Τίμος Μωραϊτίνης( 1875-1952), «Ο στραβομύτης», εφ. «Έθνος», 24/12/1935
25Δεκ
Εκείνο το χειμωνιάτικο σούρουπο το κρύο ήταν τσουχτερό και οι τρεις παλιοί ψαράδες της Γαλιλαίας είχαν στριμωχθεί κοντά στη φωτιά για να τα πούνε. Περνούσαν έτσι πάντοτε την ώρα με θαλασσινές ιστορίες και μ’ άλλα επεισόδια από την ζωή τους. Είπαν κι εκείνο το βράδυ πολλά. Μιλούσαν μόνον οι δυο, ο τρίτος που ήταν και ο μεγαλύτερος και ο πιο παλιός στο ψάρεμα άκουγε μόνο με το κεφάλι σκυμμένο. Ήταν όμως εβδομηντάρης γέρος γεμάτος ζωή. Θαλασσινός, ψημένος από τον ήλιο κι από την άλμη. Μα είχε ένα βάσανο. Ήταν η μύτη του λίγο στραβή και το σαγόνι του έτρεμε. Ένα βαθύ σημάδι, μια ουλή στο δεξί του μάγουλο, έδειχνε πώς κάποιο ατύχημα του είχε συμβεί. Δεν είχε πει όμως τίποτε ποτέ του σε κανένα. Τον έλεγαν Θωμά. Μα όταν ήθελαν να τον πειράξουν τον εφώναζαν στραβομύτη. Δε θύμωνε. Ίσα-ίσα έδειχνε πως τον ευχαριστούσε αυτό το παρατσούκλι. Παράξενα πράγματα, αλήθεια. Να νοιώθεις ευχαρίστηση γιατί είσαι παραμορφωμένος! Αυτό έκανε και πολλούς να τον υποπτεύονται. Γεννήθηκε τάχα σημαδεμένος ή είναι καμιά ιστορία που δεν πρέπει να την πει γιατί τον ρεζιλεύει και για να την σκεπάσει κάνει τάχα πως δεν τον πειράζει όταν τον φωνάζουν στραβομύτη;
Όταν oι άλλοι δύο ετελείωσαν τις ιστορίες τους, ο μπάρμπα Θωμάς είπε να φύγουν. ‘Αρχισε να σβήνει και η φωτιά και η νύχτα είχε φθάσει.
Δε μας είπες και συ κανένα παραμύθι, γέρο.
Αν μπορούσα να μιλήσω, θάλεγα.
Διαβάστε περισσότερα





