Θεοχάρης Παπαδόπουλος, «Μεταμοντέρνες αυταπάτες», εκδ. Μανδραγόρας 2021 (γράφει ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής)
13Ιου
“Η αυταπάτη μέσα στον μετανεωτερισμό και διαμέσου αυτού”
Διαβάζοντας τον τίτλο της συλλογής, μου ήρθε στο μυαλό ένα παλαιότερό μου ανάγνωσμα, Οι αυταπάτες της μετανεωτερικότητας, του Τέρυ Ίγκλετον (Καστανιώτης 2003), ενός διανοούμενου που άσκησε κριτική στο εν λόγω ρεύμα, επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από τις ιδέες του μαρξισμού (και όχι μόνο). Νομίζω, είτε έχει διαβάσει αυτό το βιβλίο ο ποιητής είτε όχι, ότι εναρμονίζεται με το γενικότερο πνεύμα του. Ο Ίγκλετον εμπλέκει την κατάρρευση των αριστερών ιδεών και τη στροφή από το συλλογικό όραμα της «μεγάλης αφήγησης» του μαρξισμού, που ήταν κραταιό στο μεγαλύτερο μέρος του το εικοστού αιώνα, με τις ρευστές ατομιστικές μεταμοντερνιστικές αντιλήψεις περί υποκειμένου, κριτικής λογοτεχνίας και ιστορίας και τη σχετικότητα της αλήθειας, βρίσκοντας μέσα σε αυτές και σπέρματα του ιδεαλισμού. Θεωρεί ότι το ρεύμα αυτό είναι άμεση αντανάκλαση της ολοκληρωτικής επικράτησης του καπιταλισμού και του καταναλωτισμού στην κοινωνία και κατά συνέπεια στην αποτύπωσή τους στη λογοτεχνία. Ο ποιητής, με τον τίτλο και το περιεχόμενο του βιβλίου, μοιάζει να εννοεί γενικότερα τις μεταμοντέρνες κοινωνίες και όχι το λογοτεχνικό ρεύμα του μεταμοντερνισμού, παρ’ όλο που οι έννοιες αυτές σχετίζονται.
Συνέπεια αυτών στα οποία αναφέρεται ο Ίγκλετον, είναι στην Ελλάδα, στο χώρο της ποίησης, «η γενιά του ιδιωτικού οράματος», όπως ονόμασε τη γενιά του ογδόντα ο Ηλίας Κεφάλας, από την οποία ο Παπαδόπουλος διαφοροποιείται μερικώς, καθώς τα θέματά του αγγίζουν τόσο την ατομική εκπλήρωση όσο και πιο κοινωνικά ιδανικά. Άλλωστε ο ποιητής θα πρέπει να καταταχτεί σε μετέπειτα γενιά, μια και είναι νεότερος. Από εκεί πηγάζει και ο τίτλος της συλλογής, που νομίζω όμως ότι μέσα στο στέλεχός της παίρνει διττή έννοια, καθώς σαφώς αποκηρύσσεται η μετανεωτερική «λογική», αλλά από την άλλη χρησιμοποιούνται και κάποιες μεταμοντέρνες τεχνικές γραφής. Έτσι, μετατρέπει σε ποίηση αγοραίες αποτυπώσεις (π.χ. ολόκληρο το ποίημα η «Σιωπή», σ.36), καταργώντας τα στεγανά μεταξύ «ανώτερης» και «λαϊκής» τέχνης, κάτι που κάνουν και οι μεταμοντερνιστές. Τέτοιες εκφράσεις υπάρχουν διάχυτες στη συλλογή. Παραθέτω μερικές: «πνίγω την έλλειψη σ’ ένα μπουκάλι ρούμι» (σ.27), «Οροί σε σκληρό ροκ» (σ.34), «Εσείς ποιητά, που νιώθετε διάσημος/ θέλετε λίγο μπέιμπι όιλ/ στα γραπτά σας» (σ.35). Αυτή τη νοοτροπία εκφράζουν και οι στίχοι «Ψάχνω να με βρω/ σ’ εκείνους τους παράξενους μποέμ/ που φιλοσοφούν/ δίπλα στης πόλης τα σκουπίδια» (σ.11). Έτσι χρησιμοποιεί κάποιες από τις τεχνικές του ρεύματος για να στραφεί ιδεολογικά εναντίων του, αυτοσαρκάζοντας, εκούσια ή ακούσια, τον ίδιο το τίτλο και το εγχείρημα της συλλογής, εντοπίζοντας εντός του την αυταπάτη. Καταργεί έτσι τα σύνορα της μεταμοντερνιστικής και της μη μεταμοντερνιστικής γραφής.






