Ο Wilfred Edward Salter Owen (1893 – 1918) υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα συγκλονιστικά ποιήματά του αναφέρονται στη φρίκη των χαρακωμάτων και στον πόλεμο αερίων με διάχυτο αντιπολεμικό κλίμα, που ήταν σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη για τον πόλεμο εκείνη την εποχή και με τα πατριωτικά ποιήματα που γράφτηκαν από άλλους ποιητές.
Ο πατέρας του, Thomas Owen, ήταν σιδηροδρομικός υπάλληλος και η μητέρα του καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Ο Wilfred ήταν το μεγαλύτερο από τέσσερα παιδιά και όταν γεννήθηκε κατοικούσαν στο σπίτι του παππού του. Ο θάνατός του και πώληση του σπιτιού του ανάγκασε την οικογένεια να μετακομίσει σε μια φτωχή συνοικία στο Birkenhead, Merseyside.
Σπούδασε στο τοπικό Ινστιτούτο και κατόπιν στο Τεχνικό Σχολείο. Το 1911 πέρασε τις εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου αλλά δεν κατάφερε να κερδίσει υποτροφία για τις σπουδές του, πράγμα αναγκαίο λόγω της οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του. Από το Σεπτέμβριο του 1911 μέχρι το Φεβρουάριο του 1913 εργάστηκε σαν βοηθός του Εφημέριου του Dunsden κοντά στο Reading με αντάλλαγμα τη δωρεάν διαμονή του, και εκεί παρακολούθησε κάποια μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Reading. Βαθειά θρησκευόμενος μέχρι τότε απογοητεύτηκε από το εθιμοτυπικό της Εκκλησίας και την αποτυχία της να βοηθήσει όσους είχαν ανάγκη. Επέστρεψε στο σπίτι του σοβαρά άρρωστος με αναπνευστική λοίμωξη εξαιτίας των άσχημων συνθηκών διαμονής του. Το 1913 έφυγε για τη Γαλλία όπου εργάστηκε σαν δάσκαλος Αγγλικών και Γαλλικών στο Bordeaux. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος επέστρεψε στην Αγγλία.
Οι πρώτες επιρροές στην εφηβεία του περιλαμβάνουν τους Ρομαντικούς ποιητές και ειδικά τον Wordsworth, τον John Keats, τον Shelley. Ήδη είχε αρχίσει να πειραματίζεται σε ρυθμικά σχήματα που αργότερα έγιναν χαρακτηριστικό της ποίησής του, ενώ παράλληλα προετοίμαζε το βιβλίο Ελάσσονα ποιήματα, σε ελάσσονες τόνους, ενός ελάσσονα ποιητή, που όμως δεν δημοσίευσε ποτέ.
Στις 21 Οκτωβρίου του 1915 ο Owen κατατάχθηκε εθελοντικά στον βρετανικό στρατό πιστεύοντας στο δίκαιο σκοπό του πολέμου, και έφτασε με την εκπαίδευσή του στο βαθμό του ανθυπολοχαγού. Η αρχική του άποψη για τους στρατιώτες διαπνεόταν από περιφρόνηση για την άξεστη συμπεριφορά τους, αλλά σύντομα αυτή η φαντασιακή του θεώρηση θα άλλαζε δραματικά. Το 1917, κατά τους πρώτους έξι μήνες στο μέτωπο στη Βόρεια Γαλλία, το τάγμα του υπέφερε απίστευτες σωματικές στερήσεις που προκλήθηκαν από το κρύο, το χιόνι και τη λάσπη σε συνδυασμό με τους σφοδρούς βομβαρδισμούς και τα δηλητηριώδη αέρια. Ο ίδιος χρειάστηκε να περάσει μέρες σε χαράκωμα δίπλα σε νεκρό συνάδελφό του και σε άλλη περίπτωση υπέστη διάσειση όταν έπεσε σε κρατήρα από βόμβα με αποτέλεσμα να υποφέρει από δυνατούς πονοκεφάλους. Επαναπατρίστηκε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Craiglockhart στο Εδιμβούργο για θεραπεία για νευρασθένεια, μια από τις λέξεις με τις οποίες εξηγούσαν το Μετατραυματικό Στρες (PTSD).

Ενώ ανάρρωνε εκεί, γνώρισε τον Αύγουστο του 1917 τον ποιητή Siegfried Sassoon, ο οποίος, όπως και άλλοι φιλειρηνιστές, ανάμεσά τους και ο Bertrand Russell, διαμαρτύρονταν για τη συνέχιση του πολέμου, και έγραφε ποιήματα διαμαρτυρίας με σκοπό να μεταβάλλει την κοινή γνώμη ώστε να απαιτήσει διαπραγματεύσεις για τη λήξη του. Οι συζητήσεις τους έφεραν επανάσταση στο ύφος του Owen και στην αντίληψή του για την ποίηση. Του πρόσφερε καθοδήγηση και ενθάρρυνση να ενσωματώσει στις ποιητικές του δημιουργίες τις εμπειρίες του από τον πόλεμο.
Σχεδόν όλα τα ποιήματα για τα οποία είναι σήμερα γνωστός γράφτηκαν σε μια έκρηξη δημιουργικότητας μεταξύ Αυγούστου 1917 και Σεπτεμβρίου 1918. Διαπνέονται από αγανάκτηση για τις ωμότητες του πολέμου και τις εκατόμβες των θυμάτων και διακρίνονται από σπάνια περιγραφική δύναμη. Το Νοέμβριο του 1917 στάλθηκε στο στρατόπεδο του Scarborough και σιγά-σιγά άρχισε να απομακρύνεται από την υπερβολική επιρροή του Sassoon, να διαβάζει άλλους ποιητές του πολέμου και να στοχάζεται το καθήκον του σαν ποιητής: να γίνει η φωνή των στρατιωτών. Η αγάπη του για τους ρομαντικούς ποιητές του διεύρυνε το οπτικό του πεδίο. Η διαμαρτυρία δεν έφτανε, η ύψιστη αξία τώρα ήταν η συμπόνια του πολέμου γιατί κατά τον Shelley η συμπόνια έδινε τη δυνατότητα να φανταστεί κανείς τα δεινά των άλλων. Η αποστολή του ήταν να μιλήσει εκ μέρους των ανδρών που είχε υπό την ευθύνη του, να δείξει τη «Συμπόνια του Πολέμου», όπως την εξέφρασε και σε έντονες επιστολές προς την οικογένειά του. Ο ζοφερός ρεαλισμός του, η ενέργεια και η αγανάκτησή του, η συμπόνια του και η μεγάλη τεχνική του δεξιοτεχνία είναι εμφανή σε πολλά γνωστά ποιήματα. Είναι επίσης σημαντικοί οι πειραματισμοί του στην τεχνική της παρήχησης, που είχαν ιδιαίτερη επιρροή στην ποίηση της δεκαετίας του 1930, στην εποχή του Μοντερνισμού.
Την άνοιξη του 1918 στάλθηκε σε στρατόπεδο στο Yorkshire για να προετοιμαστεί για ενεργή υπηρεσία και τον Αύγουστο επέστρεψε στη Γαλλία όπου και τιμήθηκε με το Στρατιωτικό Σταυρό για αξιόλογη υπηρεσία και γενναιότητα στη μάχη.
Ο Owen σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης στις 4 Νοεμβρίου 1918, μια εβδομάδα πριν από το τέλος του πολέμου, σε ηλικία 25 ετών. Όταν η είδηση του θανάτου του έφτασε στη μητέρα του, οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν για την ειρηνευτική συμφωνία.
Το 1920, τα ποιήματά του εκδόθηκαν μεταθανάτια από τον Sassoon σε ένα τόμο: Ποιήματα, που περιέχει την πιο συγκινητική και σπαρακτική αγγλική ποίηση της εποχής του πολέμου.

*********************
Επίσημη Έκθεση των Πορισμάτων της Ιατρικής Επιτροπής του Ουαλικού Νοσοκομείου Netley, με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1917:
Ανθυπολοχαγός: Wilfred Owen
(Σώμα) 5/προσαρτημένος στο 2ο / Manchesters
Ηλικία: 24
Υπηρεσία: 1 έτος και 9/12 μήνες
Αναπηρία: Νευρασθένεια (143)
Τον Μάρτιο του 1917 έπεσε μέσα σε ένα κρατήρα στο Bouchoir και έμεινε στιγμιαία αναίσθητος. Υποβλήθηκε σε ιατρική αγωγή για δύο εβδομάδες και στη συνέχεια επέστρεψε στα καθήκοντά του. Περί τα μέσα Απριλίου, ανατινάχθηκε από έκρηξη οβίδας ενώ κοιμόταν. Την 1η Μαΐου παρατηρήθηκε ότι έτρεμε και ήταν νευρικός, η συμπεριφορά και οι τρόποι του ήταν παράξενοι και η μνήμη του συγκεχυμένη. Το Βασιλικό Στρατιωτικό Σώμα Υγειονομικού (R.M.C.) τον έστειλε στο Νο. 41 Σταθμό Νοσηλείας, H. Gailly, όπου τέθηκε υπό παρακολούθηση και θεραπεία από τον λοχαγό Brown, R.A.M.C., νευρολογικό ειδικό, για ένα μήνα. Στις 7/6/17 μεταφέρθηκε στο Νο. 1 Γενικό Νοσοκομείο, Étretat, και στις 16/6/17 στο Ουαλικό Νοσοκομείο Netley. Παρατηρείται ελάχιστη ανωμαλία, αλλά φαίνεται να έχει υπερευαίσθητο και νευρικό χαρακτήρα. Κατά τη διαμονή του εδώ κοιμόταν καλά. Σήμερα εξέρχεται από το νοσοκομείο και μεταφέρεται στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Craiglockhart, Εδιμβούργο, για ειδική παρακολούθηση και θεραπεία.
Η Έκθεση αναφέρει επιπλέον ότι κρίθηκε:
Ακατάλληλος για Γενική Υπηρεσία για έξι μήνες·
Ακατάλληλος για Υπηρεσία Εσωτερικού για τρεις μήνες·
Ακατάλληλος για Ελαφρά Καθήκοντα Εσωτερικού για τρεις μήνες·
Ότι η ανικανότητα αυτή αποκτήθηκε «κατά την υπηρεσία» υπό συνθήκες πέρα από τον έλεγχό του και ότι προκλήθηκε από στρατιωτική υπηρεσία — δηλαδή, από την ενεργό του υπηρεσία στη Γαλλία.
*********************************************************

Πρόλογος: Dylan Thomas
Αντί άλλου προλόγου
Αυτός είναι ο πρόλογος σ’ ένα τόμο ποιημάτων του τα οποία θα έδειχναν στην Αγγλία και στον αδιάλλακτο κόσμο την ανοησία, την αφυσικότητα, τον τρόμο, την απανθρωπιά και το αβάσταχτο του πολέμου, και θα εξέθεταν έτσι ώστε όλοι να υπομείνουν και να συνειδητοποιήσουν τα ηρωικά ψέματα, την προθυμία των γέρων να θυσιάσουν τους νέους, την αδιαφορία, τη θλίψη, την ψυχή των στρατιωτών. Αυτός ο τόμος δεν εκδόθηκε ποτέ. Ωστόσο, πολλά από τα ποιήματα που επρόκειτο να συμπεριληφθούν παραμένουν διατηρώντας την παντοτινή ομορφιά τους, την προφανή αλήθεια τους, την αγνοημένη προειδοποίησή τους.
Και σήμερα, όταν τα ακροατήρια της γης παρίστανται ως μάρτυρες αυτού που ίσως αποτελέσει την τελευταία πράξη της δικής τους τραγωδίας, η φωνή της ποίησής του μας μιλά δια μέσου των χρόνων με μια τρομερή καινούρια σημασία και δύναμη. Δεν είχαμε ξεχάσει την ποίησή του, αλλά ίσως είχαμε επιτρέψει στους εαυτούς μας να τη θεωρήσουμε σαν τη φωνή μιας συγκεκριμένης εποχής, ενός τόπου ενός πολέμου. Τώρα στην αρχή αυτής της εποχής, η οποία στο μέλλον μπορεί να μη γίνει ποτέ γνωστή στους ιστορικούς σαν η εποχή της ατομικής ενέργειας (για εύλογους λόγους ίσως δεν θα υπάρχουν ιστορικοί) διακρίνουμε ότι εξέφραζε όλους τους ποιητές, όλους τους τόπους, όλους τους πολέμους.
Υπάρχει μόνο ένας πόλεμος: αυτός του ανθρώπου ενάντια στον άνθρωπο.
(Dylan Thomas: Αφιέρωμα στον Wilfred Owen, BBC)
*****************
Πρόλογος: Wilfred Owen
Το βιβλίο αυτό δεν μιλάει για ήρωες. Η Ποίηση της Αγγλίας δεν είναι ακόμη σε θέση να μιλήσει γι αυτούς. Ούτε αφορά πράξεις ή χώρες, ούτε δόξα, τιμή, ισχύ, κυριαρχία ή εξουσία, εκτός από τον Πόλεμο.
Πάνω απ’ όλα, δεν ασχολούμαι με την Ποίηση.
Το θέμα μου είναι ο Πόλεμος, κι συμπόνια στον Πόλεμο.
Η Ποίηση βρίσκεται στη συμπόνια.
Όμως αυτές οι ελεγείες δεν αποτελούν παρηγοριά γι αυτήν τη γενιά. Ίσως αποτελέσουν για την επόμενη. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο ποιητής σήμερα είναι να προειδοποιήσει. Γι αυτό πρέπει οι Αληθινοί Ποιητές να είναι ειλικρινείς.
Αν πίστευα ότι ο λόγος αυτού του βιβλίου θα είχε διάρκεια, ίσως να είχα χρησιμοποιήσει κύρια ονόματα, αλλά αν το πνεύμα του επιβιώσει, επιζήσει της Πρωσίας, η φιλοδοξία μου και τα ονόματα αυτά θα έχουν επιτύχει λιβάδια πιο δροσερά απ’ τους αγρούς της Φλάνδρας.
Αυτός ο πρόλογος βρέθηκε στις σημειώσεις του ημιτελής
************************
1914
Αφού ο πόλεμος ξέσπασε, τώρα Χειμώνας,
Σκοτάδι ζοφερό τον κόσμο κατακλύζει.
Απ’ το Βερολίνο ξεκινά ολέθριος τυφώνας
Και την Ευρώπη απ’ άκρη σ’ άκρη στροβιλίζει.
Της προόδου το πλοίο πληγωμένο. Της Τέχνης το λάβαρο
Σκισμένο ή κατεβασμένο. Οι στίχοι θρηνούν.
Της Αγάπης το κρασί αραιωμένο. Σκέψη και συναίσθημα λιμοκτονούν.
Στο Φθινόπωρο του ανθρώπου το σπέρμα σαπίζει, ποδοπατημένο.
Γιατί, αφού η Άνοιξη στην πρώιμη Ελλάδα άνθησε,
Και το Θέρος τη δόξα του στη Ρώμη άστραψε,
Φθινόπωρο κατέβηκε απαλά, της συγκομιδής γιορτή,
Μια αργή σπουδαία εποχή, πλούσια σε παραγωγή.
Αλλά τώρα για μας άγριος ενέσκηψε ο Χειμώνας,
Και μια νέα Άνοιξη απαιτεί αίμα για να καλλιεργηθεί.
**
Apologia pro Poemate Meo
Κι εγώ είδα το Θεό μέσα στη λασπουριά –
Που το χαμόγελο των φουκαράδων χάραζε στα μάγουλα.
Έβλεπαν το μεγαλείο μάλλον παρά την αιματοχυσιά,
Και γελούσαν πιο χαρωπά απ’ ότι τα παιδιά.
Ήταν τόσο ευχάριστο να γελάει κανείς εκεί –
Όπου ο θάνατος είναι παράλογος κι η ζωή γελοία.
Γιατί κατορθώσαμε όταν ξεσκίζαμε ανθρώπινη ζωή
Να μην αισθανόμαστε αηδία ή μεταμέλεια για τη δολοφονία.
Κι εγώ αποκοίμισα τον πανικό –
Πίσω απ’ τα πυρά, εγώ κι η διμοιρία μου απονεκρωμένοι,
Όμως το πνεύμα μου όρμησε ελαφρύ και καθαρό
Πέρα απ’ τη συμπλοκή όπου η ελπίδα κείτονταν διασκορπισμένη.
Και γνώρισα της ψυχής μου την ανύψωση –
Πρόσωπα που με καταριόνταν βλοσυρά,
Να λάμπουν με παθιασμένη ευχαρίστηση,
Αγγελικά για ώρα μια, κι ας ήταν βρωμερά.
Κι εγώ απόκτησα συντρόφους –
Στα παλιά τραγούδια των αφανέρωτων εραστών.
Γιατί αγάπη δεν είναι η ένωση των χειλιών
Με το απαλό μετάξι των ματιών, το βλέμμα και τους πόθους,
Με τη χαρά, που χάνεται η συνοχή της –
Αλλά με τ’ ατσάλι του πολέμου είναι τυλιγμένη
Με τον επίδεσμο στο χέρι που στάζει το αίμα είναι δεμένη
Και στο λουρί του τουφεκιού είναι πλεγμένη.
Διαπίστωσα μεγάλη ομορφιά
Στις βραχνές βρισιές που κρατούσαν το φρόνημα ψηλά
Άκουσα μουσική στου καθήκοντος τη σιωπή
Βρήκα τη γαλήνη στων οβίδων την πλημμύρα την αιματηρή.
Ας είναι. Αν μαζί τους δεν μοιραστείς
Στο κολαστήριο, της κόλασης το θλιβερό σκοτάδι
Στον κόσμο τους, το αντιλάμπισμα των κανονιών,
Και στον ουρανό, της οβίδας το μονοπάτι,
Την ευθυμία τους δε θ’ αφουγκραστείς,
Με τ’ αστεία μου δε θα τους θεωρήσεις ευτυχείς.
Σ’ αυτούς αξίζουν τα δάκρυά σου.
Σ’ εσένα δεν αξίζει η χαρά τους.
* Λατινικά: Για την υπεράσπιση της ποίησής μου
* Το ποίημα αποτελεί ειρωνική απάντηση στην προτροπή του Robert Graves να γράψει πιο αισιόδοξα ποιήματα
*Συνεχίζεται…









