Μεταφραστικό Εργαστήρι

Derek Walcott, «Κατακαλόκαιρο» (1984) / Αποσπάσματα (εκλογή – μετάφραση: Νίκος Κωσταγιόλας) [B΄ ΜΕΡΟΣ]

Derek Walcott, «Κατακαλόκαιρο» (1984) / Αποσπάσματα (εκλογή – μετάφραση: Νίκος Κωσταγιόλας) [Α΄ ΜΕΡΟΣ]

 

 

XXVI

 

Προτού κείνο το φορτωμένο σύννεφο ν’ αποσχιστεί απ’ τους κάβους του

– κείνα τα βρόχινα κορδόνια –, ένας άνεμος κάνει τα θαλασσοστάφυλα ν’ ασπαίρουν,

κι ο ύφαλος σημαίνει την στερνή του ασβεστένια αναλαμπή.

Νιώθοντας τη δροσιά να οργώνει το κορμί του, ο Αύγουστος,

σπεύδει προς την αυλή τ’ ασπρόνεφα, σαν πλύστης, να μαζέψει,

από του χρόνου τον μεσημβρινό – το στόμα του ξέχειλο μανταλάκια.

Έχει δει τούτες τις λάμψεις χαλαζία, ξέρει πως η ώρα έφτασε

για τους μουσαφιραίους στον γιαλό ν’ ανηφορίσουν προς το σπίτι

και, ξεπλένοντας την άμμο από τα πόδια τους στο λάστιχο, ν’ αφήσουνε τους μεντεσέδες να σκουριάσουνε

ακούνητοι στις εσοχές τους ως του χρόνου. Μα μια ταινία σιδερένια

γύρω απ’ τα μέτωπά τους επιμένει: οι λουόμενοι στέκουν

ικετεύοντας τα μαύρα σύννεφα, με τα λατίνια τους να παραβγαίνουν τό ’να τ’ άλλο πάνω από τις θίνες,

γι’ άλλη μια μέρα. Εδώ, τα κλήματα ξηραίνουν

τόσο γρήγορα όσο και μεγαλώνουνε, και πριν κοιτάξεις, ένας χρόνος πάει

παρέα με τη σκιά σου. Τα εύκρατα κλισέ στην άμμο δε ριζώνουν·

το τζιτζίκι μπορεί ν’ αρπίζει τους σκοπούς του όλο το χρόνο σαν το θέλει

σ’ εκείνο το μυρμήγκι που μπερδεύεις στα κλαδιά.

Το σύννεφο περνά ψηλά ίδιο θεός που εξευμενίστηκε –

η βλογιοκομμένη άμμος στεγνώνει, οι ομπρέλες σαν μπουμπούκια ξανασκάζουν –

μα εκείνοι που μετράνε το κατακαλόκαιρο μ’ ενός χρόνου τις δοκιμασίες

έχουν ήδη νιώσει μια γροθιά να σφίγγει την καρδιά τους. Αφήνουν χάμω τα βιβλία τους

να μετρήσουν τα παιδιά τα μαζεμένα στις πισίνες, και τους ειδωλολάτρες

να λυγάνε τα κορμιά τους κατά πως προστάζει ο ήλιος, σάμπως μεριδιάνες.

Διαβάστε περισσότερα