abbraccio.bmp

Η ΑΓΚΑΛΙΑ
η άγκυρα του σώματος
φουνταρισμενη πολλές οργιές βαθιά
σε αγαπημένο στήθος
Η αγκαλιά
η πλημμυρίδα των χεριών
όταν ανοίγουν
αγανό σκοτάδι αμασχάλης
γύρω από γη παλιά
που ξέχασες
Η αγκαλιά
η νηνεμία της ανάσας
που ρέει αθόρυβη
και σ’ ακουμπά
σε αμοιβαία σάρκα
πλήρη


ΜΑΖΙ σου έμαθα απλότητα
έμαθα της φωνής σου τους καιρούς
τον ύπνο σου το μεσημέρι
έμαθα τη λήθη των κορμιών που αγκαλιάζονται
το αρχίνισμα της μέρας όταν γυρνάς στο σπίτι
την άφεση του στήθους που σε γνωρίζει ολόκληρο
Έμαθα την επάρκεια της παρουσίας
το εδώ του χρόνου
Μαζί σου έμαθα τον πόλεμο
έμαθα άμυνες και τακτικές
σιωπές αντίδοτα αλήθειας
σκληρή εξουσία
Έμαθα το άλλοθι των ευγενών προθέσεων
την έπαρση του δυνατού
εκδίκηση του νικημένου
Μαζί σου διδάχτηκα απώλεια
ενέργειες παραβατικές
και τιμωρία
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ κακός καιρός
βουίζει η συννεφιά στο τζάμι
Έξω ένας σκύλος γαβγίζει νυσταγμένα
από καθήκον μάλλον πρωινό
Μέσα ησυχία της κουζίνας
ψωμί με μέλι και καφές ζεστός
Η πόρτα του μπάνιου χτυπάει απαλά
βηματοδότης της αργίας
στην εταζέρα αφρός ξυρίσματος
βρεγμένο χνάρι του προσώπου στην πετσέτα
σταλαγματιά της βρύσης
Ο χώρος σε περιέχει ολόκληρο
κι εγώ συνωμοτώ στην κατοχή
στήνω παγίδες
Ανάβω τσιγάρο
σταματώ στην έκπληξη μιας ευτυχίας εύκολης
σε λίγο θα γυρίσεις
θα στρίψεις το κλειδί στην πόρτα
θα σηκώσεις τα μάτια σου πάνω μου
κι εγώ θα θριαμβεύσω
χωρίς να καταλάβεις

ΤΩΡΑ
Δυσκολεύομαι να σε τοποθετήσω
σε παρελθόντα χρόνο
Ωστόσο λείπεις
Μονάχα κάποια πράγματα σου επιζούν
με την αδιάφορη ειρωνεία των αντικειμένων
που μας νικάνε άφθαρτα
Κοιτώ τα έπιπλα
δεν συγκρατούν καμιά νοσταλγία
ακίνητη σκηνοθεσία του κενού
εν πλήρει τάξει
Βέβαια παλιώνουνε κι αυτά
μα έχουν προχωρήσει κιόλας στο τετελεσμένο
δε διακυβεύουν μέλλον
Μόνο εγώ ανάμεσα τους πληρώνω χρόνο
μ’ αυτή την απουσία σου εντατικά παρούσα
τη μόνη διάρκεια
Εύκολο λογοπαίγνιο θα πεις
όπως πάντα οι λέξεις
κι άδικες
εκλύουν ψέμα
Μα πώς να πω για την ανάγκη σου
τώρα που ήδη διαπράττω λησμονιά;
Πώς να αναστήσω το δυνάμει σώμα μου
που ενσάρκωνες
τώρα που έχεις αρχίσει πλέον να πεθαίνεις;
Πώς να σε σώσω τώρα;

ΠΟΣΟ
θα ‘θελα να μπορούσα να σου πω
όλη την αλήθεια
ίσως λέγοντας την αλήθεια τη μαθαίνεις
ή πάλι όχι,
όσο πολλή κι αν εκβιάσεις
τόση παράγεται ακόμα στα βαθιά
καραδοκώντας άφιλη
Θα ‘θελα να σου πω για την αρχή
πόσο γινόμουν ανυπόμονη με ό,τι δεν ήσουνα
πόσο κρατούσα το περίσσευμα
πόσο ψευδόμουν στην ανάγκη
Θα ‘θελα να σου πω για την σκληρότητα
πόσο δεν σου συγχώρεσα κανένα λάθος
πόσο αδηφάγα απαίτηση σε βύζαινε
πόση προσάρτηση επιδίωκα
Θα ‘θελα να σου μιλήσω για την κούραση
πόσο σε χρέωνα που δεν φροντίζεις για αλλαγή
πόσο αξίωνα εσύ να φταις για τα δικά μου πάθη
πόσο ζητούσα να με σώσεις πρώτα εσύ
Δεν θα σου πω για όλα τ’ άλλα
που με έκαναν να θέλω
να είμαι εκεί
να υπάρχω δίπλα σου
μαζί
μ’ όλη τη λάσπη

Η ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ γέμισε τσάγαλα
κι εσύ λείπεις
Δε θα δεις την επιστροφή των φύλλων στη μουριά
τη γαλανή ηπιότητα της θάλασσας τα ερμητικά τριαντάφυλλα
Δε θα προλάβεις το αγνάντεμα του ελαιώνα
από ψηλά
την περιδίνηση της μαργαρίτας μετά τη μέλισσα
το απλόχερο χαμομήλι
Δεν θα περπατήσεις κάτω από την καρυδιά
τους άσπρους αστερίες στην πορτοκαλιά
την αραιή σκιά του ευκαλύπτου
Λείπεις απ’ την βιασύνη της κληματαριάς
το ανάστημα της λεύκας
Λείπεις απ’ τον αμάραντο
που μου ‘φερες ένα πρωί
και θάλλει ακόμα
ανέσπερος
σε απόκρημνο βάθος
για χρόνια πολλά
στην καρδιά μου

(Η ενότητα “Αμοιβαία σάρκα”, από την ποιητική συλλογή Ανίδεοι πάλι, Πλανόδιον, 2006)