Ανδρέας Πολυκάρπου, «Ποτέ ο Θάνατος»
3Ιαν
Ποτέ ο Θάνατος
δεν καταφθάνει σαν κατακτητής.
Μήτε στα κοκαλωμένα χέρια του
λάβαρα κρατά και σάλπιγγες.
Μόνο, με ένα από μετάξι μαντήλι
σκουπίζει το ιδρωμένο πρόσωπο
στον στερνό απάνω
του ψυχορραγητού τον ανασαμό.
Δεμένα κουβαλά στη ράχη του,
του νεκρού τα πλήθια όνειρα.
Τα τόσα ανοιξιάτικα πρωινά
που χόρτασε το κορμί,
τις μυριάδες της καλοκαιρινής ζέστας
ράθυμες λέξεις που σκόρπισαν
στων κυμάτων τον αφρό
και στο κουβεντολόι του ήλιου.
Τις ανάσες των πρώτων
φθινοπωρινών φιλιών, δυο εραστών
που δεν θα ανταμώσουν ξανά ποτέ.
Αφήστε ένα σχόλιο






