Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Χρήστος Βασματζίδης, Τρία Ποιήματα


Το νου τους

Πώς να ʽναι αυτή η θάλασσα τόσο ψέμα.
Κι ο ουρανός αυτός
είναι τόσος μόνο, όσος πιάνει το μάτι.
Η γη τούτη μας ελευθερώνει
με τα σπίτια και τους τάφους της.
Οι άνθρωποι χαίρονται με τα
πληθυντικά τους συναισθήματα.
Εντυπώνοντας αυτό το μπλε
δεν πονηρευτήκαμε ποτέ
ότι μπορεί να είναι η θολή κατάληξη ενός άλλου βλέμματος.
Και δεν μας φάνηκε ότι το χώμα τούτο
που σκεπάζει τα μέλη μας σε ώρες δόξας,
τελεσίδικα άψυχα,
μπορεί να είναι κιʼ αυτό ψέμα.

Πώς τότε να πιστέψει κανείς
ότι η μόνη είσοδος για την αλήθεια
είναι το μέρος τʼ ουρανού, που δεν πιάνει το μάτι.

Και οι ήχοι όμως, που μας πετάχτηκαν εδώ
-αφού όλοι πρώτα μέσα μας τους αναζητήσαμε-
κιʼ αυτοί ακόμη,
έχουν το νου τους
μην ξεφύγει κανείς μας
προς την αγιότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Χριστοδουλίδης, Δύο Ποιήματα

Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης

Ταξιδεύοντας στον δρόμο Κοιλανίου-Αμιάντου
βλέπω ξαφνικά
καβάλα στο γαϊδουράκι του
τον κύριο Κώστα
τον παππού μου
η ώρα πέντε του χαράματος.
Πού πάς παππού; τον ρωτώ
Κυριακή ημέρα
το μεταλλείο είναι κλειστό
δεν γίνεται η ανάγκη να σε πηγαίνει πάλι στη δουλειά.
Τα ίχνη των βημάτων του
πολλών ετών θαρρώ
βυθίζονταν ανεξήγητα στην άσφαλτο
τον ακολούθησα με πόθο βαθύ
τρυπημένο από νοσταλγία αιχμηρή
να τον κουβεντιάσω ήθελα
τώρα που τον συνάντησα
με κοιτάζει όμως παράξενα
δεν αποκρίνεται στις εκκλήσεις μου
παρά μόνο προχωρά.
Είμαι ο άγγονας σου, παππού
τα σκαμμένα χέρια σου
με κράτησαν κάποτε σφικτά
σε αυτόν τον κόσμο
χωρούσα ολόκληρος μες στις χούφτες σου
τις αργίες
με πήγαινες στον κινηματογράφο
πηδούσα κρυφά μέσα στο έργο
και επέστρεφα
λίγο πριν ξυπνήσεις
αποκαμωμένος συ από τη σκληράδα των ημερών σου
συγχώρα με
δεν θυμούμαι ούτε μια ταινία πια
θερμομετρούσες μέσα μου τον πυρετό
με τα πόδια στον γιατρό για τα φάρμακα
μέσα στʼ αγιάζι
τις νεροποντές
δεν έμαθες ποτέ σου ποδήλατο
πάνω σε πέτρες κύλησε η ζωή σου
από καιρό σε κατάλαβα
δεν ήξερες πέραν της αγάπης
πώς την αντλούσες; Από πού;

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Καρλ Κράους, «Αφορισμοί», (εισαγωγή-μετφρ.: Σπύρος Δοντάς), εκδ. Στιγμή, 2008

Η πρόοδος φτιάχνει πορτοφόλια από ανθρώπινο δέρμα

*

Για να φθάσει στην τελειότητα της έλειπε μόνον

ένα ελάττωμα

*

Η ερωτική απόλαυση είναι αγώνισμα μετ΄εμποδίων

*

Το παράδοξο γεννιέται όταν μια πρώιμη γνώση συγκρούεται

με την ανοσια της εποχής της.

*

Πόσο υλικό θα είχα αν δεν υπήρχαν γεγονότα!

*

Η γλώσσα είναη η μητέρα, όχι η θεραπαινίδα

της τέχνης

*

Τι κρίνεται σε έναν παγκόσμιο πόλεμο;Τίποτε άλλο

μονάχα οτι ο χριστιανισμός ήταν πολύ αδύναμος

για να τον εμποδίσει

*

Ο αθάνατος ζει τα βάσανα όλων των καιρών

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κ.Χ. Μύρης, «αμήχανον τέχνημα και παράβαση», εκδ. Γνώση, 1980

`

KΑΛΛΟΣ
Κάλλος αμηχανον η πέτρα της Μονεμβασιάς
φίδι που κατεβαίνει για νερό δίχως φαρμάκι.

Σχόλιο
Προτού να πούνε πως λαός σημαίνει λίθος
τα λύτρα μας, Μονεμβασιά, στη φύρα της μορφής σου.

`

*

ΥΠΝΟΣ ΠΛΑΣΤΟΣ

Ύπνος πλαστός μηλαδελφός του άλλου
πλακόστρωνε το δρόμο του με φολιμάδες.

Τόσο τόν πλάνεψε το φρου και φρα
της πορφύρας χλαίνης τόσο τον μάγευε
που την ολκάδα της ψυχής του πόντισε
στ’ ανάβαθρα και ντύθηκε σφανταχτερά
χιτώνια πηλίκια σιρίτια, τέτοια.
Το δειλινό στην αγορά των Αθηναίων
εξαργυρώνει στο σαράφη δαρεικούς.

Ο ύπνος του χαλκού τον πήρε στην Αράχωβα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Άγγελος Σεφεριάδης (1905-1950), «Σήμα» (με σημειώματα του Γιώργου Σεφέρη), εκδ. Ίκαρος, 1967 (σπάνια έκδοση)

`
ΞΟΔΙ

Περιμένοντας τον μαύρο άγγελο της δημοτικής νε-
κροφόρας
που προσεύχεται γονατιστός στο πλανόδιο ενυ-
δρείο,
άκουσα να πέφτουν οι στάλες του ιδρώτα
από τα φρύδια στα παγωμέν μου δάχτυλα.
Μια βαρειά μυρωδιά από βασιλικό και λιβάνι
κατακάθιζε πάνω στα φλυτζανάκια του καφέ.

Κανείς, κανείς δε μου είπε: «Καλώς ορίσατε»…
Το φέρετρο είταν σκεπασμένο με μια ξεθωριασμένη
σημαία,
κι αντίς λαμπάδες το σκοτεινό δωμάτιο φώτιζε μόνο
ένα λαμπιόνι π’ αραχνιασμένο κρεμότανε
σ’ένα μυγοχεσμένο σύρμα ηλεκτρικού.

Τόσο που αν δεν ερχόσουν να μου πεις τις λέξεις
«Ανδρός τόδε σήμα πάλαι κατατεθνηώτος»
κι αν δεν είταν η απέραντη θλίψη στο πρόσωπό σου,
θα νόμιζα πως νεκρός δεν υπήρχε.
Κι αν δεν είταν οι άλλοι, οι αμίλητοι γύρω
θα νόμιζα πως το δωμάτιο χρησίμευε
μόνο για την ικανοποίηση περαστικών ερώτων.

Κι όμως, αν κι’ ο νεκρός είταν σ’όλους «εξ ίσου προσ-
φιλής»
και το πένθος τόσο ακριβοδίκαια ζυγιασμένο
από κάτι λέξεις, λιγοστές κι αδιάφορες, κατάλαβα
πως ο νεκρός δεν είταν για όλους μας ο ίδιος.

Μην είμουν εγώ ή εσύ ή τα παιδιά σας
ή δεν υπήρχε καν νεκρός κι όσοι πεθάναμε πριν από χρόνια
συνειδητά ή κι ασυνείδητα.

Διαβάστε περισσότερα