Αναγνώσεις

Γιώργος Δόντσος , «Μία αμερικανική μοίρα: Κάνοντας έναν σύντομο περίπατο στην αμερικανική ενδοχώρα με συντροφιά έξι συγγραφείς και μία απορία» (Β΄ ΜΕΡΟΣ)

Γιώργος Δόντσος , «Μία αμερικανική μοίρα: Κάνοντας έναν σύντομο περίπατο στην αμερικανική ενδοχώρα με συντροφιά έξι συγγραφείς και μία απορία» (Α΄ ΜΕΡΟΣ)

 

 

Ο κόσμος του Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849) είναι κατεξοχήν εχθρικός. Περιέχει αρχέγονα φρικτά μυστήρια, είναι γεμάτος βία και εξαμβλώματα, έγκλημα και τιμωρία, και ο καιρός είναι μουντός σχεδόν όλον τον χρόνο. Οι ήρωες χαλνάνε από τις δίνες του ωκεανού, τα αφιλόξενα περιβάλλοντα, τους πιθήκους και τις γάτες, όμως κυρίως από τον ίδιο τους τον εαυτό. Το έργο του Πόε φανερώνει μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στον άνθρωπο. Μέσα στον ορυμαγδό, μόνη στέκεται η Λενώρ, η οποία όποτε εμφανίζεται είναι ήδη για πάντα χαμένη. Σαφέστατα, αυτός ο συγγραφέας είναι πολύ διαφορετικός από τον Μέλβιλ, πολύ πιο μονολιθικός και απλός, κι αυτά του τα δύο χαρακτηριστικά καθιστούν τα επιχειρήματά του εξαιρετικά δυνατά και δυσάρεστα για τον αναγνώστη που επιλέγει να πάρει από τις ιστορίες του συγγραφέα κάτι παραπάνω από μυστήριο και τρόμο.

Μέσα σε αυτήν την καταχνιά μας προσφέρονται κι ορισμένα δείγματα αριστοτεχνικά στυφής και γεμάτης πικρία σάτιρας. Το μικρό διήγημα του Πόε, Ο Άγγελος του Παραδόξου (1844), προσφέρεται θαυμάσια στην συλλογιστική μας. Ένας πολύ σοβαρός και μορφωμένος κύριος διαβάζει εφημερίδα στο σπίτι του και πληροφορείται σχετικά με ένα εξαιρετικά ασύνηθες γεγονός. Εκφράζει την δυσπιστία του σε όλους τους τόνους, σίγουρος για την λογική που βγάζει μέχρι εκείνη την στιγμή ο κόσμος. Τότε εμφανίζεται ο άγγελος του παραδόξου. Φτιαγμένος από μέρη διάφορων δοχείων, χέρια που μοιάζουν με μπουκάλια, πόδια με βαρέλια και κεφάλι σαν καπάκι γερμανικού παγουριού, κάτι που του προσδίδει και μια γερμανική εκφορά των αγγλικών, προκαλεί μια φαντασμαγορία, επίσης σε γερμανικά πρότυπα βγαλμένη είτε από τον Φαόυστ του Γκαίτε (1832) είτε από την Ισαβέλλα της Αιγύπτου (1812) του Άρνιμ, στην οποία για κακή του τύχη και προς μεγάλη του δυσφορία συμμετέχει ο πρωταγωνιστής του διηγήματος. Ο άγγελος φεύγει και ο άλλος πέφτει για ύπνο. Βλέπει όνειρα εξίσου παρανοϊκά. Εδώ, θα σταθούμε λίγο περισσότερο και συγκεκριμένα στο εξής επεισόδιο του ονείρου:

 

Χωρίς να απελπιστώ ωστόσο, ανέλαβα να κατακτήσω μια λιγότερο αδιάλλακτη καρδιά. Για μια σύντομη περίοδο, οι οιωνοί φαίνονταν αίσιοι και πάλι× όμως και πάλι παρενέβη ένα ανάξιο λόγου συμβάν. Έχοντας συναντήσει τη μνηστή μου σε μια λεωφόρο όπου συνέρρεε η ελίτ της πόλης, έσπευσα να τη χαιρετήσω με μια από τις πιο εκλεπτυσμένες μου υποκλίσεις, όταν ένας κόκκος άμμου κάποιου απροσδιόριστου υλικού, εγκαθιστάμενος στη γωνία του ματιού μου, με κατέστησε, στιγμιαία, εντελώς τυφλό. Πριν προλάβω να ανακτήσω την όρασή μου, η κυρία της καρδιάς μου είχε εξαφανιστεί – ανεπανόρθωτα αντιμέτωπη με ό,τι επέλεξε να θεωρήσει προμελετημένη μου αγένεια: να την προσπεράσω χωρίς να την χαιρετήσω. Ενώ στεκόμουν σαστισμένος με το ξαφνικό του ατυχήματος (που θα μπορούσε να συμβεί, ωστόσο σε οποιονδήποτε θνητό υπό τον ήλιον) και ενώ συνέχιζα να μην μπορώ να δω, με πλησίασε ο Άγγελος του Παραδόξου και μου προσέφερε τη βοήθειά του με μια ευγένεια που δεν είχα κανέναν λόγο να προσδοκώ. Εξέτασε το προσβεβλημένο μάτι μου με μεγάλη λεπτότητα και επιδεξιότητα, με πληροφόρησε ότι υπήρχε μέσα του μια ρανίδα (ό,τι λογής ρανίδα κι αν ήταν), την έβγαλε και μου προσέφερε ανακούφιση.[1]

Διαβάστε περισσότερα