ΣΟΝΕΤΟ 1
Καρπούς απ’ τα πιο αβρά ζητά η γύρω φύση•
ας είναι η πτώση κάθε νιότης προγραμμένη
στον διάδοχο η μνήμη της θα επιμένει
– η όψη του την ομορφιά θα υπερασπίσει.
Μα εσύ έχεις μάτια μοναχά για τον καθρέφτη
σε δαύτον κι όλες τις ελπίδες σου αναπαύεις
– τον ίδιο σου τον λάκκο μοναχά έτσι σκάβεις
κι ό,τι αξιόλογο επάνω σου ξεπέφτει.
Κι αν όπου βρίσκεσαι τα μάτια σε θωπεύουν
ενσάρκωση άνοιξης κι αν τώρα διατελείς
στις φιάλες έγκλειστατ’ αρώματα αχρηστεύουν
– σ’ αγώνες άγονους τη νιότη σου εξαντλείς.
Την απληστία κόπασε, κι εμάς λυπήσου
του τάφου η λήθη αλλιώς: επάξια πλερωμή σου.
**
ΣΟΝΕΤΟ 15
Όταν φέρνω στο νου πως κάθε τι που ακμάζει
δεν τελειώνεται παρά για μια στιγμή,
ότι ο κόσμος κουκλοθέατρο μάλλον μοιάζει
τα νήματά του το στερέωμα που κινεί
– οι κούκλες-άνθρωποι σαν άνθη πως αυξαίνουν
μ’ έναν ρυθμό αυστηρά στα γούστα τ’ ουρανού
πώς να κοκορευτούνε μόλις που προφταίνουν
τα κάλλη τους πριν ξεθωριάσουν απ’ τον νου –
λέω: πουλί που βρίσκει φευγαλέα στο τζάμι
η ομορφιά – ιδού λόγος να καυχηθείς:
με προθεσμία νιάτων που πάνε χαράμι
της Σήψης οι ίντριγκες στη νύχτα να ενταχθείς.
Κι ύστερα; Η πένα μου ασπίδα σου στον Χρόνο –
ό,τι ασχημίζει αυτός με στίχους θα ωραιώνω.
**
ΣΟΝΕΤΟ 18
Θα σ’ έλεγα «καλοκαιριάτική μου αυγή»
μα εσύ είσαι πιο αειθαλής, πιο μετρημένη:
ως και του Μάη τ’ άνθη η γη θα καρπωθεί
κι είναι η θητεία του καλοκαιριού ορισμένη.
Τη μία ο ήλιος στην κραιπάλη βασιλεύει
την άλλη κουρελής τα σκήπτρα παραδίδει
– τίποτα όμορφο δεν μακροημερεύει
θύμα μιας κύκλιας αλχημείας που δεν ενδίδει.
Μα το δικό σου θέρος δε θα ξεθωριάσει
ποτέ απ’ τακάλλη σου δε θ’ αποξενωθείς
ότι είστε οικείοι ο θάνατος δε θα κομπάσει
στων στίχων τούτων το ανεξίτηλο θα οικείς.
Όσο ζουν άνθρωποι, τα μάτια όσο διαβάζουν
τόσο κι αυτοί θα ζουν, ζωή να σ’ εφοδιάζουν.

**
ΣΟΝΕΤΟ 29
Όταν τύχη κι ανθρώποι μού γυρνούν την πλάτη
το απόκληρό μου καθεστώς μόνος θρηνώ
και τα κουφά ματαίως παιδεύω ουράνια πλάτη,
μπρος στον καθρέφτη μου τη μοίρα βλαστημώ
ευχόμενος να ‘χα άλλου κλήρο στην ελπίδα
κι όψη των άλλων τη φιλία που προσκαλεί
– στις χάρες να ‘χα πιο γενναιόδωρη μερίδα
από αυτήν, που συμφορά μου διατελεί.
Κι όμως, στιγμές μόλις προτού με σιχαθώ
η σκέψη μου αίφνης ανατρέχει στη μορφή σου
κι απ’τη μουντή μου γη ανατέλλω εωθινό
πουλί την πύλη που ανυμνεί του παραδείσου.
Έ τ σ ι, με τη γλυκιά σου θύμηση, πλουτίζω
– κι ούτε για βασιλείες δεν τη χαραμίζω.
**
ΣΟΝΕΤΟ 30
Όταν, σ’ ώρες σιωπής, οι στοχασμοί συνεδριάζουν
κι ενώπιόν μου κλητεύουνε πίκρες και ματαιώσεις
στη μνήμη με χρυσόψαρα βρίσκω πως μάλλον μοιάζουν
οι μέρες μας κι όλο μας οδηγούν στις ίδιες πτώσεις.
Κρουνοί άμαθοι στην τροπή τα μάτια τότε ανοίγουν
για όσους σπίλωσε τ’ άχρονο κι ακόρεστο σκοτάδι•
απώλειες που κήδεψα ξάφνου και πάλι επείγουν
– πάθη παλιά που λίμναζαν στης λήθης το πηγάδι.
Κι ύστερα πια ολόκληρον το πάθος με συνέχει
και βρίσκομαι ένα ιστορικό πληγών να ιχνηλατώ
σ’ ετούτο το μαρτύριο του Ταντάλου που όλο μ’ έχει
δακρύων να κλείνω οφειλές και πάλι να χρωστώ.
Κι όμως κάποτε η σκέψη μου σ’ εσέ θα φτερουγίσει –
στο φως σου θ’ αναβαπτιστεί κι εφιάλτες θα κοιμήσει.
**
ΣΟΝΕΤΟ 58
Αλίμονο σ’ όποιον μ’ έχει σ’ εσένα σκλαβωμένο
προτού μου δώσει πρόσβαση στις ώρες τις τερπνές σου!
Ποτήρια σαν κι αυτό μακριά από μένα: πως θα μένω
ισόβια ταγμένος στις ορέξεις σου αφέσου
ήσυχος• πως εκούσια τραβάω ό,τι τραβάω.
Ναι: η απουσία σου φυλακή, γλυκιά όμως όταν ξέρω
πως κάπου αλλού εσύ γλεντάς. Μη νοιάζεσαι αν πονάω
παρά μ’ απτόητη υπομονή ευχήσου να υποφέρω
ουδέποτε και στην οργή πάτημα να μη δώσω.
Τι φταις εσύ να έχεις με το μέρος σου τη μέρα
νέος όντας; Τις ενοχές πούλα τες όσο-όσο
– συγχωροχάρτι δεδομένο έχεις πέρα ως πέρα!
Γι’ αυτό σου λέω: άσε με να βράζω στο ζουμί μου
– το πώς θα το διαχειριστώ; Υπόθεση δική μου.









