[Pierre Puvis de Chavannes – Woman on the Beach -]

 

 

Η Σουλαμίτ

 

Κάθε βράδυ ξυπνούσε η Γκραντίβα
Σήκωνε το φόρεμα
Πηδούσε το πρεβάζι
Και βάδιζε γρήγορα προς τη θάλασσα
διψασμένη

κοιτούσε τον ορίζοντα
για να μη χάσει τη διαδρομή

τα άγρια κύματα ξέπλεναν τη στάχτη
που κουβαλούσε πάνω της
και σμίλευαν το πέτρινο δέρμα της

ο άνεμος δρόσιζε το πρόσωπό της
περιμένοντας να γευτεί την απωθημένη επιθυμία
τη ζωή

από το φόβο της ήττας
κρυβόταν ξεχασμένη για χρόνια μέσα της

αλλά κανένα πλάσμα δεν πλησίασε

μόνη της
ξεκούμπωσε την προκατάληψη
έβγαλε το φόρεμα
κληρονομιά από γενιά σε γενιά

κι άφησε επιτέλους τη Σουλαμίτ
να φανεί

έστρεψε το μύλο
με το κίτρινο φωτοστέφανο
δώρο του ήλιου
βούτηξε στα Γυρίσματα
των απείρων πόθων
χάθηκε

 

 

***

Η Γλώσσα

 

Έχω παραιτηθεί από τις λέξεις γιατί όταν τις γνώρισα
γκρέμιζαν τοίχους και άνοιγαν δρόμους

Άγγιζαν τη ψυχή και την απογύμνωναν
μέσα σε εκείνα τα μουσικά καλντερίμια
που συγκινούσαν ακόμη και τον Παπαδιαμάντη
καθώς ο Γιώργος έπιανε την κιθάρα

Η γλώσσα του λείαινε αβασάνιστα
τις αιχμηρές γωνίες της σκέψης

Οι οχιές ημέρευαν
το γιασεμί μοσχοβολούσε νότες αγαλλίασης
και ο Καπετάνιος ακολουθούσε
με ευλάβεια και σοφία
τα μυστηριακά καπρίτσια της θάλασσας

Τί και αν το Είναι διαφέρει
στο κάθε τώρα κρύβονται
όλες οι εν δυνάμει στιγμές της ασυνέχειας

εκείνες που μας κινούν προς την αυτοτελειοποίηση,
προς τον ου-τοπο,
προς τη Δασιά απέναντι,

με τον Κωστή, τη Φρίντα
και άλλους τόσους ταξιδευτές
να χωρούν σε μια σχεδία

Θα τα καταφέρουμε και πάλι στο μέλλον
να απελευθερώσουμε από το σάβανο τα συναισθήματα,
το λογικό από τις τιμές και τους λογαριασμούς,

μήπως και έτσι ξαναγίνουμε άνθρωποι.

Και αν το βόδι μετακινηθεί από τη γλώσσα
μπορεί να βρούμε τον τρόπο
να μην μείνει αναπάντητο
το τρεχούμενο παιδικό γιατί της Ηλέκτρας.

Όσο τα άνθη του κακού ανθίζουν,
θα ξερνάω τη κενότητα των λέξεων μαζί σου

και παρά τις μικροαστικές αναταράξεις του νου
το ακολουθείν Έπειτα δεν θα φαντάζει απαξιωμένο
εξαιτίας του ηττημένου Προτού