Ζωή Δικταίου, «Αύριο, λέξεις στην παλιά βαλίτσα / Τα χέρια της και μια ραπτομηχανή»
2Ιαν
«Είναι μεγάλο έξοδο μια ραπτομηχανή κι αν δεν μάθεις γρήγορα, να ξέρεις θα την πουλήσω κι εσύ θα πας παραδουλεύτρα όπου βρεθεί» έτσι είχε προειδοποιήσει η Ανεζίνα, την ανιψιά μα και ψυχοκόρη της, την Ισμήνη, μα μπορεί και να μην την εννοούσε εκείνη την κουβέντα. Έπειτα, άνοιξε το παραδοσάκουλο που είχε κρεμασμένο μ’ ένα μπλάβο κορδόνι στο λαιμό μέσα από το μεσοφόρι της και μέτρησε τους παράδες στον έμπορο που είχε έρθει από τη Χώρα.
Η Ισμήνη, είχε τρία χρόνια που πήγαινε στο μοδιστράδικο της Ολυμπίας για να μάθει την τέχνη κι όταν φορούσε τη δαχτυλήθρα, θαρρείς φυλάκιζε εκεί, έγνοιες και καημούς και το μόνο που ζητούσε η καρδιά της ήταν να μη φύγουν τα χρόνια, να μη σβήσουν τα όνειρα. Η αγάπη, αυτή η πιο ευγενική φιλοδοξία, αυτή ήταν ο σκοπός της ζωής της.
Η Ολυμπία, καλοντυμένη αλλά μαυροφορεμένη, έρμη και μοναχή την είχε αφήσει ο πόλεμος της Μικράς Ασίας. Νιόπαντρη όταν έγινε το κακό και κάπως μεγαλοκοπέλα για την εποχή αφού κόντευε τα τριάντα, μα σίγουρα νιόπαντρη -εκείνος ο «Μαύρος Αύγουστος» του 1922, αυτός έκανε αβάσταχτο τον ύπνο και εφιάλτη τον ξύπνιο της. Άνοιξε το φτωχικό της -δυο δωματιάκια όλο κι όλο το σπίτι της- και για να ξεχνάει τα φαρμάκια που την είχε μεταλάβει η ζωή, μάζευε τις κοπέλες –όχι μόνο από τη Νεάπολη αλλά και από τα γύρω χωριά και τις μάθαινε τέχνη. Με την κλωστή και τη βελόνα έλεγες κάπως ξεχνιόταν, σαν ο πόνος να γινόταν στείρος και βάραινε λιγότερο, μόνο που όταν σήκωνε τα μάτια και κοίταζε στον καθρέφτη προλάβαινε μια γκριμάτσα οίκτου προς τον ίδιο της τον εαυτό κι αυτό δεν άλλαζε.
Παρέμενε σιωπηλή κι αν κάποια από τις υποψήφιες μοδιστρούλες προσπαθούσε ν’ ανοίξει κουβέντα για εκείνο τον ξεριζωμό και τα σπίτια που ξεκληρίστηκαν, για να την σταματήσει τσιμπιόταν με τη βελόνα, άθελά της τάχα μου, -τα δάχτυλα ψιλό σουρωτήρι από τα τρυπήματα- «αχ, αχ, μ’ αυτές τις κουβέντες, τρύπησα το δάχτυλο μου, κοπέλες φέρτε το γυαλικό με το οινόπνευμα» έλεγε με θολωμένα μάτια, μα αδάκρυτη πια. Το καταλάβαινες όμως πως το μέσα της μοιρολόι δεν είχε σταματήσει.
Κοπέλα στον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο το 1913 ορφάνεψε από πατέρα -στη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά είχε σκοτωθεί. Θυμόταν τον παππού της να λέει με περηφάνια πως, ο γιός του, είχε πέσει ηρωικώς μαχόμενος, πιστός στο σάλπισμα «εμπρός διά της λόγχης». Θυμόταν και τη μάνα της, με μαυροκυκλιασμένα τα μάτια και στεγνή από ζωή να λυγίζει «ανάθεμα τον αίτιο, ανάθεμα» έλεγε μέχρι που ο χαμός και ο φόβος τής άνοιξαν διάπλατα την πόρτα στην τρέλα, μπήκε και δεν βγήκε ποτέ, λίγο κράτησε, ίσαμε που πέθανε όμως, σκιαγμένη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και όλο δάγκωνε τη γλώσσα της για να μην ξεστομίσει, τί αλήθεια; δεν ήξερε.
Διαβάστε περισσότερα





