ΤΟ Α’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: «Wilfred Edward Salter Owen (1893 -1918)» (Επιμέλεια- Μετάφραση: Μαρίνα Γεωργιάδου] [Α΄ΜΕΡΟΣ]

Η Αναχώρηση

Τραγουδώντας στο μισοσκόταδο διαβήκαν τα σοκάκια
Για του τρένου το σταθμό,
Και στη σειρά στηθήκαν με ύφος χαρούμενα βλοσυρό,
Με τα στήθη στολισμένα με κλώνο κι ανθό λευκό
Σα να στολίζαν το νεκρό.

Νωθροί μεταφορείς παρατηρούσαν, και κάποιος αλήτης
Στάθηκε με βλέμμα διαπεραστικό.
Θα μας λείψουν, δυστυχώς, απ’ τον ορεινό καταυλισμό.
Έπειτα, αλύπητα, μια λάμπα, με νεύμα καταφατικό
Έκλεισε το μάτι στο φρουρό.

Έτσι, σα λάθος σιωπηρό, στα κρυφά αναχωρήσαν.
Δικοί μας δεν ήσαν.
Δε μάθαμε ποτέ σε ποιο μέτωπο προωθηθήκαν.
Ούτε κι αν εκεί περιγελούν ακόμα το στοχασμό των γυναικών
Που τ’ άνθη τους χαρίσαν.

Θα γυρίσουν άραγε ποτέ με τον ήχο των καμπαναριών;
Με ενθουσιώδες το φόρτωμα των βαγονιών;
Ίσως κάποιοι λίγοι, πολύ λίγοι για τύμπανα και ιαχές,
Θα συρθούν ίσως αμίλητοι, στις σιωπηλές πλατείες των χωριών,
Στους δρόμους που οι θύμησες είναι λειψές.

**

Ύμνος για την Καταδικασμένη Νιότη

Ποια πένθιμη καμπάνα θα ηχήσει γι αυτούς που σαν τα ζα θα σκοτωθούν;
Μόνο με την απάνθρωπη μανία των κανονιών,
Μόνο με τις καταιγιστικές ριπές των τουφεκιών
Οι βιαστικές τους προσευχές θε να σβηστούν.
Ούτε χωρατά γι αυτούς, ούτε καμπάνες, ούτε προσευχές,
Ούτε φωνές θρηνητικές. Εκτός απ’ το χορό,
Το χορό των βομβών, παράλογο, διαπεραστικό,
Και τις σάλπιγγες που τους καλούν απ’ το θλιμμένο το χωριό.

Με τί κεριά στα χέρια μπορούν να τους ξεπροβοδίσουν;
Όχι στα χέρια των αγοριών, αλλά στα βάθη των ματιών τους
Θα λάμψουν οι ιερές αναλαμπές των αποχαιρετισμών.
Η χλωμάδα στο μέτωπο των κοριτσιών θα γίνει το σάβανό τους,
Τ’ άνθη τους η στοργή των υπομονετικών μυαλών,
Και κάθε σιωπηλό σούρουπο το κλείσιμο των παραθυριών.

 

**

Η αλληγορία των γερόντων και των νέων

Έτσι σηκώθηκε ο Αβραάμ έκοψε τα ξύλα και επορεύθη
Και έλαβε μαζί του το πυρ και τη μάχαιραν
Και καθώς επορεύοντο μαζί
Ο Ισαάκ ο πρωτότοκος μίλησε και είπε «Πατέρα μου,
Ιδού οι πρετοιμασίες, το πυρ και ο σίδηρος
Αλλά πού είναι ο αμνός για τη θυσία;»
Τότε ο Αβραάμ περίδεσε το παιδί με ζώνες και λουριά
Κι έχτισε παραπετάσματα και χαρακώματα εκεί
Και εξέτεινε τη μάχαιρα να σφάξει τον υιόν του
Όταν ιδού! Άγγελος Κυρίου εκάλεσε αυτόν εκ του ουρανού
Λέγοντας «Μὴν ἐπιβάλῃς τὴν χεῖραν σου επί τοῦ παιδίου
Μηδέ ποιήσεις αὐτῷ μηδέν! ἰδοὺ
Κριός κατεχόμενος ἐν φυτῷ τῶν κεράτων
Να προσφέρεις τον Κριό της περηφάνιας αντί για το παιδί».
Αλλά ο γέροντας δεν πρόσφερε το κριάρι αλλά το γιό του εθυσίασε
Και μαζί του τους μισούς γιούς της Ευρώπης, έναν προς έναν.

 

**

Dulce et decorum est

Στα δύο διπλωμένοι, σα γέρο-ζητιάνοι φορτωμένοι,
Τα γόνατα λυτά, βήχοντας σαν τη στρίγγλα τη γριά,
Με κατάρες μες στη λασπουριά,
Όταν επιτέλους γυρίσαμε την πλάτη στη στοιχειωμένη λάμψη
Και κινήσαμε με κόπο προς τη μακρινή μας την ανάπαψη.
Κάποιοι βαδίζαν μισοκοιμισμένοι,
Κάποιοι ματωμένοι,
Η αρβύλα στη λάσπη κολλημένη, χαμένη.
Κουτσοί.
Τυφλοί.
Στο ουρλιαχτό των οβίδων αερίου ξωπίσω μας
Κουφοί.

Αέρια! Αέρια! Γρήγορα παιδιά!
Να φορέσουμε την άτσαλη μάσκα, ψαχουλευτά.
Πάνω στην ώρα.
Αλλά να που κάποιος ούρλιαξε και σκόνταψε. Παραπάτησε.
Σα να τον πετάξαν στον ασβέστη ή στη φωτιά.
Τα τζάμια της μάσκας μας θολά, το πράσινο φως πυκνό,
Τον βλέπαμε αχνά να πνίγεται
σα σε πράσινη θάλασσα βαθειά.

Σε όλα μου τα όνειρα, στ’ ανήμπορα τα μάτια μου μπροστά,
Ορμάει. Ξερνάει. Πνίγεται. Ασφυκτιά.

Αν κι εσύ σε κάποια όνειρα ζοφερά
Περπατάς πίσω απ’ το κάρο που είναι φορτωμένος
Και βλέπεις κάτασπρα τα μάτια του, σπαρακτικά,
Στο πρόσωπο τσακισμένος,
Σα διάβολος με την αμαρτία βαριεστημένος,
Αν ν’ ακούσεις είναι δυνατό,
Σε κάθε τράνταγμα το αίμα ξερατό απ’ των πνευμόνων τον αφρό,
Σα καρκίνωμα αισχρό, σα ξινισμένη τροφή,
Σ’ αθώα γλώσσα, πρόστυχη, αθεράπευτη πληγή,
Στα παιδιά που φλέγονται για δόξα που ποτέ δε θα φανεί,
Φίλε μου, τότε δε θα ’λεγες με τέτοια προθυμιά,
Την αρχαία ψευτιά:
Dulce et decorum est
Pro patria mori.

«Είναι γλυκό και ταιριαστό να πεθαίνει κανείς για την πατρίδα του». Το Λατινικό απόσπασμα προέρχεται από τις Ωδές του Οράτιου και χρησιμοποιήθηκε από τους υποστηρικτές του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου.

 

 

**

Το Τελευταίο Γέλιο

«Χριστέ μου! Χτυπήθηκα!» είπε. Και ξεψύχησε.
Είτε εις μάτην βλασφημία είτε στ’ αλήθεια προσευχή,
οι Σφαίρες βουίξαν χαρωπά: Άδικο, άδικο, άδικο!
Τα Πολυβόλα κροταλίσαν απολαυστικά: Μπράβο! Μπράβο!
Και το Μεγάλο Κανόνι γέλασε χλευαστικά.

Ένας άλλος αναστέναξε: «Αχ μαμά – μαμά – μπαμπά!»
Άψυχος πλέον, μ’ ένα χαμόγελο έτσι παιδικό.
Και το επιβλητικό σύννεφο από Βλήματα Εκρηκτικά
χωρίς βιασύνη τον επέδειξε: Ηλίθιε!
Και τα θραύσματα έφτυσαν και γέλασαν πνιχτά.

«Αγάπη μου!» στέναξε άλλος με φανερό ερωτισμό,
μέχρι που αργά χαμηλώνοντας, στη λάσπη πρόσφερε ασπασμό.
Τα μακριά δόντια της Ξιφολόγχης χαμογελάσανε πλατειά.
Ορδές οι Οβίδες ουρλιάξανε και σκούξανε.
Και το Αέριο ακούστηκε να σφυρά.

 

 

*ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…