E. Μύρων, “Συντηρητής ουράνιων τόξων”
3Νοε
Καμιά φορά ο τροχός της τύψης έστελνε τον Κ. στα χαρακώματα της παλάμης του. Να δει πού μαίνεται ο εαυτός του. Δεν είχε μπαλώσει ακόμα το τρύπιο μπουφάν του παρελθόντος και οι αρθρώσεις του είχαν σκουριάσει απ’ την καραμπόλα με το σκισμένο μέλλον.
Σήμερα κατάλαβε (χρειάστηκε, καταπώς φαίνεται, μια γερή δόση αιωνιότητας) πως το παρελθόν δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από ένα νόμισμα. Επαρκώς φαγωμένο κι από τις δυο του πλευρές. Δηλαδή δε φτάνει ούτε για εισιτήρια. Αφού άπλωσε τους πνιγμούς του να στεγνώσουν (στο σχοινί με το οποίο κρατούσε οικόσιτες τις προσευχές του) βγήκε στο δρόμο για τον φάρο. Είχε στο σκόπευτρο (με όσα νιάτα απέμειναν στο γεμάτο από ρήματα ορίζοντα) μόνο ουρανό – το μόνο χειροπιαστό άπειρο. Στο κάτω κάτω κανείς δεν ξέρει πού θα τραυλίσει ο διάολος και θα σου κάνει το βάσανο σάβανο. Το να έχεις καβατζάρει ένα μούδιασμα είναι σοφό.






