Είμαι το φάντασμα και κυκλοφορώ μόνο την νύχτα.
Μόλις έχω απολυθεί από τον στρατό, μελετάω τ΄αστέρια, αποφεύγω τον κόσμο, κάνω όνειρα, κλέβω μοτοσυκλέτες και γυρεύω μες στη ζωή έναν προσανατολισμό.
Τη μέρα παρακολουθώ με το τηλεσκόπιό μου την παντρεμένη γυναίκα στο απέναντι διαμέρισμα.
Πώς κινείται μέσα στο σπίτι, πώς συμπεριφέρεται, πώς χτενίζει αφηρημένη τα βρεγμένα μαλλιά της, και πώς λιάζεται στο μπαλκόνι, πώς συζητάει με την έφηβη κόρη της, και πώς ξαπλώνει με τα εσώρουχα στο κρεβάτι μαζί με τον άντρα της.
Σιγά – σιγά την ερωτεύομαι γιατί είναι όμορφη και πάντοτε λίγο μελαγχολική, σαν να της λείπει κάτι μες στην καρδιά της.
Τη λένε Στέλλα. Βρίσκω στον κατάλογο το τηλέφωνό της, κι αρχίζω να της τηλεφωνώ.
Στην αρχή δεν μιλάω. Μόνο ακούω τη φωνή της και μετά κλείνω.
Έξω ο καύσωνας αγριεύει για τα καλά. Στην παραλιακή δίνουν και παίρνουν οι κόντρες των μηχανόβιων ως το ξημέρωμα, κι η μάνα μου φτιάχνει κόλλυβα, βάζει στο ράδιο την λειτουργία και προσεύχεται από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Φοράω ένα ξεχειλωμένο παλιομοδίτικο σώβρακο και πίνω παγωμένη κόκα κόλα. Το δέρμα μου είναι χλωμό κι ιδρωμένο. Τ’ ωραίο λιπόσαρκο κορμί μου στυφό.
Για να μπω στο πετσί του ρόλου κάθομαι με τις ώρες μέσα στη λαύρα τυλιγμένος σε μια κουβέρτα.
Ύστερα δεν αντέχω πια, και μια Κυριακή που έχω μείνει μόνος στο σπίτι, της αποκαλύπτω ποιος είμαι, κι από που την βλέπω, και πόσο μ΄αρέσει, κι ότι την αγαπώ. Κι εκείνη τρομάζει και καυλώνει ταυτόχρονα, και παλεύει με τον εαυτό της, και στο τέλος το αποφασίζει, και βάζει εκείνο το ωραίο φουστάνι, που το έχει αγοράσει για τις διακοπές, και διασχίζει την λεωφόρο του πάθους, και έρχεται να με βρει.
Διαβάστε περισσότερα