William Shakespeare, Έξι Σονέτα (μετάφραση: Νίκος Κωσταγιόλας) [Α’ ΜΕΡΟΣ]

 

ΣΟΝΕΤΟ 73

Σαν με κοιτάς θα βλέπεις, βέβαια πια, την εποχή
που ο άνεμος τις φυλλωσιές έχει σχεδόν γυμνώσει
– ωχρές ήδη ονειρεύονται τον ύπνο τους στη γη –
και των πουλιών οι χορωδίες έχουν ερημώσει,

κι ίσως μαζί το δείλι των πραγμάτων να διακρίνεις
– την ώρα που ο ήλιος τους στη δύση βασιλεύει –
κι η νύχτα ( : διδασκάλισσα της τελικής γαλήνης )
λίγο λίγο τον ύπνο μας με θάνατο νοθεύει.

Η φλόγα μου – άλλοτε ζωηρή – θα κείται νυσταγμένη
ανάμεσα στις στάχτες κάποιας περασμένης νιότης
( : στρωσίδια κλίνης νεκρικής ) θαρρείς αναλωμένη
απ’ ό,τι αλλιώς θα τάιζε τον ξέφρενο ρυθμό της.

Στη θέα τούτων δε λυγάς; Η αγάπη σου αληθεύει
– εκεί που ο έρως σκουντουφλά, με σκέρτσο αυτή χορεύει.

 

**

ΣΟΝΕΤΟ 100

Μούσα πού ν’ αφαιρέθηκες, κι έχεις τόσο αμελήσει
εκείνην που τόση δουλειά σού δίνει να επαινέσεις;
Στιχάκια πάλι αναιμικά να σ’ έχουν εξαντλήσει
που στανικώς κρατάς στη ζωή με του φωτός σου ενέσεις;

Γύρισε ξεχασιάρα μου• στρώσου να επανορθώσεις
με μουσική της προκοπής την άκαρπή σου ώρα
– σ’ αυτί που ξέρει και την εκτιμά να την ριζώσεις
να την απλώσει στο χαρτί, γλυκόλαλη, αειφόρα.

Σήκω υπναρού, το πρόσωπό της να επιθεωρήσεις
μην τάχα κι ασχημόνησε ο Χρόνος πάνωθέ του
– κι αν ναι, με λέξεις αιχμηρές ας τον εξευτελίσεις
κι όσων λαφυραγώγησε το θάμβος στέρησέ του.

Δωσ’ στην καλή μου φήμη πιο γοργή από τον καιρό
– στόμωσε τις λεπίδες του, κάν’ τον ανίσχυρο.

 

**

ΣΟΝΕΤΟ 106

Όταν στα χρονικά του ξοδεμένου χρόνου
βλέπω περιγραφές για νύμφες και μοιραίους
– την ομορφιά να πλέκει ρίμες άξιες φθόνου
μ’ εγκώμια για νεκρές κυρές και για γενναίους –

σκέφτομαι κάποια που όλα τούτα επαληθεύει
σε ομορφιά ( : σε χέρια, πόδια, μάτια, χείλη )
και «δεν μπορεί» – λέω – «θα υποβάλλουνε τα σέβη
σ’ εσέ καλή μου, καταπώς καθείς οφείλει!».

Μα ναι, δεν ήταν άλλο ετούτοι από προφήτες
οι αρχαίοι γραφιάδες, που όλοι σε προοικονομούσαν
θεία χάρητι: σίβυλλες, μέντιουμ, στυλίτες
– μόνο θεόπνευστα λόγια θα σε χωρούσαν.

Των λόγων μου, κοινού θνητού, εξ ου η εγκράτεια:
η γλώσσα μου μοιραία θ’ αδικεί τα μάτια.

 

**

ΣΟΝΕΤΟ 116
Τα λόγια ας λείπουνε για εμπόδια σ’ αλή-
θεια αγαπημένους. Έρωτας πούθε προκύπτει
αν στην παραμικρή λυγάει μεταβολή
στου Χαλαστή τη βούληση αν υποκύπτει;

Όχι, η Αγάπη είναι ένα αδιάβρωτο σκαρί
με κύματα άτρομο που κονταροχτυπιέται•
ο Πολικός εκεί που ο χάρτης υστερεί
– δώρο ανεκτίμητο, μ’ εξάντες κι ας μετριέται.

Έρμαιο ποτέ της του Καιρού, η Αγάπη μένει
έξω απ’ αυτόν που σβήνει μάγουλα και χείλη.
Σε ό,τι εφήμερο – ώρες, βδομάδες – ξένη
γυρνάει κι όλο γυρνάει, ακάματο σφοντύλι

(κι αν τούτο κάποτε ψευδές αποδειχθεί
ποτέ δεν έγραψα, ουδείς έχει αγαπηθεί).

 

**

ΣΟΝΕΤΟ 130
Τα μάτια της δεν είναι διόλου σαν τ’ αστέρια•
τα χείλη της σαφώς πιο ωχρά από το κοράλλι•
στο στήθος της το χιόνι δρέψαν μεσημέρια
κι αντί χρυσού σύρμα τής ραίνει το κεφάλι.

Ρόδα έχω δει σε κόκκινο όλων των λογιών
αλλά κανένα τους ποτέ στα μάγουλά της
κι αρώματα υπάρχουνε πολλών ειδών
πιο ευφρόσυνα μακράν από την ευωδιά της.

Πόσο λατρεύουνε τ’ αυτιά μου να μιλά
κι ας ξέρουν πιο τερπνή πως είναι η μουσική!
Ποτέ μου ως τώρα δεν αντίκρισα θεά
(εκείνη, πάντως, μια φορά πατά στη γη).

Κι όμως σε ζυγαριές η Αγάπη μου δεν μπαίνει
ούτε εξισώνεται – μονάχα υπερβαίνει.