`
ΞΟΔΙ

Περιμένοντας τον μαύρο άγγελο της δημοτικής νε-
κροφόρας
που προσεύχεται γονατιστός στο πλανόδιο ενυ-
δρείο,
άκουσα να πέφτουν οι στάλες του ιδρώτα
από τα φρύδια στα παγωμέν μου δάχτυλα.
Μια βαρειά μυρωδιά από βασιλικό και λιβάνι
κατακάθιζε πάνω στα φλυτζανάκια του καφέ.

Κανείς, κανείς δε μου είπε: «Καλώς ορίσατε»…
Το φέρετρο είταν σκεπασμένο με μια ξεθωριασμένη
σημαία,
κι αντίς λαμπάδες το σκοτεινό δωμάτιο φώτιζε μόνο
ένα λαμπιόνι π’ αραχνιασμένο κρεμότανε
σ’ένα μυγοχεσμένο σύρμα ηλεκτρικού.

Τόσο που αν δεν ερχόσουν να μου πεις τις λέξεις
«Ανδρός τόδε σήμα πάλαι κατατεθνηώτος»
κι αν δεν είταν η απέραντη θλίψη στο πρόσωπό σου,
θα νόμιζα πως νεκρός δεν υπήρχε.
Κι αν δεν είταν οι άλλοι, οι αμίλητοι γύρω
θα νόμιζα πως το δωμάτιο χρησίμευε
μόνο για την ικανοποίηση περαστικών ερώτων.

Κι όμως, αν κι’ ο νεκρός είταν σ’όλους «εξ ίσου προσ-
φιλής»
και το πένθος τόσο ακριβοδίκαια ζυγιασμένο
από κάτι λέξεις, λιγοστές κι αδιάφορες, κατάλαβα
πως ο νεκρός δεν είταν για όλους μας ο ίδιος.

Μην είμουν εγώ ή εσύ ή τα παιδιά σας
ή δεν υπήρχε καν νεκρός κι όσοι πεθάναμε πριν από χρόνια
συνειδητά ή κι ασυνείδητα.

`
*

Η ΜΕΘΟΡΙΟΣ

Όταν εφτάσαμε στην παραμεθόριο,
σκεφτήκαμε ποιος θα μπορούσε να μας σταματήσει
σ’ αυτόν τον κατήφορο.
Εδώ, συντεταγμένοι, ουσάροι της βασιλικής φρουράς
και δραγόνοι με τα διασταυρωμένα οστά του θανάτου.
Προφανώς η σύγχυσις της μάχης
κι η αποδοκιμασία του πλήθους
μας έφεραν εδώ στα πέρατα
για ν’ αντιμετωπίσουμε τον ατίθασο τούτο Βουκεφάλα.
Σαν τον καβαλικεύουμε, μας ρίχνει κάτω
και σαν πεζεύουμε έρχεται σαν γάτα
να χαιδεύτεί στα πόδια μας.

Αλίμονο όταν μπερδευτέις με τ’ άλογο ή τ’ ακατανόητο.
`
*

ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΗΣ

Λίγες αλυγαριές

σύμφωνα με τα λιγοστά μας λόγια,

κι ακόμη λίγα κυκλάμενα

μισανοιγμένα μες από το σβωλιασμένο χώμα.

Άνθη της ξεραίλας και της μούχλας,

με ταιριασμένο χρώμα,

με ταιριασμένο τ’ άρωμα,

τ’ ακουμπήσαμε στα χέρια

τα σταυρωμένα σαν γιαταγάνια

και προσμέναμε τ’ όραμα;

Τον μαύρο άγγελο που θα ‘ρχοτανε να τραντάξει

το πλανόδιο τούτο ενυδρείο.

`

*

(Aπό την Ενότητα “Σκορπίσματα ή Σχεδιάσματα” )

1.

Περισσότερο κι απ΄ την πατρική κατάρα,

η ζωή του είναι ο θάνατός του…

`
10.

Αίμα και χώμα στη βουλιαγμένη άσφαλτο

κι αυτά τ’ασφάλιχτα μάτια του σκοτωμένου

που καθρεπτίζουνε το παγερό χριστουγεννιάτικο φεγγάρι.

Θέε μου, έλεος. Σήκωσε λίγο το φιτίλι

και φώτισέ μας τους σκοτεινιασμένους

που σκοτωνόμαστε.

Να ιδεί ο ένας το πρόσωπο του άλλου

και να γνωρίσει το φονιά και το θύμα.

Εδώ, Κύριε, ακούμπησε την απαλάμη….