
Η ΑΚΑΤΑΔΕΧΤΗ
Το καινούργιο βιβλίο πλησίασε τη βιβλιοθήκη και
της μίλησε με σεβασμό .
-Πώς καταφέρνεις κι έχεις μόνο καλά βιβλία στα
ράφια σου ; Την ρώτησε .
-Μα ξεσκαρτάρω , του απάντησε . Όλο στέλνω βιβλία
στην αποθήκη. Στις μελαμίνες μου πλαγιάζουν -ή
στέκονται όρθια- μόνο τα καλά . Τα άλλα πηγαίνουν
στο υπόγειο. Σε κούτες .
Τι υπεροψία ήταν αυτή ; Μιλούσε έτσι ένα έπιπλο
φτηνής κατασκευής. Και είχε τόσο στόμφο.
-Δηλαδή τα θάβεις αυτά που δε σου αρέσουν ;
-Βεβαίως. Τι να τα κάνω ; Έχω πολύ λίγο χώρο. Τα
ασήμαντα τα ξεφορτώνομαι. Όταν καμία φορά θυμηθώ
κάποιο μέτριο το φέρνω πάνω. Το ξεφυλλίζω…και μετά
το πηγαίνω πάλι κάτω.
Στεναχωρήθηκε το βιβλίο με την σκληρότητα του
επίπλου. Ήθελε κι αυτό κάπου να τρυπώσει. Ήθελε
να βρεθεί παρέα με άλλα βιβλία. Να μπει σε μια
συντροφιά αλλά κατάλαβε ότι κινδύνευε να το προσβάλουν.
-Ώστε τα ρίχνεις στον Άδη…Μα κανείς δε διαβάζει
βιβλία που είναι παρατημένα σε κούτες .
-Μην το λες αυτό φίλε μου. Ασχολούμαι και με τα μέτρια
όμως τον πιο πολύ καιρό τον περνώ με τα καλά…Με
τα αριστουργήματα .
-Κρίμα… είσαι τόσο ακατάδεχτη. Κρίμα…Κι εγώ που ήρθα
για να προσπαθήσω να μπω στα ράφια σου. Νομίζω ότι
δεν έχω ελπίδες .
Τότε η ιδιότροπη βιβλιοθήκη του απάντησε με ναζιάρικη
φωνή :
-Έλα , μην τα χάνεις . Κάτσε να σε ξεφυλλίσω. Αν έχεις
φροντίσει για την ποιότητά σου εγώ δεν πρόκειται να σε
αδικήσω .
Διαβάστε περισσότερα