Αστέρια του Μάρτη
[Sterne im März]
Αργεί ακόμα ο θερισμός. Προβάλλουνε
χωράφια στη βροχή κι αστέρια το Μάρτη.
Με τον τρόπο των άκαρπων λογισμών
υποκύπτει το σύμπαν, καταπώς κάνει
το φως, που δεν αγγίζει στο χιόνι.
Κάτω απʼ το χιόνι χώμα θα ʼναι
κι αυτό δεν χάνεται: του χώματος
οι όψιμες τροφές. Ω άνεμε που ψηλά σηκώνεις!
Και πάλι τʼ αλέτρια σκίζουν το σκότος.
Ζητούν να μεγαλώσουν οι μέρες.
Τις μεγάλες μέρες μάς θερίζουνε χωρίς να μας ρωτούν
με κείνες τις καμπύλες και τις ευθείες∙
και χάνονται τʼ άστρα. Πάνω στα λιβάδια
ευδοκιμούμε και μαραζώνουμε δίχως επιλογή,
υποκύπτοντας στη βροχή κι εντέλει στο φως.
Γέφυρες
[Brücken]
Πιο δυνατά τεντώνει ο άνεμος την κορδέλα στις γέφυρες.
Στις τραβέρσες ακονίζει
ο ουρανός το πιο βαθύ του κυανό.
Δώθε κείθε περνούν, η μια μες στην άλλη
οι σκιές μας στο φως.
Γέφυρα Μιραμπώ… Γέφυρα του Γουότερλου…
Πώς το υποφέρουν τα ονόματα
να φέρουν κείνους που όνομα δεν έχουν;
Καθώς τα αναταράσσουν οι Χαμένοι,
που η πίστη δεν μπόρεσε να τους μεταφέρει,
ξυπνούν τα τύμπανα στο ποτάμι.
Μοναχικές είνʼ όλες οι γέφυρες,
κι είναι η φήμη κίνδυνος για κείνες
όπως και για μας, κι ας νομίζουμε
πως νιώθουμε στους ώμους μας
τα βήματα των άστρων.
Κι όμως, στην κατηφοριά του εφήμερου
κανένα όνειρο, σαν αψίδα, δε μας σκεπάζει.
Καλύτερα να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές
που δίνουν οι όχθες, καθώς περνάμε απʼ τη μια στην άλλη,
κι όλη μέρα καραούλι να φυλάμε
για τον Εντεταλμένο που θα κόψει την κορδέλα.
Γιατί τότε κείνος θα φτάσει του ήλιου το ψαλίδι
μες στην ομίχλη∙ κι αν ο ήλιος τον τυφλώσει,
το πούσι θα τον καταπιεί καθώς θα πέφτει.
Στων ρόδων τη θύελλα
[Im Gewitter der Rosen]
Όπου κι αν στραφούμε μες στη θύελλα των ρόδων
αστράφτει από τʼ αγκάθια η νύχτα∙ κι η βροντή
των φύλλων, άλλοτε τόσο σιωπηλή μες στους θάμνους,
μας παίρνει τώρα στο κατόπι.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Τα τρία ποιήματα της Ίγκεμποργκ Μπάχμαν (Ingeborg Bachmann, 1926-1973) που παρουσιάζονται εδώ προέρχονται από τη συλλογή “Die gestundete Zeit” (1953).
Πρόκειται για την πρώτη συλλογή ποιημάτων της σπουδαίας μεταπολεμικής Αυστριακής ποιήτριας. Περιέχει ποιήματα γραμμένα στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της δεκαετίας του ʼ50. Θεωρείται κορυφαία δημιουργία για τη σύγχρονη γερμανόφωνη λογοτεχνία. Τη χρονιά της κυκλοφορίας της η συλλογή έλαβε το Βραβείο της θρυλικής λογοτεχνικής ομάδας της μεταπολεμικής Γερμανίας Gruppe 47, στην οποία εντάχθηκε και η ποιήτρια.
Παρότι η Μπάχμαν βρισκόταν σε νεότατη ηλικία κατά την εποχή της συγγραφής των ποιημάτων αυτών, φαίνεται να έχει ένα ξεκάθαρο ποιητικό όραμα: η θέση της ατομικής ύπαρξης μέσα στο θολό τοπίο της πολλαπλά τραυματισμένης μεταπολεμικής κοινωνίας αντιμετωπίζεται με φιλοσοφική -αλλά και λυρική- διαύγεια, παρά τον κρυπτικό χαρακτήρα των εικόνων και των συμβολισμών.
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Θεοδόσης Κοντάκης











Σπουδαία ποίηση! Μια πολύ ιδιαίτερη φωνή.
Με ξάφνιασε! Με συγκίνησε βαθιά η Ingeborg Bachmann.
Σε αυτό συνέβαλε ασφαλώς και η μετάφραση του κ. Κοντάκη. Του σφίγγω το χέρι!
Παραθέτω μια από τις κορυφαίες ποιητικές στιγμές που απόλαυσα:
“Μοναχικές είνʼ όλες οι γέφυρες,
κι είναι η φήμη κίνδυνος για κείνες
όπως και για μας, κι ας νομίζουμε
πως νιώθουμε στους ώμους μας
τα βήματα των άστρων.”
Ωραία ποίηση. Ευχαριστούμε.
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο
Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τις Γέφυρες. Ανεβαίνω και κατεβαίνω τις Γέφυρες. Η ποίηση σε μεταφέρει στον άχρονο τόπο του ποιήματος
για να σου πει ότι όλα έχουν συμβεί πριν και θα συμβούν μετά από σένα. Εσύ είσαι η γέφυρα. Κυρία Μπάχμαν είσασαν καταπληκτική ποιήτρια.