Νέοι Ποιητές

Γιάννης Σμίχελης, Ποιήματα

ΠΛΗΓΗ

Κι όλα στριφογύριζαν σαν μια φυλακή
Δίχως έξοδο, μονάχα χέρια και πόδια
Από τα παράθυρα κρεμασμένα είτε προτεταμένα
Και φιλιά , αγγίγματα, σύντομες αγκαλιές
Με τον έξω κόσμο
Αλλά πάντα το σώμα δέσμιο

Που και που κατάφερνε το κεφάλι
Με την ευλυγισία του μυαλού
Να περάσει ανάμεσα από τα κάγκελα
Και να τραφεί με μια ευρυγώνια μάτια
Της ομορφιάς
Μα ο λαιμός δεν μπορούσε να γίνει
Ελατήριο και να πεταχτεί έξω
Ήταν πάντα δεμένος με την σκιά

Εκείνη διαρκώς θλιμμένη
Γνώριζε μόνο το παιχνίδι των φωτοσκιάσεων
Ανάμεσα σε μαύρο μέχρι γκρίζο
Χαμογελούσε σπάνια με τα δόντια σφιγμένα
Και μια καχυποψία έντυνε τον κλειστό χώρο
Με αποστροφές και διαγραφές

Ρουφούσε το λιγοστό εισερχόμενο φως
Με μανία
Το βύθιζε στα πιο σκοτεινά δωμάτια της
Και ντυνόταν εικόνες κι οπτασίες μιας
Γυναίκας που πάντα λαχταρούσε και μισούσε
Εκείνης που ήθελε να ξεχάσει αλλά μάταια
Έπαιζε πρωτότυπες σκηνές καθημερινού θεάτρου
Από μια περίοδο μιας άλλης ζωής
Πάντα με το ίδιο τέλος αηδία

Σαπισμένα τρόφιμα κόπρανα μολυσμένα έλη
Βάλτοι και σκουπιδότοποι
Όλα ένας αργός πολτός και πάντα ένα λαμπερό
Αλαβάστρινο ευθυτενές με διακριτές καμπύλες
Λαχταριστό γυναικείο σώμα
Φωτεινό
Με γυαλιστερά μάτια να του λέει
Μειδιώντας
Φεύ, Status quo: είναι και χρόνος σ’ αδιέξοδο

Διαβάστε περισσότερα