Σπάνια την εποχή της λύπης, απ΄την ανατολή
του ήλιου
    μέχρι το βάθος μιας άλλης νύχτας
    το σώμα του έπαιρνε την απαντοχή των δέντρων.
Κι αυτό που του κλεψαν από το βάρος μιας ηλικίας,
όσα του πήραν ξεγελώντας τον
μακρυά ο ένας απ΄τον άλλον,
    παίζοντας τη ζωή του και χάνοντας το νόμισμα,
    βρίσκοντας μόνο νύχτα και μέρες δίχως ήλιο
    βρίσκοντας και χάνοντας τον ήλιο…
Κι ούτε πια προσκύνησε τα μάτια της
καθ’ ότι
    ΑΥΤΟΣ
προσκυνούσε τα ξένα δόρατα
και τη φωτιά του στρατοπέδου στην άλλη όχθη.