Οι νεραντζιές
“Troppa luce è di fuor, e troppo primavera”, πάσχιζε ν’ ακουστεί η φωνή μεσ’ απ’ τις γρατζουνιές στο πικάπ. Πρέπει να το μαζέψω κι αυτό.
Στο ταξί, που με έπαιρνε μακριά απ’ το κέντρο, με χτύπησε, απ’ το ανοιχτό παράθυρο, η μυρωδιά απ’ τις ανθισμένες νεραντζιές. Μου θύμισε άλλες χρονιές, ματαιώσεις, αλλαγές.
Τόσα χρόνια μακριά απ’ την πόλη αυτή, είχα ξεχάσει σχεδόν το άρωμα.
Έχει μιά πίκρα μέσα, σαν κι αυτή που δίνει μια μαύρη σκέψη, την ώρα της γλύκας του φιλιού.
Την τελευταία βραδιά, έκοψα ένα κλαράκι και το άφησα στο γνωστό σημείο. Δεν ξέρω αν ήταν εκεί το πρωί. Η αν μύριζε ακόμα. Είναι πολλές ώρες μιά ολόκληρη νύχτα.
“Δεν το πέταξα, το μύρισα και το άφησα”, είχες πει μιά φορά.
Θα μου λείψουν αυτές οι νερατζιές. Και να σκεφτείς, ότι κάποιοι θέλουν να τις μπολιάσουν. Πιο χρήσιμα τα λεμόνια, λένε.
Λες κι η μοσχοβολιά τους και μόνο δεν αρκεί.
Λες και δεν υπάρχει δικαίωση για κάτι που βγάζει καρπούς
κι αυτοί απλά ωριμάζουν
και πέφτουν.
Το φούλι
Δεν ήμουν σίγουρος αν ήθελα να πάρω φούλι. Κι ας μ’ άρεσε.
Θυμόμουν έντονα το άρωμα απ’ τα παιδικά καλοκαίρια.
Μα σπάνια το βρίσκεις πια, κι αν σου χαλάσει είναι διπλή η στεναχώρια.
Όταν το ‘φερα σπίτι τελικά και άνθισε, διαπίστωσα ότι ήταν απ’ τα μεγάλα, τα διπλά. Δεν το περίμενα. Διπλή και η χαρά λοιπόν.
Για λίγο καιρό μοσχοβολούσε απ’ το μπαλκόνι μέχρι τον κάτω όροφο. Η μυρωδιά με χτυπούσε, όπως έβαζα το κλειδί.
Μετά την ξαφνική μετακόμιση, ήταν το μόνο που πήρα μαζί μου.
Λυπήθηκα να το κλαδέψω, όταν έπρεπε… Λίγα φύλλα μείναν, κίτρινα.
Η άνοιξη πέρασε, έπιασαν οι ζέστες και κανένα σημάδι ζωής.
Να το κλαδέψω, έστω κι αργά, μήπως το σώσω;
Να το πετάξω;
Η να περιμένω, ακόμα, κάτι;
Η αρμπαρόριζα
Σ’ αφήνω αυτή την αρμπαρόριζα να με θυμάσαι,
είπα στο γείτονα.
Εξάλλου, δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο.
Κόβοντας ότι ήταν πια ξερό, είχαν απομείνει
λίγα ισχνά κλαριά,
σκελετωμένη παλάμη.
Τόσο λίγο χώμα που’χε μείνει στο γλαστράκι,
απορούσα πως κρατιόταν ακόμα ζωντανό.
Κι όμως, λίγους μήνες μετά την μετακόμιση,
μου’πε στο τηλέφωνο,
πως είχε φουντώσει
πάλι.
Συμβαίνει αυτό. Εκεί που δεν το περιμένεις.
Η δυσκολία είναι να κάνει κανείς υπομονή,
αντικρίζοντας τα ξεραμένα,
χωρίς πραγματικά
να ξέρει.









