Μεταφραστικό Εργαστήρι

Georg Heym, “Οφηλία” (μετάφραση-επίμετρο: Κώστας Μαντζάκος)

I.

Μικροί, μεσ’ στα μαλλιά της νεροπόντικες, στήσανε φωλιά,
τα στολισμένα χέρια της, όπως στο ρεύμα πλέουν απλωτά,
πτερύγια μοιάζουν, έτσι κυλάει μεσ’ απ’ τη σκιά
της άγριας ζούγκλας που λουφάζει στα νερά.

Του ήλιου τα στερνά, που μεσ’ στα σκότη τριγυρνάν,
στ’ άδυτο του μυαλού της, βυθίζονται βαθειά.
Νεκρή γιατί ‘ναι; Γιατι πλέει, τόσο μόνη, στα νερά,
που τις φτέρες και τις πόες στριφογυρνάν;

Μεσ’ στις πυκνές, το αγέρι εστάθη, καλαμιές.
Σαν χέρι, που οι νυχτερίδες το φοβούνται.
Με μαύρες, απ’ το νερό ακόμα υγρές,
φτερούγες πάνω απ’ την σκούρα κοίτη αιωρούνται,

Σαν καπνός, σαν σύννεφα νυχτερινά. Στο στήθος της
γλιστράει ένα μακρύ, λευκό χέλι. Στο μέτωπο λαμπυρίζει
μια πυγολαμπίδα. Και μιά ιτιά με φύλλα κλαψουρίζει
πάνω σ’ αυτήν και στη βουβή αγωνία της.

Διαβάστε περισσότερα