ΠΛΗΓΗ

Κι όλα στριφογύριζαν σαν μια φυλακή
Δίχως έξοδο, μονάχα χέρια και πόδια
Από τα παράθυρα κρεμασμένα είτε προτεταμένα
Και φιλιά , αγγίγματα, σύντομες αγκαλιές
Με τον έξω κόσμο
Αλλά πάντα το σώμα δέσμιο

Που και που κατάφερνε το κεφάλι
Με την ευλυγισία του μυαλού
Να περάσει ανάμεσα από τα κάγκελα
Και να τραφεί με μια ευρυγώνια μάτια
Της ομορφιάς
Μα ο λαιμός δεν μπορούσε να γίνει
Ελατήριο και να πεταχτεί έξω
Ήταν πάντα δεμένος με την σκιά

Εκείνη διαρκώς θλιμμένη
Γνώριζε μόνο το παιχνίδι των φωτοσκιάσεων
Ανάμεσα σε μαύρο μέχρι γκρίζο
Χαμογελούσε σπάνια με τα δόντια σφιγμένα
Και μια καχυποψία έντυνε τον κλειστό χώρο
Με αποστροφές και διαγραφές

Ρουφούσε το λιγοστό εισερχόμενο φως
Με μανία
Το βύθιζε στα πιο σκοτεινά δωμάτια της
Και ντυνόταν εικόνες κι οπτασίες μιας
Γυναίκας που πάντα λαχταρούσε και μισούσε
Εκείνης που ήθελε να ξεχάσει αλλά μάταια
Έπαιζε πρωτότυπες σκηνές καθημερινού θεάτρου
Από μια περίοδο μιας άλλης ζωής
Πάντα με το ίδιο τέλος αηδία

Σαπισμένα τρόφιμα κόπρανα μολυσμένα έλη
Βάλτοι και σκουπιδότοποι
Όλα ένας αργός πολτός και πάντα ένα λαμπερό
Αλαβάστρινο ευθυτενές με διακριτές καμπύλες
Λαχταριστό γυναικείο σώμα
Φωτεινό
Με γυαλιστερά μάτια να του λέει
Μειδιώντας
Φεύ, Status quo: είναι και χρόνος σ’ αδιέξοδο

ΑΡΧΟΝΤΟΑΛΗΤΗΣ

Στον Νίκο

Ρε Νίκο, εσύ γεννήθηκες σε μήτρα
Μία βαρέλα ροζέ κρασί
Το κολύμπι έμαθαν τα πνευμόνια σου
Στην γλυκιά μέθη της στυφής γεύσης
Μία νηφαλιότητα μεθυστική
Σαν τα τραγούδια της θάλασσας
Στο αυγουστιάτικο φεγγάρι

Γυρνοβολουσες με το χαμόγελο της χαράς
Ένα αιώνιο μειδίαμα εφερνες καλοπιάνοντας μάτσο πελάτες
Να λουστούν με το πηγαίο κέφι του απ’ενταρου κλόουν
Κι όταν τσέπωνες το 5 ευρώ υπόκλιση στο ύψος της κάλπης
Πάντα ο ψήφος στο κόμμα της εργατιάς

Τα όρια της ζωής σου στην έκταση της μικρής πόλης
Τα βάθη της καρδιάς σου μια τρύπια τσέπη με νομίσματα άστρα στο οδόστρωμα της φιλίας
Έφευγες χελιδόνι στα όνειρά σου και γυρνούσες σπουργίτι στην πριγκιπική αλητεία
Και η κάθε γυναίκα ένας αιώνιος μαστός ψυχεδέλειας

Ένα φτερό στον άνεμο με πεποιθήσεις συμφιλίωσης
Μία καύτρα τσιγάρου στην αποχή της μοίρας
Σπαρταριστό πυροτέχνημα στον μπάγκο τζαζ μπαρ

Έσβηνες κάθε καλοκαίρι τα λαμπιόνια του ουρανού με νωχελικά σκέρτσα
Και την ηλιόλουστη μέρα γέμιζες γωνιές δροσιάς χάρη στον ίσκιο της αύρας σου
Μα πόσο ν’ αντέξει μια κρυμμένη σιωπή στην αρένα της απληστίας;
Μία φορά αποκαλύφθηκε και σε παρανάλωμα σαρκασμού χόρεψε τον συρτό της απόγνωσης
μέχρι τον γκρεμό της λυτρωτικής φιγούρας