Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ

Η ζωή φορές μας κοιτάζει απ’ το παράθυρο

Σχολαστικά τη μοίρα καθαρίζει από τις μελανιές της

Εικόνες μαζεύοντας σιωπής έως την επόμενη έκρηξη.

Καθώς αυξάνονται τα ελαφρυντικά στη χώρα της αυταπάτης

Το ελάχιστο συλλέγουμε άπειρο πριν αυτομολήσει.

Κοιμόμαστε μέσα στον άνεμο έχοντας  την αγάπη στρώμα

Στο ταξίδι της αναγκαίας για την πορεία του μυαλού συμφιλίωσης.

Αιμόφυρτοι στην προσπάθεια ν’ αντέξουμε τη δυστοπία

Όσο κι αν πάντα ερχόμαστε δεύτεροι στον επιτόπιο βηματισμό

Ρώγες μαζεύουμε και ψέματα στων ματιών τις διάτρητες κόρες.

Πόσο εδώδιμο αντέχει ακόμη διάνυσμα η καμπύλη της σκέψης;

 

Βαραίνει η πληρωμή όταν στηρίγματα αναζητά προσώρας

Το όλον γεννιέται για να χαθεί

Κι ο χρόνος εξανεμίζεται

Γιατί δεν υπάρχει.

 

DIE MAGIE DES NICHTS

Das Leben betrachtet uns manchmal hinter dem Fenster
Scholastisch säubert es das Schicksal von seinen blauen Flecken
Sammelt Bilder der Stille ein bis zur nächsten Explosion.
Zumal sich die mildernden Umstände im Land der Selbsttäuschung vermehren
Die geringste bewahren wir Unendlichkeit bevor sie überläuft.
Im Wind schlafen wir auf der Liebesmatratze
Während der, für die Laufbahn des Verstandes, notwendige Reise der Versöhnung.
Blutüberströmt sind wir im Versuch die Dystopie zu überstehen
Auch wenn wir immer als Zweite beim Gang vor Ort kommen
Pflücken wir Beeren und Lügen in den durchlöcherten Augenpupillen.
Wie viel Genuss haltet der Kurvenvektor des Gedächtnisses noch aus?

Schwer wird dieZahlung, wenn sie nach vorläufigen Stützen sucht
Das Ganze entsteht um in Verlust zu geraten
Und die Zeit löst sich in Luft auf
Weil sie einfach nicht existiert.

************************************

ΟΙ ΡΑΓΕΣ

Είμαι μια ασήμαντη σιδερένια ράγα

Δίπλα μου άλλη μία

Μοναχική επίσης

Ανάμεσα μας χαλίκια κι αγριολούλουδα

Δεν συναντιόμαστε ποτέ

Στρωμένες από χέρια καταδίκων

Στειρωμένες εξαιτίας παραδόσεων οικογενειακών

Περιμένουμε να περάσουν από πάνω μας

Πολύχρωμα τα  βαγόνια και τα αισθήματα.

Αγνοώντας μας επιδεικτικά για πολλές δεκαετίες

Χορταριάσαμε με εικασίες για την αγάπη

Όμως το τρένο

Δεν φάνηκε στον ορίζοντα ποτέ.

 

Δυο σκιές άηχες πια

Ακίνητες στεκόμαστε για πάντα

Άσαρκες ακούγοντας νότες.

 

 

*

 

DIE SCHIENEN

Ich bin eine unbedeutende eiserne Schiene
Neben mir noch eine andere
Genauso einsam
Zwischen uns Kieselsteine und Feldblumen
Treffen uns nie
Verlegt von Häftlingshänden
Zeugungsunfähig aus familiären Traditionen
Warten, dass über uns
Bunt die Waggons und die Gefühle gleiten.
Man ignoriert uns demonstrativ schon seit Jahrzehnten
Hat uns von Liebesvermutungen überwuchern lassen
Jedoch ist der Zug
Am Horizont niemals erschienen.

Zwei lautlose nun Schatten
Stehen wir auf ewig unbewegt
Leiblosen Noten zuhörend.

 

********************

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΛΟΧΜΕΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ

Ανεξέλεγκτες ώρες ανθίζουνε μέσα μας ποταμούς

Το πανάρχαιο βάφοντας όνειρο με ασημένιες κιμωλίες.

Ταξίδια του νου οι πλόες των μέθυσων σκέψεων

Άλλοθι και καταφύγιο μαζί η σιωπή των πνευστών

Κι η υγρασία στων εμπρηστών τα χείλη

Καημός ενδόμυχος χειροκρότημα λευκό

Ο επερχόμενος ναύλος φιλί αγίασμα δροσίζει τα χείλη

Πορτοκαλιού ανθός βροτός ανάμεσα σε λόχμες πανσελήνου.

Σκαρφαλωμένοι στο αέναο εκκρεμές του ανολοκλήρωτου

Ως στήλη παραμένουμε αλατιού

Άπραγοι κι αμετάβλητοι.

 

Έξω ο Βαρδάρης σαρώνει ανθρώπους, πάθη κι αισθήματα

Το θνησιγενές μετατρέποντας σε ερωτόβιο.

 

*

ZWISCHEN DEM GESTRÜPP DES VOLLMONDES

Unkontrollierbare Stunden blühen in unseren inneren Flüssen
Den uralten Traum mit silberner Kreide färbend.
Geistesreisen die Schifffahrten der betrunkenen Gedanken
Alibi und Zufluchtsort zusammen mit dem Schweigen der Blasinstrumente
Und die Feuchtigkeit auf den Lippen der Brandstifter
Verborgener Kummer weißer Applaus
Das zukünftige Frachtgeld wie ein Kuss, Weihwasser erfrischt die Lippen
Die Orangenblüten wie die Sterblichen zwischen dem Gestrüpp des Vollmondes.
Auf dem unendlichen Pendel des Unerfüllten geklettert
Erstarren wir wie eine Salzsäule
Unerfahren und unveränderlich.

Draußen reißt der VardarisMenschen, Leiden und Gefühle mit sich
Wandelt das Sterbliche zur Leidenschaft um.

 

*******************************************************

 

Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1951 στην οποία σπούδασε, ζει και εργάζεται ως Χειρούργος Οφθαλμίατρος. Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ. έχει διατελέσει Πρόεδρος της Οφθαλμολογικής Βορείου Ελλάδος, της Ελληνικής Ομοσπονδίας Οφθαλμολογικών Εταιρειών και της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος.

Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί στα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Συμμετείχε με ποιήματα του στην 8η Λογοτεχνική Σκηνή του Γιώργου Κορδομενίδη, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2019, όπου τον παρουσίασε ο ποιητής και κριτικός Δήμος Χλωπτσιούδης.

Στο Ιταλικό λογοτεχνικό περιοδικό IL FILOROSSO, τ. 69, δημοσιεύονται τρία ποιήματα του καθώς και στο ανάλογο Inverso άλλα πέντε σε μετάφραση Crescenzio Sangiglio.