ΑΦΙΕΡΩΜΑ: «Wilfred Edward Salter Owen (1893 -1918)» (Επιμέλεια- Μετάφραση: Μαρίνα Γεωργιάδου] [Α΄ΜΕΡΟΣ]

 

 

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: «Wilfred Edward Salter Owen (1893 -1918)» (Επιμέλεια- Μετάφραση: Μαρίνα Γεωργιάδου] [B΄ΜΕΡΟΣ]

Εκτεθειμένοι

 

Ι

Το μυαλό μας πονάει στον ανελέητο παγερό άνεμο που μας μαχαιρώνει απ’ την ανατολή…

Κατάκοποι παραμένουμε άγρυπνοι γιατί η νύχτα είναι σιωπηλή…

Τις θέσεις του εχθρού στη μνήμη μας συγχέει η αμυδρή γυρτή αναλαμπή,

Ανήσυχοι για τη σιωπή οι φρουροί ψιθυρίζουν, περίεργοι, νευρικοί.

Όμως δεν συμβαίνει τίποτε.

 

Στεκόμαστε. Ακούμε το συρματόπλεγμα να τεντώνει  στη μανία του ανέμου

Σαν το σπάραγμα του ανθρώπου στ’ αγκάθια του παγιδευμένου.

Αδιάκοπα στα βόρεια το υπόκωφο βουητό κι η λάμψη του πυροβόλου,

Μακριά, σαν τη θολή φήμη κάποιου άλλου πολέμου.

Τι κάνουμε εδώ;

 

Αρχίζει η πικρή δυστυχία τώρα που αχνοφέγγει η αυγή…

Όμως ο πόλεμος διαρκεί, η βροχή μουσκεύει και το σύννεφο υπόσχεται βροχή.

Η αυγή συγκεντρώνει το μελαγχολικό της στρατό στην ανατολή

Ξανά με απανωτά γκρίζα τάγματα ρίγους να επιτεθεί.

Όμως δεν συμβαίνει τίποτε.

 

Ξαφνικές διαδοχικές βολές από σφαίρες σχίζουν τη σιγαλιά,

Λιγότερο φονικές απ’ τον αγέρα που ριγά απ’ το χιόνι, σα μαύρη μελανιά,

Με τις νιφάδες να πέφτουνε πυκνές, να σταματούν, και να ξαναρχινούν.

Τις κοιτάζουμε στην αδιαφορία του ανέμου καθώς θα περιπλανηθούν.

Όμως δεν συμβαίνει τίποτε.

 

*

ΙΙ

Χλωμές νιφάδες με ύπουλη άργητα τα πρόσωπά μας τώρα γυρεύουν.

Ζαρώνουμε στα λαγούμια, σε ξεχασμένα όνειρα, και βλέπουμε απ’ το χιόνι ζαλισμένοι

Βαθειά, πιο πράσινα χαντάκια. Έτσι ονειρευόμαστε, απ’ τον ήλιο τυφλωμένοι

Τους τόπους, όπου τα κοτσύφια κελαηδούν, μπουμπούκια να γεμίζουν.

Μήπως ψυχορραγούμε;

 

Αργά το πνεύμα μας σέρνεται πίσω: οι φωτιές αμυδρά ξεψυχούν

Σαν κατακόκκινα πετράδια. Ακούγονται οι φωνές των γρύλλων πίσω εκεί,

Κι  η ευτυχία των αθώων ποντικών που το δικό τους σπίτι θέλουν να χαρούν.

Παραθυρόφυλλα και πόρτες αμπαρωμένα. Για μας η πόρτα είναι σφαλιστή.

Γυρίζουμε σ’ αυτούς που ψυχορραγούν.

 

Οι σπλαχνικές φωτιές θα σβήσουν έτσι μοναχά,

Ο ήλιος στην πλάση, στα παιδιά έχει πάψει να χαμογελά,

Η άνοιξη του Θεού, ακατανίκητη, όμως δε θα ξανάρθει πια.

Αγόγγυστα, λοιπόν, βρισκόμαστε εδώ. Αγόγγυστα υπάρχουμε,

Γιατί η αγάπη του Θεού ψυχορραγεί.

 

Απόψε ο παγετός Του τη λάσπη στο κορμί μας θα κοκαλώσει.

Τα χέρια θα μαράνει και τα μέτωπα θα ζαρώσει.

Με τρεμάμενα χέρια η ομάδα της ταφής με τις αξίνες και τα φτυάρια

Κοντοστέκονται σε πρόσωπα οικεία, μα ανέκφραστα είν’ όλων τα μάτια.

Όμως δεν συμβαίνει τίποτε.

 

*****

Η Συνειδητοποίηση

 

Τα δάχτυλα ξυπνούν, στο κρεβάτι του φτεροκοπούν.

Τα μάτια ανοίγει. Η θέλησή του το ορίζει,

Τ’ άνθη του Μαγιού στο πλάι του βοηθούν.

Η κουρτίνα στου παραθύρου το περβάζι ανεμίζει…

Τι γυαλιστερό το πάτωμα και τι ωραίο χαλάκι!

Και ποιός είναι κάπου αθέατος και ομιλεί;

Γιατί γελούν; Τί ’ναι μες στο κανατάκι;

Αδελφή! Γιατρέ! «Ναι, ναι. Τώρα θα ’ρθεί.»

 

Μα κάποια ξαφνική θολούρα γεμίζει τον αέρα –

Και να θέλει, χρόνος δεν υπάρχει νεράκι για να πιεί.

Η νοσοκόμα του φαίνεται τόσο μακρινή. Κι εκεί πέρα

Η μουσική και τα ρόδα είναι καμένα απ’ την κατακόκκινη σφαγή.

Πότε ήταν γαλανός ο ουρανός; Τί να το θυμίσει;

Κρύο! Κρύο! Κρυώνει! Κι όμως καίγεται.

Τι ’ναι οι φωνές σιμά του; Φως δεν υπάρχει για ν’ ακούσει –

Καθόλου χρόνος να ονειρευτεί – και δεν ξέρει κι αυτός τί να ρωτήσει.

 

 

 

*****

Η Εξόντωση

 

Χάμω σωριάστηκε – μάλλον βαρύθυμα παρά κουρασμένα,

Αποχαυνωμένα, βαριά, σαν το μολύβι

Αδύνατο να σηκωθεί, ούτε με κλωτσίδι.

Το όπλο μου κοίταξε, τα μάτια τσιμπλιασμένα

– Γινόταν πόλεμος; Σα να μη γνώριζε

Ούτε το αμπρί αναγνώριζε, κι ας το έβλεπε ωστόσο,

«Θα τους αφανίσω,» κλαψούρισε, «άμα τη γλυτώσω,

Θα τους εξοντώσω!»

 

Κάποιος είπε σιγανά,

«Ίσως το χωριό του βλέπει. Έχασε το κουράγιο του,

Όλους τους ανδρείους ονειρεύεται, που δεν είναι πεθαμένοι:

Τους λεβέντες θείους που χαμογελούν επιβλητικά,

Ίσως τη γενναία του γυναίκα, που περνάει καλά,

Η ζωή της καλυτέρεψε σημαντικά σε καινούριο σπιτικό.

Δεν τα έχασε απ’ τους νεκρούς τριγύρω, ούτε απ’ το Γερμανό.»

 

Πίσω τον στείλαμε τελικά, απ’ τα πόδια μας μακριά.

Αλάβωτος, – γεροδεμένο παλληκάρι, πριν το βομβαρδισμό.

Προσποιείται τον άρρωστο; «Ούτε στο μισό!»

Οι τραυματιοφορείς μας κλείσανε το μάτι πονηρά.

Την άλλη μέρα το Γιατρό μεθυσμένο άκουσα να λέει γελαστά:

«Το μούτρο που μου στείλατε εψές, τα τίναξε ταχιά. Ζήτω! Μια χαρά!»

 

 

******

Η Νευρασθένεια

 

Ποιοι είναι αυτοί; Γιατί εδώ στο μισόφωτο είναι καθισμένοι;

Γιατί έρχονται και πάνε, σκιές στο Καθαρτήριο;

Γιατί κρέμονται οι γλώσσες, γιατί τρέχουν τα σάλια στο σαγόνι

Γιατί δείχνουν τα δόντια με κακία, σα γλώσσες σε νεκροκεφαλή;

Πόνος και οδύνη, – αλλά ποιος αργός πανικός

Άνοιξε τέτοια χάσματα γύρω απ’ τις φαγωμένες κόγχες;

Από τα μαλλιά και τις παλάμες των χεριών

Ιδρώνει η δυστυχία. Σίγουρα είμαστε χαμένοι σε λήθαργο

Στην κόλαση βαδίζουμε, αλλά ποιοι αυτοί οι κολασμένοι;

 

– Αυτοί είναι άντρες που το μυαλό τους από τους Νεκρούς είναι βιασμένο.

Τα δάχτυλα της μνήμης δολοφονίες αναδεύουν στα μαλλιά τους,

Τους πολυάριθμους φόνους που τα μάτια τους μάρτυρες γενήκαν.

Ανήμποροι περιπλανώνται, σέρνουν σάρκες συντρίμμια,

Πατούν στο αίμα των πνευμόνων που κάποτε το γέλιο αγαπήσαν.

Αδιάκοπα βλέπουν και ακούν

Το βρυχηθμό των κανονιών, τα διαμελισμένα κορμιά.

Ασύγκριτη σφαγή κι ανθρώπινη σπατάλη.

Τόσο στενά μπλεγμένοι, αδύνατο ν’ απαλλαγούν.

 

Γι αυτό τα μάτια τους τρυπώνουν βασανισμένα

Πίσω στον εγκέφαλό τους, γιατί στην όρασή τους

Το φως του ήλιου μοιάζει με κηλίδα αίματος, η νύχτα κατάμαυρο αίμα,

Η αυγή προβάλλει σαν πληγή που εκ νέου αιμορραγεί,

-Κι έτσι στα πρόσωπά τους φοράνε το αηδιαστικό ιλαρό

Απαίσιο ψέμα των πτωμάτων με το ψεύτικο χαμόγελο.

-Έτσι τα χέρια τους τραβολογούν το ένα το άλλο.

Σκαλίζουν το μαστίγιο της συμφοράς τους,

Μας αρπάζουν, εμάς που τους πληγώσαμε, αδελφέ μου,

Πασπατεύουν εμάς, που τους χαρίσαμε τον πόλεμο και την παραφροσύνη.

 

 

* Shell-shock ή νευρασθένεια ήταν όροι που χρησιμοποιήθηκαν κατά τον 1ο ΠΠ για να περιγράψουν τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD) που παρατηρήθηκε για πρώτη φορά, και από την οποία υπέφερε και ό ίδιος ο Owen.

 

 

 

*******

Ο Αυτοτραυματισμός (S. I. W.)

 

 

Θα πάω στον Βασιλέα,

Και θα του προσφέρω παρηγοριά στο βάσανό του,

Γιατί αυτός εκεί είναι αποφασισμένος να πεθάνει,

Κι επειδή μισώ την υπακοή

Την πειθαρχία και την τάξη στη ζωή,

Αδυνατώ να τον θρηνήσω.

  1. W. B. Yeats

 

Καθώς με συγκατάβαση τ’ αγόρι αποχαιρετούσαν, θα του ’παν ασφαλώς

Με λεβεντιά στο πρόσωπο τον εχθρό να αντικρίζει.

Ο Πατέρας με καμάρι και ευφροσύνη τον ξεπροβοδίζει

Κάλλιο νεκρός παρά ο εξευτελισμός.

Ίσως η Μητέρα κλαίγοντας να έλεγε πόσο θα την στεναχωρήσει

Μέχρι ένα ωραίο ελαφρύ τραύμα ν’ αποκτήσει.

Οι αδελφές, αν και κορίτσια, θα ’θελαν  κι αυτές στη μάχη να ριχτούν.

Οι αδελφοί τ’ αγαπημένα του τσιγάρα υποσχεθήκαν να σταλούν.

Κάθε βδομάδα, κάθε μήνα έγραφαν τα ίδια και τα ίδια,

Πιστεύοντάς τον ασφαλή σε καταφύγιο χριστιανικό,

Ενώ κάθε ώρα που η σφαίρα έχανε το στόχο

Η αστοχία του τυραννούσε το μυαλό.

Τα μάτια γερασμένα απ’ του φόβου τους σπασμούς

Τα χέρια ανυπάκουα απ’ της ταραχής τους πυρετούς

Το θάρρος χυνόταν σαν το χώμα από σακί σαθρό.

Αλλά ούτε πυρετός ή τραύμα, ούτε κρυοπάγημα ή καταπληξία

Απελευθέρωσαν τον άμοιρο απ’ αυτή τη σκευωρία.

Και το θάνατο ακόμη φαίνονταν να στερούν,

Τους βασανισμένους απ’ τις οβίδες για να τυραννούν,

Ομήρους στις Μεγάλες Δυνάμεις του κόσμου αυτού

Που έχουν χάσει τον έλεγχο στη μανία του γδικιωμού.

 

Είχε δει στρατιώτες στα νυχτερινά περίπολα τα χέρια να πυροβολούν

Οι δικοί τους δεν το έμαθαν ποτέ. Αλλά πόσο ασελγούν.

«Κάλλιο νεκρός παρά ατιμασμένος! Έτσι είναι το σωστό!»

Ο Πατέρας το δήλωσε αυτό.

 

Κάποια χαραυγή τον βρήκε η περίπολος στο συρματόπλεγμα κοντά.

Αυτή τη φορά ο Θάνατος δεν είχε αστοχήσει.

Τίποτε να κάνουμε δεν ήταν μπορετό παρά να σκουπίσουμε τον εμετό.

Ατύχημα; Τα τουφέκια εκπυρσοκροτούν…

Από ελεύθερο σκοπευτή; Όχι. (Βρήκαν το βόλι. Αγγλικό.)

 

Ήταν η δικαιολογία στης ψυχής του τον παροξυσμό.

Στη φωτιά που δεν τον έκαψε σύγκορμο αντίκρυ,

Αλλά τον φύλαξε για του θάνατου το ψέμα και τον εμπαιγμό

Και της ζωής τις ψευτο-υποσχέσεις, και των δυό το χλευασμό.

 

Μαζί του θάψανε την κάννη που τα χείλη του φιλήσαν

Και ειλικρινά έγραψαν στη Μητέρα, «Ο Τιμ πέθανε με χαμόγελο γλυκό.»

 

 

 

* (S.I.W. Self-inflicted wound: αυτοτραυματισμός) Κατά τον 1ο ΠΠ παρουσιάστηκε το συχνό φαινόμενο στρατιώτες και αξιωματικοί να αυτοτραυματίζονται για να ξεφύγουν απ’ το μέτωπο

*  Από το θεατρικό έργο του Yeats «Το Κατώφλι του Βασιλιά» όπου ο ποιητής κάνει απεργία πείνας αποφασισμένος να αποδείξει στον βασιλέα την ανάγκη ύπαρξης της ποίησης και των ποιητών, πολύ κοντά στον τρόπο που και ο Owen έβλεπε το δικό του ρόλο.

 

 

 

*******

Χαμογελάστε!

 

 

Με τα κεφάλια τους σκυφτά οι τραυματίες με τα μάτια τα βαθουλωτά,

Ρίχνουν ματιές στη χτεσινή εφημερίδα: οι απώλειες (τα γράμματα μικρά),

Και Λεία Γενναία απ’ την πρόσφατη αρπαγή (τα γράμματα παχιά).

Επίσης διαβάζουν για Σπίτια Φτηνά, στα σχέδια όμως αυτά,

Γιατί, λέει η εφημερίδα «Όταν ο πόλεμος τελειώσει,

Για τους άντρες, το ν’ ανοίξουν σπιτικό, θ’ αποτελεί αναγκαιότητα.

Στο μεταξύ, ένα αεροδρόμιο είναι πρώτιστη προτεραιότητα,

Λες κι ο πόλεμος έχει μόλις τώρα αρχινήσει.

Η ειρήνη στους ένδοξους νεκρούς θα έκανε κακό,

Γιατί οι γιοί της προσφοράς μας ίσως πικραθούν για τη θυσία

Εάν δεν εξασφαλίσουμε στη θέση τους κάτι χειροπιαστό.

Μια γερή αποζημίωση θα έχει μεγίστη σημασία.

Αυτή τη θαυμαστή Νίκη που όλοι αγοράσαμε,

Εμείς οι κυβερνήτες στη γηραιά χώρα αυτή

Τους εαυτούς μας θ’ αδικούσαμε αν ξεχνούσαμε

Ότι σ’ αυτούς που πολεμήσανε αξίζει η τιμή,

Που την ακεραιότητα αυτού του έθνους διατηρήσανε.»

Του Έθνους; Οι αναγνώστες με τα άκρα τα λειψά  δε θυμώσανε

Αλλά ο ένας στον άλλο μυστήρια χαμογελάσανε

Σαν άνθρωποι μυστικοί που το μυστικό τους κρυφό κρατήσανε.

Αυτό που γνωρίζουν και ουδέποτε ομολογούν

Είναι ότι οι Άγγλοι ένας-ένας για τη Γαλλία αναχωρούν

(Όχι γι αλλού πια, αλλά στο χώμα της Γαλλίας να ταφούν).

Εικόνες από χαμόγελα πλατειά εμφανίζονται κάθε βδομάδα,

Κι άνθρωποι που ακούγονται πραγματικά συγκινημένοι

Λένε: Τι ωραία που χαμογελούν! Είναι ευτυχισμένοι τώρα οι καημένοι.

 

(23 Σεπτεμβρίου 1918)