μπαλκόνι, παράθυρο, τζάμι, γυαλί, χαρτί, φιλί, χάδι, αγάπη, χάος…
*
Ένα κάποιο άλμπουμ αθέατης αυθεντικότητας
Το χαμόγελο αποδοχής
-σφιχτά χειλάκια γελαστά ματάκια-
εκείνο που δίνουμε όταν
νομίζουμε ότι είμαστε καλοί αποδέκτες αθώων
και ανυπεράσπιστων πλασμάτων,
πάντα μου φαινόταν καταναγκαστικό,
σαρκώδες, ψευδές.
Μια αγάπη που να αντιστοιχεί στα δεδομένα του κόσμου.
Μόνο ματιές μπορώ να ξεχωρίζω
κι αυτό σπάνιο.
Όχι χαμόγελα, όχι σφιγμένες επετειακές χειραψίες.
Μέσα σε ένα άλμπουμ αθέατης αυθεντικότητας
θα έκλεινα μόνο μερικά αθέλητα γυρίσματα κεφαλής,
κάποιες σκόρπιες κουβέντες,
έστω ανέμελης αδιαφορίας,
ακόμα και τις νεκρές στιγμές του καλωδίου
που ανίκανο μυρμηγκιάζει από την απουσία πληροφορίας.
Πεισματικά θα στέκω απέναντι στη γενναιότητα,
απ’ όπου κι αν προέρχεται,
με κάποια μικροψυχία,
που κουβαλάει όμως,
την ένταση μιας ακρίβειας.
Ικανός θεωρούμαι
για παροχή ενός ποτηριού νερού,
μιας παρηγορητικής κίνησης
σκυμμένος πάνω από κάποιον βαρύ ώμο.
Μακρύ το ταξίδι στο σκαρί της αγάπης
δεν επιβιβάζεσαι εύκολα
ούτε καν μαντίλι δεν αξιώνεσαι να κουνήσεις,
όταν αυτό σαλπάρει άδειο
μα γεμάτο νεκρούς,
σε κουκέτες να κείτονται
απαλλαγμένοι από τα σκυλόψαρα της ξηράς
*
Τρέχω γρήγορα
Τρέχω γρήγορα
Σίγουρος ότι το σώμα μου θα με κρατήσει,
τρέχω να φιλήσω τα παιδιά μου.
Δεν έχω άλλον αμεσότερο τρόπο
να τους μιλήσω για την απώλεια.
Τρέχω να αποσπάσω κάποια από τις στιγμές τους
να την βουτήξω σε μία λανθάνουσα αιωνιότητα.
Να τα τρομάξω με τη σιωπή μου,
δίχως κραυγές να συναντήσω τα μαλακά τους μάγουλα.
Εκείνα θα το συλλάβουν
ως ένα μη προδοτικό φιλί ,
ώστε, ίσως μετά από καιρούς
να έρθουν και να μου το ανταποδώσουν εκεί,
στο μέτωπο
αποχαιρετώντας με;









