Αριστοφάνη, «Όρνιθες» (Θεατρική διασκευή για ανήλικους θεατές: Βασίλης Πανόπουλος-Ζοζεφίνα Τζονάκα), εκδ. Αρμός, 2025

 

Όσοι της γενιάς μου γνωρίσαμε ως παιδιά τον Αριστοφάνη μέσα από το βιβλίο του Δημήτρη Ποταμίτη «Ιστορίες του παππού Αριστοφάνη» και όχι από μια θεατρική παράσταση, του χρωστάμε πολλά. Πριν διαβάσουμε το αρχαίο κείμενο, πριν γνωρίσουμε τις ενήλικες μεταφράσεις, πριν δούμε τα έργα στη σκηνή, μας έβαλε στον κόσμο του παππού Αριστοφάνη ως ανάγνωσμα και μας απευθυνόταν στο  προλογικό του κείμενο: «Σας ικετεύω φίλοι μου, μην αφήσετε ποτέ τον πόλεμο να ξανακλείσει την Ειρήνη σε σπηλιά! Σε λίγα χρόνια εσείς θα κυβερνάτε τον κόσμο! Στο χέρι σας θα είναι να φτιάξετε μια χώρα δίκαιη, ήσυχη, ωραία σαν εκείνη των πουλιών» Και τελείωνε με τη αποφώνηση: «Καλή διασκέδαση».

Η χρονική απόσταση από εκείνο το μπλε βιβλίο μέχρι σήμερα, που έχουν γίνει πολλές διασκευές του Αριστοφάνη για παιδιά, προσχολικής, σχολικής και εφηβικής ηλικίας, είναι σαφέστατα μεγάλη. Δεν είναι όμως χρονικό μόνο το ζήτημα. Είναι ποιοτικό. Και κυρίως στοχοκεντρικό. Ποιος δηλαδή είναι ο πραγματικός στόχος μιας διασκευής σε βιβλίο που απευθύνεται σε παιδιά; Τα μηνύματα απλοποιώντας τη γραφή; Η επαφή με την Τέχνη μέσω και της πλούσιας εικονογράφησης; Η εξοικείωση με τον λόγο; Η διάπλαση της φαντασίας μέσω της ενεργητικής συμμετοχής με κωδικούς  QR που μπορεί να παραπέμψουν σε ψηφιακό πολυμεσικό υλικό;

Είναι φυσικά όλα αυτά μαζί, προσαρμοσμένα στις ηλιακές κατηγορίες, όμως τα βασικά ζητούμενα ειδικά για ανήλικους θεατές που έχουν κατακτήσει τις βασικές γλωσσικές δεξιότητες είναι δύο κατά τη γνώμη μου και περισσότερο κρίσιμα από ό,τι πριν από σαράντα χρόνια: Το πρώτο είναι αν μπορούν να διαβάσουν ένα κείμενο χωρίς να διασπαστεί ή κατακερματιστεί η προσοχή τους. Αν δηλαδή το κείμενο, χωρίς εικονόγραφηση διαθέτει αυτούς τους εσωτερικούς μηχανισμούς για να προσελκύσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Το δεύτερο ζητούμενο είναι αν μπορούν οι ανήλικοι θεατές να το δουν σε μια θεατρική παράσταση που ο λόγος έχει τον πρώτο λόγο, την έμφυτη θεατρικότητα δίχως γλωσσικές αφαιρέσεις στο κείμενο και απλουστεύσεις κυρίως εμπορικότητας.

Και αυτοί οι δύο στόχοι στους Όρνιθες, όπως και στα άλλα δυο βιβλία της Σειράς των ίδιων διασκευαστών-δημιουργών, του  Βασίλη Πανόπουλου και της Ζοζεφίνας Τζονάκα, επιτυγχάνονται. Μιλώντας αμιγώς για το κείμενο, στις σελίδες 99-186, διαβάζοντας τη διασκευή έχοντας υπόψη και σχετικές δημοφιλείς σειρές παιδικής λογοτεχνίας που στηρίζονται σε διαλόγους χαρακτήρων, δεν είναι δηλαδή αφήγημα, θα έλεγα πως αυτός ο Αριστοφάνης έχει όλες τις τεχνικές αμεσότητας ακόμα και εμπορικών σχετικών βιβλίων: τη δράση, τους νεολογισμούς, τα λογοπαίγνια -για παράδειγμα τι ωραία που μεταποιούν τον Σαρδανάπαλο του Αριστοφάνη ως Αλλαντάπαλλος-, τις σύγχρονες νεανικές ιδιολέκτους, τη διατήρηση όπου χρειάζεται λέξεων από το πρωτότυπο εξυπηρετώντας τη λειτουργικότητα του κειμένου, αλλά και τον μουσικό ρυθμό της γλώσσας (για παράδειγμα κρατούν το πρωτότυπο «Δεύρο» γιατί χρειάζεται στη συνήχηση με τις επόμενες λεξεις τόρο-τοροτίξ») τη φυσική σύζευξη του φυσικού με το μεταφυσικό, την έμμεση επαφή με το σημερινό κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, τους απαραίτητους αναχρονισμούς, τις ηχοποιητικές λέξεις που πλάθουν (π.χ. ψηφισματοπώλης, σφαλιαροχτυπητής), λέξεις ως σημαίνον και ως σημαινόμενον, αλλά και ως απαραίτητη συνθήκη σε ένα κείμενο ή θέατρο για παιδιά.

Η διαφορά όμως σε σχέση με άλλα βιβλία, είναι ότι το κείμενο δεν πηγαίνει προς τον νεαρό αναγνώστη με συγγραφικά καλοπιάσματα, αλλά ο νεαρός αναγνώστης μπαίνοντας στον κόσμο αυτού του βιβλίου εισχωρεί ολοένα και περισσότερο, μπορεί να αισθανθεί πως είναι ένα κείμενο που τον αφορά, είναι μια ιστορία που μιλάει στη γλώσσα του δίχως να κάνει εκπτώσεις. Χωρίς να τον κολακεύει ότι ο Αριστοφάνης είναι ένας «δικός» του συγγραφέας, αλλά ότι είναι ένας παραμυθάς που σε βάζει στην φαντασία του και σου κλείνει το μάτι τις ώρες που πρέπει και εσύ ο ίδιος να γίνεις ένας ενεργητικός αναγνώστης. Το πώς θα εκπαιδευτεί ένας ανήλικος αναγνώστης ή θεατής σε αυτό και κυρίως πως θα φθάσει ένα επιλέξει ένα τέτοιο ανάγνωσμα είναι ζήτημα ασφαλώς πολυπαραγοντικό και εξώ-κειμενικό.

Οι δύο δημιουργοί του βιβλίου είναι απολύτως ενημερωμένοι και υποψιασμένοι για όλα αυτά τα ζητήματα. Δεν παίρνουν απλώς το κείμενο του Αριστοφάνη και το διασκευάζουν.  Έχουν διαβάσει ενδελεχώς τη σχετική θεωρία, μας παρουσιάζουν ξεκάθαρα το σκεπτικό τους στο θεωρητικό μέρος του βιβλίου (σελίδες 72-93) το οποίο ως γλώσσα και ύφος δεν έχει να ζηλέψει σπουδαίες επιστημονικές εργασίες επί του θέματος. Το βιβλίο, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια διασκευή ενός έργου. Όπως και τα άλλα δύο τους βιβλία, και περισσότερο πλέον αυτό, είναι ένα τρίπτυχο: Θεωρία- Κείμενο-Μουσική. Ένα ολοκληρωμένο εκπαιδευτικό βοήθημα για τους δασκάλους, ένα απολαυστικό ανάγνωσμα για τους μικρούς αναγνώστες, ένα εν δυνάμει θεατρικό έργο για τους μικρούς θεατές και ένα μουσικό εγχειρίδιο για τους φοιτητές και συνθέτες που ασχολούνται με τη θεατρική σύνθεση.

Όλες οι θεωρητικές αναλύσεις, τόσο σε επίπεδο φόρμας όσο και περιεχομένου που παρουσιάζουν οι συγγραφείς του βιβλίου αποδεικνύονται ενδοκειμενικά και μουσικά. Η πολύχρονη σχολική τους εμπειρία, οι ακαδημαικές τους γνώσεις, η αναγνωστική, μουσική και θεατρική τους παιδεία λειτουργούν και αποδεικνύονται, δεν μένουν μόνο στη θεωρία. Για παράδειγμα τα διακειμενικά στοιχεία και τα κειμενικά δάνεια που υπάρχουν και σε αυτό το βιβλίο, είναι αποτέλεσμα της λειτουργικής σχέσης τους με την τέχνη του τραγουδιού και τη συνειδητοποιημένη προσπάθειά τους να συνεχίσουν αυτό που και ο ίδιος ο Αριστοφάνης έκανε αλλά και άλλοι νεώτεροι τεχνίτες όπως ο Σαββόπουλος κι ας ερχόταν από άλλη περιοχή.

Σε μια σχετική παλαιότερη συζήτησή μας στο ΠΟΙΕΙΝ μού είχαν πει οι δυο δημιουργοί:

Η παρουσία παροιμιακών εκφράσεων, στίχων από τραγούδια, φράσεων από την υμνογραφία κλπ.  τα οποία εντάξαμε, θεωρούμε ότι αφ’ ενός  διανθίζουν τον λόγο και ταυτόχρονα δηλώνουν τα διακειμενικά στοιχεία που μπορεί να περιλαμβάνει ένα κείμενο. Δείτε πώς ευφυώς ο Σαββόπουλος μπόλιασε το κείμενό του, Αχαρνής,  με τέτοια στοιχεία. Άλλωστε κι ο Αριστοφάνης κάνει λογοπαίγνια, παρουσιάζει στίχους ακόμα και φράσεις από άλλα κείμενα της εποχής του. Ξέρετε, συμφωνώ με την άποψη ότι όταν διηγούμαστε κάτι το περνάμε μέσα από τον εαυτό μας και χρησιμοποιούμε το δικό μας γλωσσικό εργαλείο. Κι εμείς δεν κάναμε φιλολογική μετάφραση αλλά διασκευή. Και γι’ αυτό επιλέξαμε στη σελίδα να εμφανίζονται βιβλιογραφικές και ερμηνευτικές παραπομπές στα κειμενικά δάνεια. Να καταλαβαίνει ο αναγνώστης το τι και το από πού.

Όσον αφορά τέλος το μουσικό μέρος, θυμίζω ότι η περίφημη μουσική του Χατζιδάκι, στους «Όρνιθες» βασίζεται σε λαϊκά μοτίβα με  εμφανείς επιρροές , από ρυθμούς όπως ο Ζεϊμπέκικος και ο Τσάμικος, καθώς και από την βυζαντινή μουσική και από τη θεία λειτουργία. Σε ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών ειδών, από τον Καρλ Όρφ στον βραζιλιάνο συνθέτη Βίλλα Λόμπος (για παράδειγμα στο τραγούδι της Αηδόνας, ο Χατζιδάκις έχει αφομοιώσει δημιουργικά και αναπλάσει το «Bachianas Brasileiras no5» του Βίλλα Λόμπος) και από την ελληνική στην ανατολίτικη μουσική, δημιουργώντας λιτές μελωδικές γραμμές. Ο τρόπος που ο Χατζιδάκις όπως σημειώνεται σε μια σχετική μελέτη, «χειρίζεται τους ρυθμούς, τα ηχοχρώματα και όλους αυτούς τους ηχητικούς όγκους, δημιουργούν μια «ηχητική ατμόσφαιρα» η οποία σε συνδυασμό με τον λόγο και το τραγούδι, υποστηρίζουν την δραματική δράση και ενισχύουν την ροή της μουσικής σε όλο το έργο με έναν φυσικό και πηγαίο τρόπο».

Ο Πανόπουλος, στις σελίδες 87-93 του βιβλίου, μας παρουσιάζει αναλυτικά και μουσικολογικά τις δικές του συνθέσεις, το σκεπτικό των μουσικών του και τους στόχους του που βασίζονται στη λογική της θεατρικής μουσικής και μάλιστα για ένα έργο που απαιτείται όπως ο ίδιος λέει: «να αναδειχθούν και τα στοιχεία της μιμητικής μουσικής (ήχοι-κραυγές πουλιών) με ποικιλία ρυθμών και εναρμονίσεων έτσι ώστε να υποστηριχθεί η διφυής υπόσταση ανθρώπου και πουλιού. Έτσι χρησιμοποιεί σύνθετους ρυθμούς ¾ και 2/4 για την ποικιλία της έκφρασης του κεληδίσματος των πουλιών, επινοεί μια σκηνή με το χτίσιμο του τείχους ώστε να βοηθήσει στη χορογραφία του έργου, εισάγει το σύγχρονο ρυθμό του hip hop, χρησιμοποιεί και ο ίδιος τον ρυθμό του χασάπικου και του μπάλου, αλλά και ένα είδος αμερικάνικης μουσικής μπλουζ της δεκαετίας του 1920.

Κλείνοντας θα πρέπει να πω οτι και αυτό το  βιβλίο θα εκπληρώσει τον στόχο του, θα αυτοπραγματωθεί αν να γίνει και θεατρική παράσταση. Από ερασιτεχνικούς θιάσους, από ομάδες μαθητών, από επαγγελματίες σκηνοθέτες. Θα ζωντανέψει έτσι τον υπέροχο κόσμο του Αριστοφάνη που με σεβασμό και τεχνική αναδημιούργησαν οι δυο συγγραφείς του και τον παρουσιάζουν ανάγλυφα μέσα από τις σελίδες.

 

********************************************************************************************************

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
ΠΕΜΠΤΗ 𝟐𝟑 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Από το μπαλκόνι του πρώτου»
Συνθέσεις για πιάνο και κλαρινέτο σε κείμενα Ελλήνων ποιητών και στιχουργών.
Ένας διάλογος λόγου και μουσικής
Μια μουσική παράσταση με τίτλο «Από το μπαλκόνι του πρώτου» με συνθέσεις για πιάνο και κλαρινέτο σε κείμενα Ελλήνων ποιητών και στιχουργών
Ο συνθέτης Βασίλης Πανόπουλος με την μουσική παράσταση «Από το μπαλκόνι του πρώτου» θέλει να αναδείξει τον ποιητικό λόγο μέσα από την ερμηνεία της φωνής σοπράνο, βαρύτονου και τραγουδιστών επίσης, με τρόπο ώστε οι λέξεις να αποτελούν όχημα για την αναζήτηση της εσωτερικής φωνής των ποιητών και των στιχουργών.
Οι ενορχηστρώσεις που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Συκιάς κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση και δημιουργούν μουσικές στίξεις που δηλώνουν τον διάλογο του Λόγου και της Μουσικής.
Το πιάνο και το κλαρινέτο συνδιαλέγονται και με τα ηχοχρώματά τους δημιουργούν τοπία ήχων και μουσικά περιβάλλοντα που εξελίσσονται σε ένα θεατρικό περιβάλλον.
Ο συνθέτης, δάσκαλος και Δρ. Θεατρολογίας με εμπειρία στον χώρο της μουσικής για το θέατρο και το θέατρο για ανήλικους θεατές παρουσιάζει τις συνθέσεις του με την προσδοκία ο ακροατής/ θεατής να γίνει κι αυτός ένας ευαίσθητος παρατηρητής «Από το μπαλκόνι του πρώτου»
Το πρώτο μέρος της μουσικής συνάντησης περιλαμβάνει οκτώ συνθέσεις σε ποιήματα του Γιάννη Παπαδάτου, από την συλλογή «Φεγγάρια Παιδιά», εκδόσεις Πατάκη 2024.
Στο δεύτερο μέρος θα παρουσιαστούν συνθέσεις σε ποιήματα και στίχους των Μπάμπη Ανδριανόπουλου, Γιάννη Ευσταθιάδη, Δήμητρας Μακρυνιώτη, Βασίλη Πανόπουλου, Αγγελίνας Παπανικολάου, Διονυσίου Σολωμού, Μαρίας Σταματάκη, Χρήστου Χαραλαμπάκη.
Συντελεστές
Πιάνο: Παναγιώτα Τσαφαρά, Κλαρινέτο: Δημήτρης Τσαφαράς
Ερμηνεύουν:
Μαρία Ρουμάνη: σοπράνο, Νικολέτα Κουτσαμάνη: σοπράνο,
Γιώργος Χουσάκος: βαρύτονος, Βάσια Ηλιάδη, Βασίλης Πανόπουλος, Τάσος Ζαφειρίου (guest)
Απαγγελία: Ματίνα Ντούσκου, Ηθοποιός
Ώρα προσέλευσης 21:00
Το Μπαράκι της Διδότου
Πολυχώρος Τέχνης και Πολιτισμού
Τηλέφωνο κρατήσεων: 210 3642990 (14:00 – 22:00)
Διδότου 3, Κολωνάκι