Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Πατιός, “Βγαίνοντας από το κύμα” (προδημοσίευση)

(Adagio)

Όλα εδώ γυρίζουν στο
Ίδιο πάντα χλωρό λαβύρινθο
Φόβοι πολλοί
Ιδέες πνίγονται, εικόνες σπάνε, χρώματα ραγίζουν
Τοιχογραφίες καταρρέουν
Άνθρωποι ξεφλουδίζουν
Η αγάπη έρχεται και φεύγει, ο
Έρωτας μαραίνεται και τα
Κορμιά μένουν μισά να κρύβονται στους ίσκιους τʼ απογεύματος

(Presto)

το πορτοκάλι των δοντιών σου η άχνη ζάχαρη μέσα στις κόρες των ματιών σου η άδολη περιέργεια κι ο ήχος του Οδυσσέα που πάντα θα γυρεύει τον Τηλέμαχο η μάνα σου και η γλυκιά φωνή της σιγουριάς της τα χέρια σου όπως την αγκαλιάζεις και το παιχνίδισμα της μέσα σου ηρεμίας όλα χορεύουν στον ρυθμό σου το σύμπαν υπακούει στο χαμογελαστό πηγούνι σου

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δήμος Χλωπτσιούδης, Ποιήματα

αιγαίο νεκροταφείο

Παπούτσια υγρά
πνιγμένα σε αλάτι
στάζουν εξορία,
άχρωμες ώρες
βουλιάζουν στα κάτεργα
δουλεμπορικής αγοράς
νικημένων ονείρων.

Όλη η ελπίδα
κρύβεται σε στρείδια
ναυαγισμένα.
Γεωγραφία οστράκων
χαραγμένων ονομάτων,
ανάμνηση γης
μητρικής σε κοχύλια.

υγρός τάφος

βροχή καρφιά
σταυρώνουν όνειρα,
θόρυβος πνίγει λαμαρίνες
σε τρύπιο φουσκωτό.

πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Νίκος Βουτυρόπουλος, Ποιήματα

`

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΤΑΚΗ

στο Γιώργο

Βρεθήκαμε σε τόπο σκληρό στην αλμύρα ανάμεσα
και σε πέτρες μιας ζωής που δε συγχωρεί
και μιας άλλης ασύλληπτης
και τόσοι άνθρωποι καθένας με τους ίσκιους του
με γέλια τόσα καθένα στον πόνο του
μα φτάνει συχνά ένα βλέμμα
παιδιού χωρίς ηλικία φτερούγισμα μνήμης
όταν βουρκώνεις απʼ τα γιατί
και κάθε απάντηση μάταιη
μετά ξεκινά η πραγματικότητα
είναι ρε Γιώργο ξέρεις αυτή
με πρόσωπο ραγισμένο απʼ τα γιατί
σα να σου λένε δε θα ʽχει φέτος καλοκαίρι
πώς να πιστέψεις τους άλλους;
Είναι και τʼ άλλα τʼ αδιόρθωτα διότι
που μνήμες δε γνωρίζουν συνέχεια
αντιστέκονται πλημμύρα σκέψεων
γίνονται καθώς τα λόγια πνίγονται
παγώνουν οι ανάσες μετέωρα δάχτυλα
ακουμπάνε μέτωπα.

Ποιος εξηγεί τώρα τη νύχτα;
Όλοι κουβεντιάζουν βάσανα
γιατί του άλλου η χαρά ασήμαντη
με τόσο πόνο επιτρέπεται μόνο να κλαις
να γκρινιάζεις να αιωρείσαι
να που φτάνουν οι υποσχέσεις.

Στενή ζωή σʼ ενός παντελονιού το τράβηγμα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτρης Γιαλαμάς, «Ο νυχτερινός καλπασμός του Paul Revere», εκδ. αμοργός, 1980

`

Michel

Στον Μιχάλη Κατσαρό

Ζωγράφισε ο Michel σ’ ένα χαρτί
ένα γυμνό μικρό παιδί με μια φλογέρα.
Λέει να το πουλήσει να γιατρευτεί
από τα μεγάλα μάτια του.
Φτωχέ Michel,
τι να σου δώσουν
για ένα γυμνό παιδί και μια φλγέρα;

Έχεις εσύ άλλο φάρμακο να γιατρευτείς;

`

*

Ήταν η πρώτη νύχτα που ήπια
τη λαχτάρα του θεριστή
πυροβολώντας
τους περαστικούς
ψαράδες απ΄τα Σόδομα

Την αυγή ξύπνησα νεκρός

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Θεόδωρος Ντόρρος, «Στου γλιτωμού το χάζι», Α’ έκδοση, Παρίσι, 1930

[Χειρόγραφο του Θεόδωρου Ντόρρου, πηγή: Ε.Λ.Ι.Α.]

`

Πρώτη έκδοση Παρίσι, 1930, Δεύτερη έκδοση, Παρίσι, 1931. Τρίτη έκδοση, εκδ. Αμοργός, 1981- Πρόλογος: Αλέξης Αργυρίου-τυπογραφική επιμέλεια: Μάνος Ταξίδης, Τέταρτη έκδοση, εκδ. Γαβριηλίδης, επιμ. Μαρία Αθανασοπούλου, 2005

`

Είμαστε τα ζωντανά του γλιτωμού
σε ξένες θετικότητες
Κι ανύπαρχτο περνάει το διάστημα
απ΄την υγεία ως την αρρώστια.

Πιο άνθρωποι,
θα βλέπουμε, αγριεμένοι από ντροπή,
τα τωρινά μας.

Απίστευτη η τέχνη μας να κάνουμε
στιγμές κι αιωνιότητες.

Δεν είν’ αυτά που θα’λεγα
ούτε και κείνα που τα φέραν.

`

*

Καμιά φωνή

Δε με χωρούν οι τόποι σας.
Ούτ’ οι χαρές σας ούτ’ ο πόνος μου.
Δεν είναι δυνατό μου να ζω κάθε στιγμή ο ίσιος σας.

Σας θάβω και με θάβετε.
Κι η ασχήμια του πεθαμού σας λυπητερότερη απ’ το
θάνατο.

Κουβέντες μόνο
απ’ τα ψηλώματα του νου.
Τέτοιες, που σβήνουν κάθε “πιο αληθινό”
με στεναγμούς υπομονής,
και μ’ ομορφιές ελπίδας του αδύνατου.

Πάντα το άγνωστο, η μοίρα και το μέλλον.

Με διώχνει από παντού ο ξαφνιασμός μου:
Γιατί, δε φώναξα μονάχος, δυνατά, ποτές μου.
Και σε κανένα μπρος.
Κι ούτε ποτές μου θα φωνάξω,
σαν τρελός,
με φλέβες φουσκωμένες.
Κι άλλος κανείς.

Φωνή της ανθρωπιάς,
κείνης που βγαίνει καυτερή ως το πετσί,
και που παγώνει κάθε ψέμμα ζεστασιάς,
ακόμα δεν ακούστηκε.
Μόνο να πει:

“Σταθείτε και σωπάστε.
Ξεχάστε τις αντίζωες του πίθηκου αξίες.
Πάψτε ζητώντας τα μεγάλα της ζωής
και τα δικά σας
στων αλλονών το μικρανθρώπισμα,
στις κυριότητες του νυσταγμού σας.

Γινήτε λίγοι.

Πολύ λίγοι για να’ στε ζωντανοί.”

Κει που’ στε μαζεμένοι, η ανθρωπιά ντροπή.
Και βάρβαρη η δική μου
όταν μου λείπει η συφορά σας.

Δε με χωρούν οι τόποι σας. Δεν ξέρω πού να ζήσω.

Διαβάστε περισσότερα