Μετάφραση: Αγγελική Πορτοκάλογλου, Επιμέλεια: Βασίλης Λαλιώτης, Αυγή Σαράφη, εκδόσεις άπειρον, σειρά Τέχνη-Ποίηση, Λαγουδέρα, Αθήνα 2006

montero.jpg

Στον Γιώργο Μίχο που μας τον γνώρισε.


Βόλτα μαζί σου


Με τη βραδύτητα
από φώτα και ανέμους που ποτέ δεν γνώρισα,
μεγάλωσαν οι πλάτανοι
και τα παλιά σπίτια αυτών των δρόμων.
Πίσω απ΄τα μπαλκόνια τους έγιναν
γιορτές που δεν ήταν δικές μου,
πόλεμοι που δεν τους έζησα,
φιλοδοξίες που δεν με κυριάρχησαν,
θάνατοι που δεν ένιωσα.

Συναντά τον κόσμο και μιλά
μια ωραία γλώσσα που απαιτεί κόπο
να καταλάβω.

Και όμως
αυτή η πόλη είναι δική μου,
ανήκει στη ζωή μου όπως ένα λιμάνι στα πλοία του.

Αναμφίβολα είναι η μνήμη
κάποιων πεζογράφων και ενός ποιητή.

Και αναμφίβολα, επίσης, είναι η σημασία
της βόλτας μαζί σου,
του χεριού σου στο χέρι μου, και πάλι εφήβου,
του κεφαλιού σου στον ώμο μου,
της σιωπής σου στη δική μου.

Αμφίβολη αστική γεωγραφία

Δεν φαίνεται κάποιο τοπίο
μόνο η αποκαρδιωμένη και ξερή περιγραφή
ενός τοπίου.

Με τους τοίχους βρώμικους.
Με τη βαναυσότητα του ταριχευτή εδάφους
στις τρεις το απόγευμα.

Αυτόματα θυροτηλέφωνα
Παλιά μπαλκόνια, ονόματα καταστημάτων,
η ταβέρνα κλειστή.
Ο μήνας του Αυγούστου αδράχνει
τον ρεαλιστικό φακό και την απόσταση του,
ίδιος με περαστικό.

Μαδρίτη, δρόμος άδειος,
ανέκδοτο, από γυαλιά και επιγραφές,
από κρυφά ρολόγια.

Γιατί υπάρχει μια γωνία
στην οποία συνηθίζουν να συναντιούνται με τη μνήμη
με τη φαντασία

και τα ίχνη βυθίζονται
ώσπου να πατήσουν, δεν ξέρω, διστακτικά,
τη συνείδηση του χρόνου.

Σε μια βιτρίνα
χωράει ο χειμώνας, ρέουν τα φθινόπωρα
η άνοιξη κινεί

τους τροχούς του καλοκαιριού.
Είναι μια αίσθηση, μόνο μια στιγμή,
όμως υπάρχουν σκιές και ημέρες.

Για να βγεις απ΄το σινεμά,
για να μεγαλώσεις σε μια παλιά είσοδο,
για να βαρεθείς πολύ

ή να είσαι ευτυχισμένος και να δεις τον εαυτό σου
να επιστρέφει στο σπίτι απ΄το γυμνάσιο
ένα βροχερό απόγευμα.

Είναι η πόλη σου. Από νωρίς
περπατώ ώσπου να χαθώ στους δρόμους
της ξένης μνήμης.

Μια σκιά μες τη σκιά μου,
ξαναπερνά ο χρόνος σου και γίνεται δικός μου.
Μου συμβαίνει επίσης μερικές φορές

μετά από κάποιο ποίημα.
Μετατρέποντια σε δρόμους οι λέξεις
στη σκιά του χρόνου.

Αυτός ο χρόνος που μιλά τη γλώσσα μας,
αλλά μονάχα προφέρει τα ονόματά μας
με ξένη προφορά.

Ποιητική

luis-garcia-montero.jpg

Υπάρχουν και στιγμές που αφήνουμε
τις κουβέντες του έρωτα και τις σιωπές
για να μιλήσουμε για ποίηση.
Εσύ ξεκουράζεις τη φωνή στο παρελθόν
Και θυμάσαι τον τίτλο ενός βιβλίου,
την υπόθεση κάποιων στίχων,
τη νεανική νύχτα κάποιων τραγουδοποιών
τη σημασία που έχουν
ποιητές και σημαίες στη ζωή σου.
Εγώ σου μιλώ για κόμματα και κεφαλαία,
για εικόνες που περισσεύουν ή που λείπουν,
για την αναγκαιότητα να διατηρείς ένα ρυθμό
που να συγκρατεί την ιστορία,
όπως με τα χέρια που συγκρατούν
την υγρασία και τους τοίχους ενός πύργους από άμμο.
Και θυμάμαι επίσης κάποιους στίχους
κάποιες νύχτες που κόμματα και κεφαλαία,
μεταφορές και ρυθμοί,
ζέσταναν το σπίτι μου,
μου έκαναν συντροφιά,
ήξεραν να με πείσουν
με τη δική σου δύναμη αποπλάνησης.

Ξέρω οτι άλλοι ποιητές
ντύνονται ποιητές,
πηγαίνουν στα γραφεία της σιωπής,
διαχειρίζονται τις τράπεζες της αίγλης,
υπολογίζουν με ουσίες
το υπόλοιπο των εσωτερικών τουα αποθεμάτων
τους έμπιστους τους βασιλιάδες και θεούς
και την κολασμένη γλώσσα τους.

Μπορεί να έχουν ψυχή.
Εγώ συμβιβάζομαι να έχω εσένα/
εμένα μου αρκεί να έχω εσένα
και να έχω συνείδηση.

Η Αθανασία
Ποτέ δεν κράτησα θεούς
και ούτε ποτέ ένιωσα την ανηλεή
θέληση των ηρώων.
Για πολύ καιρό ήταν ελεύθερη
η καρέκλα του δικαστή μου
καιι δεν περίμενα κρίση
στην οποία να απολογηθώ για τις μέρες μου.

Αποφασισμένος να ζήσω, αναζήτησα τη σκιά
που ήταν ικανή να με φυλάξει τα καλοκαίρια
και την πυρά που ήταν διαθέσιμη
να παρασύρει το χειμώνα.
Πέρασα νύχτες επιφυλακής και σιωπής,
δε βιάστηκα,
άφησα τον τροχό των ετών να περάσει από μπροστά.
Ημουν πεπεισμένος
ότι η ύπαρξη δεν έχει υπέρβαση,
γιατί το φως είναι πάντα φευγαλέο
πάνω στο σκοτάδι,
μια λάμψη στο μέσο του κενού.

Και ξαφνικά στο δάσος πήραν φωτιά τα δέντρα
των επίμονων βλεμμάτων,
η θάλασσα απέκτησε χείλη από άμμο
σαν τις λέξεις που λέγονται σε μια γωνιά,
ο άνεμος άνοιξε τα χέρια του
και τα ξενοδοχεία τα δωμάτια τους.
Η γη φαινόταν πιο γυμνή από ποτέ,
γιατί η νύχτα ήταν,
όπως το κενό,
μια σκοτεινή λάμψη στο μέσω του φωτός.

Τότε κατάλαβα ότι η αθανασία
μπορεί να εισπραχθεί προκαταβολικά.
Μια αθανασία που δεν βρίσκεται
σε πλατείες με αγάλματα,
σε θρησκευτικά σύννεφα
ή στην πλαστικοποιημένη λογοτεχνική ματαιοδοξία,
που είναι γεμάτη ανθρωποκτόνες απολαύσεις
και ψίθυρους γύρο) από κοκτέιλ.
Άλλος είναι ο λόγος ύπαρξης μου. Ας μη με διαβάσει
όποιος δεν έχει δει ποτέ τη γη να σείεται
στο μέσο μιας αγκαλιάς.

Το κρυστάλλινο ποτήρι
που έβαλες ανάποδα πάνω στο τραπέζι,
κρατά φυλαγμένο ένα χρόνο χρυσό
Μου αρκεί η ζωή για να δικαιολογηθώ.
Κι όταν με καλέσουν για να δηλώσω τις πράξεις μου,
Ακόμα κι αν με ακούει μόνο μια άδεια καρέκλα,
Η φωνή μου θα είναι σταθερή.

Όχι γι’ αυτά που μου υπόσχεται ο θάνατος,
Αλλά για όλα εκείνα που δεν θα μπορεί να μου πάρει.

Ο θάνατος
Αν κάποια στιγμή τα ύδατα αποτραβηχτούν,
θα καταλάβω το κενό,
θα γνωρίσω το θάνατο χωρίς μεταμφιέσεις

Σαν ξερό χορτάρι,
φυλακισμένο στον καπνό των κεριών,
πολύ νωρίς μου αποκάλυψε τη μεταμφίεση του.
Δεν ξέρω, θα πρέπει να ‘ταν η χρονιά
του εβδομήντα έξι, ίσως του εβδομήντα επτά,
ένα απόγευμα παγερής σιωπής.
Ήταν τότε η Γρανάδα
η πόλη που αποκοιμιέται μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό,
οι λεύκες που πέφτουν στο χέρι ενός παιδιού,
το μονοπάτι που οδηγεί στο νεκρό ιερέα.

Και προχωρήσαμε, στη σειρά, κάτω απ’ τον ίσκιο,
συνειδήσεις υπό επιτήρηση,
μαθητές καθοδηγούμενοι να περάσουμε μπροστά από ένα πτώμα,
θυμάμαι πως ο θάνατος
ήταν μια φιλάργυρη εικόνα της ζωής,
χείλη από κερί και πέτρα εξαντλημένα από την προσευχή.

Τα στεφάνια των λουλουδιών,
ανάγκαζαν τη βιασύνη και το φόβο να σταθούν
στο μήνυμα των αισθημάτων.
Οι άχρηστες λέξεις είναι πορφυρά πέταλα
Οι μαθητές σου δεν θα σε ξεχάσουν ποτέ.

Έτσι έγινε και με μένα,
δε λησμόνησα ποτέ κείνη τη μέρα,
παγιδευμένος στον καπνό των κεριών
σαν ένα ξερό χορτάρι,
το επίσημο ξύλο στο φέρετρό του,
η θλιβερή λευκότητα του δέρματος
αυτή η εγκόσμια μεταμφίεση του θανάτου.

II
Κι όμως, τον ακαριαίο θάνατο, χωρίς μεταμφιέσεις,
δεν μπόρεσα να τον καταλάβω.
Ήμουν ανίκανος να προαισθανθώ το καιρό
που εγώ δεν θα υπήρχα πια
φήμη, τραγούδι, τραγωδία ή χαρά,
που η σιωπή δεν θα ‘ταν η δική μου σιωπή,
ούτε το πρωινό φως θα ήταν για τα μάτια μου,
ούτε η πόλη του Οκτώβρη
θα ‘ταν αυτό το κουρασμένο δέρμα από πουλιά και καπνούς
που ξεκουράζεται στο σώμα μου
και στα παράθυρα της κρεβατοκάμαρας.
Ο θάνατος είναι ένα κενό χωρίς παρελθόν,
ποτέ δεν είχα την ανάμνηση του τίποτα.

Είμαι έτοιμος να πω
πως μπαίνοντας η ανάμνηση σου
στον αόρατο ήλιο της τύχης μου,
ότιως βυθίζονται οι πόλεις μες στη νΰχτα
του χαμένου ταξιδευτή,
με ανάγκασες να καταλάβω την καταδίκη του χρόνου,
την εξαφάνιση,
αυτό το νυχτερινό φόβο
που έχουν τα μπουκάλια όταν απομένουν άδεια.

Ο θάνατος και ο έρωτας
είναι υποθέσεις του κορμιού,
διαφορετικά μονοπάτια
που οδηγούν σε παρόμοιους τόπους,
φάροι που μας καταδιώκουν αναζητώντας μια ημερομηνία
και μόλις φθάσουν μας αφαιρούν
τον έλεγχο στη δική μας ζωή.

Είναι η αιτία, η μοναδική,
να γευόμαστε την υποταγή σ’ ένα πόθο
που λικνίζει τις ώρες μας
σαν φώτα της στεριάς πάνω στη θάλασσα,,
η χρυσή αλυσίδα που υποτάσσει
το δέρμα μου σι η σκέψη.

Το νερό που ανέβηκε με την παλίρροια,
έφτιαξε μια λίμνη στο Νότο. Και εγκατέλειψα τα ονόματα,
τα δεκατρία γράμματα του επιθέτου μου,
αριθμούς τηλεφώνου σβησμένους στην άμμο,
κι ένα ρολόι,
εγώ που έζησα χωμένος σ’ ένα ρολόι,
από την πρώτη ατιγμή που κατέβηκα στο δρόμο.

Βρίσκονται εκεί, αναμνήσεις μεταμορφωμένες σε μια υποβρύχια κοιλάδα,
πάθη που βρήκαν καταφύγιο στη γαλήνη της ευτυχίας,
που δεν θα μπορέσουν να ζήσουν στην έρημο
αν κάποια μέρα αποτραβηχτούν τα ύδατα.

Θα καταλάβω το κενό,
θα γνωρίσω το θάνατο χωρίς μεταμφιέσεις,
αν κάποια μέρα αποτραβηχτούν τα ύδατα.

Ο Luis Garcia Montero γεννήθηκε στην Γρανάδα της Ισπανίας το 1958. Σπούδασε Ισπανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης, έχει δημοσιεύσει πολλές ποιητικές συλλογές μεταξύ των οποίων El jardin extranjero (1983,1989, βραβείο Adonais) και Habitaciones separadas (1994, Βραβείο Lοewe και Εθνικό Βραβείο Ποίησης). Έχει γράψει ακόμα δοκίμια, ένα βιβλίο αφηγηματικού στοχασμού πάνω στην παιδική ηλικά, ένα μυθιστόρημα και έχει διασκευάσει κλασικά έργα για το θέατρο.