Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Μάνος Ελευθερίου, “Προσαρμογή”, περ. “Νέα Σύνορα”, τ.1, 1969

 

Σπάνια την εποχή της λύπης, απ΄την ανατολή
του ήλιου
    μέχρι το βάθος μιας άλλης νύχτας
    το σώμα του έπαιρνε την απαντοχή των δέντρων.
Κι αυτό που του κλεψαν από το βάρος μιας ηλικίας,
όσα του πήραν ξεγελώντας τον
μακρυά ο ένας απ΄τον άλλον,
    παίζοντας τη ζωή του και χάνοντας το νόμισμα,
    βρίσκοντας μόνο νύχτα και μέρες δίχως ήλιο
    βρίσκοντας και χάνοντας τον ήλιο…
Κι ούτε πια προσκύνησε τα μάτια της
καθ’ ότι
    ΑΥΤΟΣ
προσκυνούσε τα ξένα δόρατα
και τη φωτιά του στρατοπέδου στην άλλη όχθη.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Λένα Πλάτωνος, “Άλλοθι με 39º καλοκαίρι”

Αγάπησα τα υγρά τοπία
όταν με βρήκαν σε αϋπνία
μέσα στις τρύπες βιβλίων βουβών
τούνελ βορείων δρόμων εθνικών
τούνελ από μάτια παιδιών
και γέλια σχολικών διακοπών

Κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει

Τούνελ από μάτια παιδιών
και τούνελ σχολικών διακοπών
προγραμματισμένα εντός Αθηνών
σε προβολή ατομικής ενεργείας
σε οθόνη-σανίδα σωτηρίας
παρωπίδα υγείας
κι έτσι δεν τον είδα

Κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει

Κι έτσι δεν τον είδα
γύρω στη δεκαετία του εξήντα
να δολοφονεί τις φωνές των πουλιών
με το σκουριασμένο ξυραφάκι των ποδιών
παλαιών φυματικών πριγκιπισσών

Κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει

Το σκουριασμένο ξυραφάκι των ποδιών
παλαιών φυματικών πριγκιπισσών
να χαράζει στις μορφές
των δεδομένων γωνιών της Λεωφόρου της Ελπίδας
στη φάση κάποιας άνισης παρτίδας
να τους αφήνει χρεωμένους ως το λαιμό
με σύγχρονες σακούλες σκουπιδιών
από σκοτωμένα αυτοκίνητα
από μπαλκόνια αχρησιμοποίητα
από ανοιχτές σαρκαστικές ταράτσες
από πόρτες κεντρικές ερμητικές
κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
κι ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει
στις προβλήτες των αγρίων θαλασσών…

Εκεί που λίγοι άνθρωποι από χιόνια
κρατούν σφιχτά στα χέρια τους
θαμπά φωτιστικά μπαλόνια
σήματα πορειών ειδικών
κι ούτε ο δολοφόνος προβλέπω να πεθάνει
ούτε το χελιδονάκι μου γρήγορα φτάνει
στις προβλήτες των βορείων θαλασσών…
Εκεί που λίγοι άνθρωποι από χιόνια
κρατούν σφιχτά στα χέρια τους
θαμπά φωτιστικά μπαλόνια
σήματα πορειών ειδικών…

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Peter Orlovsky, (In Memoriam: 1933-2010), Δύο ποιήματα / Μεταφραση: Γιάννης Λειβαδάς

ΠΟΙΗΜΑ ΑΤΙΤΛΟ

Η ορεινή αρκούδα φοράει τρύπιο παντελόνι – βάσανο.

Οι γιατροί πήραν πάσο ελευθέρας για το μουσείο μου

σʼ αντάλλαγμα για τις λοβοτομές που μου ʽκαναν.

Δεν φοβάμαι να δουλέψω – θα ʽθελα να πετάξω μʼ αερόστατο.

Ούτε φοβάμαι να γίνω συλλέκτης λαμπτήρων, —

αρκεί να με βοηθούσαν όλοι.

Κι όσο για τα πεπόνια που πουλάς 2 στα 29 σεντς –

το βρίσκω επικίνδυνο.

Η μοίρα μου είναι ταγμένη στο να βλέπω ταινίες.

Δεν πάω πουθενά χωρίς να φοράω τη ζώνη μου, γιατί κάθε τι

που βρίσκεται μέσʼ απʼ τη ζώνη μου ανήκει.

Κι όταν υπάρχει κάποιος άνθρωπος στη γωνία

που μου λέει πως ένα πλοίο σαλπάρει τώρα για τον ουρανό,

προχωράω και δεν βγάζω λέξη.

Ήταν εκείνος ο τύπος που σου ʽλεγα πως έφτιαχνε κάτι

στο δωμάτιο του, κι έφτιαχνε, έφτιαχνε, μέχρι που εκείνο

δεν χωρούσε πια στο δωμάτιο, και τότε έπρεπε να μετακομίσει,

κι από τότε πάντα μετακόμιζε, αυτή ήταν η ζωή του.

Μετά εκείνος ο νέος τύπος βγήκε να πάει στο κατάστημα

και περπάτησε, περπάτησε, κι ένα οικοδομικό τετράγωνο

τον ακολούθησε, ύστερα κι άλλο, κι άλλο ένα μπροστά,

τον ακολούθησε κι αυτό, κι έτσι έφτασε πολύ μακριά απʼ το σπίτι,

κι όλα αυτά εξαιτίας κάποιου που είπε κάτι στην τηλεόραση.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Σταμάτης Κραουνάκης, “Στον καιρό του ’90…”

 

Στον καιρό του ’90

Πιτσιρίκια που κουνιούνται σαν φραπέδες
Έλα μάνα μου στον ίδιο τον χαβά
Κάτι έρημα παιδιά στους καναπέδες
Κι η αγάπη τους που έκατσε στραβά – μωρέ

Μια ψυχή πού’ναι να βγει και κάνει κράτει
Με τα δόντια, με τα νύχια, με το νου
Που αντέχει και ακόμα παίρνει μάτι
Μπανιστήρι στην αυλή του διπλανού

Μωρέ παιδιά
Όσοι μείναν ζωντανοί – παιδιά
Σερί
Μέσα στη χωματερή – παιδιά

Στην κοιλιά του ενενήντα
Με τραγούδια του εξήντα
Τι τριάντα τι πενήντα
Μια ζωή σαν εκατό – παιδιά

Μοναχοί παραμιλάμε
Κι ένας ένας το διαλάμε
Σε μια πόλη τρεις κι εξήντα
Πού βαδίζω, πού πατώ – παιδιά

Ένας φίλος μου τον πήραν τα φορεία
Ένας άλλος τον τραβάει το σινεμά
Ένας άλλος μπήκε στην αστυνομία
Για να μάθει πώς βαράνε μπαγλαμά – μωρέ

Ρουφιανιά κανονική κι εργολαβία
Τρίτο πάτωμα η προίκα της μικρής
Η γριά η παλαβή με την ρομβία
Παίζει τα λυπητερά της κατοχής- μωρέ

Μωρέ παιδιά
Άιντε κι άλλη μια γενιά – παιδιά
Ξανά
Κρεμασμένοι στα σχοινιά – παιδιά

Ζαλιστήκαμε βουλιάζει το καράβι
Στην κασέτα το πορνό το ελληνικό
Παντρευτήκαμε προτού μας παραλάβει
Της Ομόνοιας το περιπολικό – μωρέ

Το τραγούδι που το τράβηξαν φαγάνες
Το ξετρύπωσα κι εγώ κάποια βραδυά
Και του έριξα μαράκες και ροκάνες
Και να κλαίμε για του μάγκα την καρδιά

Μωρέ παιδιά
Όσοι μείναν ζωντανοί παιδιά
Σερί
Μέσα στις πατισερί – παιδιά

Στην κοιλιά του ενενήντα
Με τραγούδια του εξήντα
Τι τριάντα τι πενήντα
Μια ζωή σαν εκατό – παιδιά

Μοναχοί παραμιλάμε
Κι ένας ένας χαιρετάμε
Σε μια πόλη τρεις κι εξήντα
Πού βαδίζω πού πατώ παιδιά

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Rainer Maria Rilke, Πέντε ποιήματα (προσωπογραφία: Ιωάννης Μουχασίρης)


Child in Red

Sometimes she walks through the village in her
little red dress
all absorbed in restraining herself,
and yet, despite herself, she seems to move
according to the rhythm of her life to come.

She runs a bit, hesitates, stops,
half-turns around…
and, all while dreaming, shakes her head
for or against.

Then she dances a few steps
that she invents and forgets,
no doubt finding out that life
moves on too fast.

It’s not so much that she steps out
of the small body enclosing her,
but that all she carries in herself
frolics and ferments.

It’s this dress that she’ll remember
later in a sweet surrender;
when her whole life is full of risks,
the little red dress will always seem right.

Διαβάστε περισσότερα