Εκείνο το χειμωνιάτικο σούρου­πο το κρύο ήταν τσουχτερό και οι τρεις παλιοί ψαράδες της Γαλιλαίας είχαν στριμωχθεί κοντά στη φωτιά για να τα πούνε. Περνούσαν έτσι πάντοτε την ώρα με θαλασσινές ιστορίες και μ’ άλλα επεισόδια από την ζωή τους. Είπαν κι εκεί­νο το βράδυ πολλά. Μιλούσαν μόνον οι δυο, ο τρίτος που ήταν και ο μεγαλύτερος και ο πιο παλιός στο ψάρεμα άκουγε μόνο με το κεφάλι σκυμμένο. Ήταν όμως εβδομηντάρης γέρος γεμάτος ζωή. Θαλασσινός, ψημένος από τον ήλιο κι από την άλμη. Μα είχε ένα βάσανο. Ήταν η μύτη του λίγο στραβή και το σα­γόνι του έτρεμε. Ένα βαθύ σημάδι, μια ουλή στο δεξί του μάγουλο, έ­δειχνε πώς κάποιο ατύχημα του είχε συμβεί. Δεν είχε πει όμως τίποτε ποτέ του σε κανένα. Τον έλεγαν Θωμά. Μα όταν ήθελαν να τον πει­ράξουν τον εφώναζαν στραβομύτη. Δε θύμωνε. Ίσα-ίσα έδειχνε πως τον ευχαριστούσε αυτό το παρατσούκλι. Παράξενα πράγματα, αλήθεια. Να νοιώθεις ευχαρίστηση γιατί εί­σαι παραμορφωμένος! Αυτό έκανε και πολλούς να τον υποπτεύονται. Γεννήθηκε τάχα σημαδεμένος ή είναι καμιά ιστορία που δεν πρέπει να την πει γιατί τον ρεζιλεύει και για να την σκεπάσει κάνει τάχα πως δεν τον πειράζει όταν τον φωνάζουν στραβομύτη;

Όταν oι άλλοι δύο ετελείωσαν τις ιστορίες τους, ο μπάρμπα Θω­μάς είπε να φύγουν. ‘Αρχισε να σβήνει και η φωτιά και η νύχτα είχε φθάσει.

Δε μας είπες και συ κανένα παραμύθι, γέρο.

Αν μπορούσα να μιλήσω, θάλεγα.

(…)

Ο γέρο ψαράς έφερε το χέρι του στη βαθιά ουλή του προσώπου του κι εσώπασε. Οι άλλοι τον κοίταζαν τώρα με κάποιο σεβασμό, που δεν είχαν αισθανθεί ως τότε. Ήταν λοιπόν ο γέρο ψαράς ο στραβομύτης ένα από τα αμέτρητα θύματα που εσφάγησαν για το Βρέφος της Βηθλεέμ. Θυμόντουσαν καλά τώρα τη φρικτή ιστορία οι καλοί αυτοί ψαράδες, που ήσαν από τους πρώτους που επίστεψαν εις τον Κύριον. Θυμόντουσαν και άκουαν τους θρήνους και τους γόους των μητέρων. Θυμόντουσαν πως 14.000 αγγελικές ψυχούλες ανέβηκαν στον ουρανό σαν αμέτρητες ευωδίες λουλουδιών που εξεψύχησαν όλα μαζί και πως μυριάδες σταγόνες από το πιο αγνό και αμόλυντο αίμα έβρεξαν την γην. Και η γη επλημμύρισε από ρόδα.

Η φωτιά ξαναζωήρεψε. Μια φλόγα ξεπετάχθηκε από τη ζεστή στάχτη και ένα ρόδινο φως εστεφάνωσε το πρόσωπο του γέρο ψαρά.

Από τότε δεν τον ξαναφώναξαν στραβομύτη.

 

 [Από το αρχείο του ερευνητή της λογοτεχνίας Γιώργου Ζεβελάκη]