Μαρία Λαγγουρέλη, Το Πρόγευμα του Χλιαρού
7Μαρ
ΠΡΟΓΕΥΜΑ

ΤΙΝΑΞΑ από πάνω μου τις τελείες, τα κόμματα, τα χρώματα. Τέντωσα τα μέλη μου και τα οστά τρίξανε σαν κιτρινισμένα φύλλα στο πάρκο κάτω απ’ τις πατούσες των περαστικών, τα βλέφαρα τρεμόπαιξαν στο πρόσωπο μου.
Άχνιζαν οι ανάσες αυτών που δεν ξαγρυπνούσαν, χορεύοντας αργό βάλς ολόγυρα μου καθώς τις διαπερνούσα σίγουρη ότι όπως πάντα ήταν βαθιά κοιμισμένοι και ξεμουδιασμένη απ’ το πατίκωμα μέσα στις σελίδες του παλιού βιβλίου κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Πριν την ανοίξω σταμάτησα να φορέσω τα ξυλοπάπουτσά μου-τέτοιαν ώρα πολλοί σκορπιοί θα σέρνονται έξω. Μυρωδιά κάστανου με καθήλωσε απ’ την κουζίνα και γύρισα σκανδαλισμένη πίσω μπρος όμως την όρεξη μου την έκοψε ένας ματωμένος μπαλτάς πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι. Ποιος ξέρει ποιο ον γεμιστό με κάστανα θα ‘ταν το μενού του δράκου μου απόψε ή αύριο.
Βγήκα ανατριχιασμένη έξω στο σκοτάδι, απηυδισμένη από εκείνες τις εικόνες που τρίβονταν τόσο καιρό πάνω μου. Πότε ένας τρίχινος χιτώνας, άλλοτε μια πορφύρα, η τήβεννος, τα χρυσά άμφια, τα κρινολίνα, τα γούνινα μανσόν ήταν μια ταλαιπωρία για το δέρμα μου. Το ‘χα καταφέρει επιτέλους να δραπετεύσω απ’ τα συμπόσια, ,τις σκέψεις, απ’ τα κυνήγια της αλεπούς, και κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τις νοτισμένες αλέες μιας πρωινής μονομαχίας, δρασκελώντας πτώματα διαμελισμένα από άρματα και βομβαρδισμούς, αποφεύγοντας τα γκρίζα κτίρια που είναι πάντα φόντο στις σχολικές φωτογραφίες μεγαλοφυών αποφοίτων, καθώς και τα μαύρα τραίνα με τις γυναίκες με το ένοχο βλέμμα στα παράθυρα των βαγονιών τους, γλεντώντας τη περιπλάνηση μου μέσα στις χρυσοσκαλισμένες μητροπόλεις, μέσα στις μπυραρίες με τους στρατιώτες και τις πόρνες, να φτάσω επιτέλους στην άκρη του κήπου, εκεί όπου βρισκότανε το πηγάδι. Το ‘χαν κλείσει με ντενεκεδένιο καπάκι και το ‘χαν κλειδώσει με λουκέτο για να μην κινδυνεύουν τα παιδιά, όπως τους κλειδώνουν όλα τα παράξενα, τα γλυκά, τα επικίνδυνα, τα βαθιά…














