«Ανθολογία Άννα Αχμάτοβα» (Ανθολόγηση-μετάφραση από το πρωτότυπο- επίμετρο: Στάθης Λειβαδάς) [ Β΄ ΜΕΡΟΣ]
21Ιου
ΡΕΚΒΙΕΜ
1935-1940
Όχι , και ούτε κάτω από ξενικό στερέωμα,
Ούτε κάτω από τη προστασία ξένων φτερούγων,-
Ήμουνα τότε με το λαό μου,
Εκεί, όπου ο λαός μου, δυστυχώς, βρισκότανε
ΑΦΙΕΡΩΣΗ
Μπροστά σε τούτη τη λύπη λυγίζουν τα βουνά,
Σταματάει να κυλά ο μεγάλος ποταμός,
Μα γερές της φυλακής οι σιδεριές,
Και πίσω τους « του κάτεργου τα λαγούμια»
Και η λιγοθυμιά του θανάτου.
Για κάποιον φυσάει αγέρας φρέσκος,
Για κάποιον έρχεται το λιόγερμα –
Δεν ξέρουμε, παντού είμαστε έτσι,
Το μόνο πού ακούμε των κλειδαριών το απαίσιο τρίξιμο
Και του φαντάρου τα βαριά βήματα.
Σηκωθήκαμε σαν σε λειτουργία πρωϊνιάτικη,
Στη πρωτεύουσα κινήσαμε αλαφιασμένοι,
Εκεί συναντηθήκαμε, χωρίς ανάσα των πεθαμένων,
Ο ήλιος πιο κάτω, κι ο Νέβας πιο θαμπός
Και η ελπίδα έφτανε μακριά το τραγούδι.
Καταδίκη … Κι’ αμέσως τα δάκρυα κυλούν,
Ξεκομμένη από όλα,
Σα να παίρνουν με άλγος τη ζωή από τα στήθια,
Σα να τη πετάνε με βία κατάχαμα,
Αλλά προχωράει .. τρεκλίζοντας … Μόνη.
Πού είναι τώρα οι φίλες οι αφελείς
Των δυο μου σκυλίσιων χρόνων;
Τι τις ξενίζει στον χιονιά της Σιβηρίας,
Τι τις βαυκαλίζει στον κύκλο της σελήνης;
Τις στέλνω τα χαιρετίσματα μου.
Μάρτης 1940
Διαβάστε περισσότερα





