ΜΙΑ ΑΤΥΧΗ ΜΕΡΑ
– Πες σʼ αυτόν τον ξευτιλισμένο το φίλο σου να μαζέψει τα χέρια του.
-Δεν είμαι πατέρας του, ούτε δικός σου.
-Νόμιζα πως είσαι φίλος μου, αλλά φαίνεται πως είσαι σκέτο τομάρι.
– Αν δεν αντέχεις φύγε, είπε και σήκωσε τους ώμους του.
Μου ήρθε να τον φτύσω, αλλά πήρα την τσάντα μου κι έφυγα. Άκουγα τη φωνή του να τραγουδάει καθώς έκλεινα την πόρτα. Να χέσω την επανάστασή σου μουρμούρισα, εσύ ʽσαι πιο καθίκι από τη ζωή που σνομπάρεις. Σʼ έχει τσαλαπατήσει το σύστημα και το παίζεις υπεράνω. Δυο απόπειρες αυτοκτονίας έκανες μαλακισμένο και απαξιείς και τις πιο απλές αξίες. Άμα μεγαλώσεις ακόμα λίγο θα τρως από τα σκουπίδια χαμένε.
Έξω απʼ το μπαρ σκοτάδι πίσσα, τα τακούνια μου χτυπούσαν σαν πιστολιές στο πλακόστρωτο. Ήμουν πολύ θυμωμένη για να γυρίσω σπίτι. Δυο στενά μετά μπήκα σʼ ένα μπαρ να πιω ένα ποτό να ηρεμίσω. Άκουσα μια γνωστή φωνή, γύρισα το κεφάλι, τραγουδούσε η Ανιέζα. Σήκωσα το χέρι, της έκανα νόημα, με είδε. Όταν τελείωσε το τραγούδι ήρθε στο τραπέζι μου. Πώς από δω, δε δουλεύεις, είπε. Τα βρόντηξα. Άκουσε τα καθέκαστα για τον Μιχάλη, είναι βούρλο, είπε, τρώει εκεί που χέζει και φιλοσοφεί κιόλας. Χρωστάω δυο νοίκια, είπα, πρέπει να βρω δουλειά. Θα μιλήσω στο αφεντικό, ξέρει πολλούς θα σε βολέψει.
Μετά δυο τραγούδια ξαναήρθε μʼ έναν πολύ ψηλό, πολύ αβρό κύριο που μου φίλησε το χέρι. Ήταν τʼ αφεντικό. Έσκυψα και τη ρώτησα αν είναι αδερφή, όχι είπε, είναι ευγενικός. Μας κέρασε ποτά. Ήταν το τρίτο μου και όλα μου φαίνονταν πιο εύκολα. Οπωσδήποτε δε θα σʼ αφήσουμε έτσι είπε ο κύριος, να ʽστε ήσυχη. Όταν τελείωσαν τα τραγούδια προσφέρθηκε να μας πάει σπίτια μας με τη μερσεντές του. Πρώτα άφησε την Ανιέζα κι ύστερα εμένα. Σηκώθηκε, μου άνοιξε την πόρτα, αν μʼ αφήνεις θέλω να σε φιλήσω είπε. Ήμουν τόσο μεθυσμένη που μου φάνηκε το πιο φυσικό πράγμα, του πρότεινα το στόμα μου. Τα χείλη του ήταν σα δυο λεπτές φέτες κασέρι που μόλις βγήκαν απʼ το ψυγείο. Ευχαριστώ είπε, καληνύχτα.
Μετά λίγα λεπτά χτύπησε το θυροτηλέφωνο. ΄Μπορώ νʼ ανέβω επάνω. Όχι δεν μπορείς, θύμωσα. Με συγχωρείς είπε κι έκλεισε το θυροτηλέφωνο.
Τι είδους μπάσταρδος ήταν πάλι αυτός.
Με ξύπνησε το θυροτηλέφωνο. Ποιός είναι, αγρίεψα. Εγώ η Ανιέζα, ακόμα δε σηκώθηκες, ξέχασες το ραντεβού μας, άντε κουνήσου είναι μία η ώρα, ο Φέστο περιμένει. Ποιός είναι ο Φέστο, ρώτησα. Ο Μεφιστοφελής ο ευγενικός διάολος, τον ξέχασες; τʼ αφεντικό.
Στη μερσεντές στριμωχτήκαμε κι οι δυο πλάι του. Φορούσε άσπρο κουστούμι, φαρδύ χρυσό δαχτυλίδι. Έμοιαζε μαφιόζος τη μέρα. Τα μάτια του ούτε ζεστά ούτε κρύα. Με φίλησε με τα ίδια χτεσινά παγωμένα χίλια.
Πρώτα θα σας πάω για φαγητό στη Μηχανιώνα, ύστερα βλέπουμε.
Η Ανιέζα με σκούντησε. Του μύρισες μου φαίνεται, αλλά μη φοβάσαι, δεν τρώει αρπαχτικά, με το μαλακό και με τη συγκατάθεσή σου. Είσαι βλαμμένη, της σφύριξα.
Γέλασε, έσκυψε στʼ αυτί μου, είναι τόσο ευγενής που θα σε ρωτήσει, επιτρέπεται να σας γαμήσω, εσύ θʼ αρνηθείς κι αυτός θα πει με συγχωρείτε.
Γέλασα, θα σκάσεις; είπα.
Στο μαγαζί τα γκαρσόνια τον ήξεραν, ξεσκόνισαν τις καρέκλες για να καθίσουμε. Φέρτε κάτι καλό είπε αυτός.
Μας φέρανε γλώσσες, γαρίδες και στο τέλος κατσικάκι σούβλας. Έτρωγα τις πατάτες γύρω απʼ το κατσίκι, το κρέας δε τʼ άγγιξα.
Γι αυτό είσαι αδύνατη, μου χαμογέλασε.
Δεν είχα δει ποτέ το βλέμμα του να με περιεργάζεται, πότε με είδε, σκέφτηκα, αν μʼ έβλεπε μόνη μου στο δρόμο θα μʼ αναγνώριζε;
Ήπια μισή μπουκάλα κρασί. Άρχισε πάλι η ζωή να μου φαίνεται σωστή.
Γλυκά θέλετε; θέλαμε, ήρθαν, τα φάγαμε.
Θα πιούμε καφέ και μετά θα πάμε σʼ ένα πράκτορα, να σε τακτοποιήσει, με κοίταξε στα μάτια, άτονα. Μʼ ερχόταν να τον σκουντήσω, είσαι ζωντανός να πω.
Το γραφείο του ατζέντη ήταν φτωχομπινέδικο. Ξεφτισμένες πολυθρόνες, μισοξεκολλημένες αφίσες στον βρώμικο τοίχο.
Επαρχία δεν πάω, είπα στον χοντρό που δεν έλεγε νʼ αφήσει το χέρι μου. Κάτι θα γίνει, κάτι θα γίνει, μη βιάζεσαι να σκεφτώ λίγο. Τράβηξα το χέρι μου απʼ το δικό του. Το ένοιωσα να κρυώνει καθώς απομακρύνθηκε απʼ τη ζέστα του δικού του. Τα μάτια του μικρά προς το πορτοκαλί, σαν αύτά που βγαίνουν καμιά φορά στις φωτογραφίες και τις χαλούν. Αυτουνού όμως του φώτιζαν το πρόσωπο, οι μαγούλες του γίνονταν κρεμ καραμελέ.
Ο Φέστο σηκώθηκε, να μου τηλεφωνήσεις μόνο αν έχεις κάτι καλό, του είπε και φύγαμε.
Στη μερσεντές τώρα καθίσαμε πίσω, ήμασταν νυσταγμένες απʼ το φαί και το κρασί, θυμωμένες απʼ τη μιζέρια του χοντρού. Εκείνος στο τιμόνι κάπνιζε αμίλητος. Ούτε έριχνε ματιά στον καθρέφτη. Θα πάμε στου Λάκη είπε κάποια στιγμή. Κοιταχτήκαμε με την Ανιέζα. Ξέραμε ποιος είναι ο Λάκης, καταγίνονταν μόνο με φίρμες.
Το διαμέρισμά του όλο κρύσταλλο και μετάξι. Με κοίταξε από πάνω ως κάτω, μόνο που δε μου είπε να γυρίσω γύρω γύρω, Τα μάτια του σα να σε φτύνανε και να σε γλύφανε ταυτόχρονα. Κάτι μπορεί να γίνει είπε.
Θέλω να κάνεις κάτι οπωσδήποτε, επείγεται, είπε ο Φέστο.
Δεν κοίταξε ούτε αυτόν ούτε εμένα. Η Ανιέζα είχε ζαρώσει σε μια πολυθρόνα, ούτε χάχανα ούτε λέξη. Ένας κοντούλης εμφανίστηκε, μας σέρβιρε σαμπάνια.
Είναι νωρίς είπε ο Φέστο και σε μας χαμηλόφωνα, είναι απʼ τις φτηνές.
Το κέφι δεν έχει ώρα είπε ο Λάκης.
Ήπιαμε. Σε μια πιατέλα ήρθαν αβοκάντο, πεπόνι, προσούτο.
Ντρεπόμασταν νʼ απλώσουμε χέρι. Εκείνος έβαζε αραχνούφαντες φέτες προσούτο με πεπόνι και τις έτρωγε γέρνοντας πίσω το κεφάλι, ανοίγοντας αδιάντροπα το στόμα. Φαίνονταν η χρυσή του γέφυρα. Ήπιαμε τρία μπουκάλια σαμπάνια. Ό Λάκης με το Φέστο θάβανε τους επώνυμους, εμείς με την Ανιέζα γελούσαμε με τις βρωμιές που ακούγαμε. Κανά δυο φορές χτύπησε το τηλέφωνο, ότι θέλεις αγάπη μου, έχεις δίκιο κούκλα μου, κι ύστερα, τον καριόλη σιγά που θα του κάνω το χατίρι ή την κουφάλα θα την χορέψω καλά εγώ κι αυτά για πρόσωπα που εμείς τα είχαμε θεούς. Δε γελούσαμε άλλο.
Ήταν μεσάνυχτα όταν ο Λάκης είπε πως είναι ώρα να με πάει σʼ ένα μαγαζί στα κάστρα. Ο Φέστο έφυγε με την Ανιέζα.
Μπήκαμε στη μαύρη μπουίκ του, έβαλε μπρός ανάβοντας τσιγάρο. Σκέφτηκα πως αν έπαιρνα τη δουλειά, θα είχα να πληρώνω ταξί και θα ζημίωνα. Έστριψε στο Σέιχ – Σου, χώθηκε σʼ ένα δασάκι, να τα πούμε λίγο πρώτα είπε, λοιπόν πού έχεις δουλέψει ως τώρα. Όμως δεν άκουγε τι έλεγα, τα χέρια του σήκωσαν τη μπλούζα μου, μου ξεκούμπωσαν το σουτιέν. Τον έσπρωξα, αλλά τα χέρια του με κρατούσαν σα δαγκάνες. Σιγά ντέ, δε θα πάθεις τίποτα. Τρόμαξα, ερημιά ολόγυρα, μπορούσε ακόμα και να με σκοτώσει. Έτσι ένοιωσα κι αφέθηκα. Το χρυσάφι της γέφυρας κροτάλισε στα δόντια μου. Μου σήκωσε τη φούστα. Ευτυχώς τελείωσε στα πόδια μου. Δεν πρόλαβε, φοβόταν τις αρρώστιες, δεν ήξερα. Το αυτοκίνητο βρωμοκοπούσε σπέρμα. Πιάσε το κουτί με τα χαρτομάντιλα, είπε. Μου ʽδωσε και μένα, σκουπιζόμασταν κι οι δυο σα να είχαμε χεστεί. Πάμε τώρα είπε, περάσαμε την πορτάρα, ανεβήκαμε πίσω απʼ τους αγίους Αναργύρους, σταμάτησε μπροστά σʼ ένα κτίριο ,τζίφος, είναι κλειστά, θα ʽχουν ρεπό φαίνεται, γέλασε. Το στόμα του μύριζε μέταλλο, την ήξερα αυτή τη μυρωδιά, σίγουρα είχε ζάχαρο, το γνώριζε άραγε; Φοβήθηκα μη με πετάξει έξω απʼ τʼ αμάξι και γυρίσω με τα πόδια μες τα σκοτάδια. Όμως όχι, με πήγε μέχρι το σπίτι. Πώς μένεις σε τέτοια γειτονιά είπε με αηδία. Σκεφτόμουνα να τον παραφυλάξουμε με μερικούς φίλους και να του σπάσουμε τα πόδια. Άναψε τα φώτα ώσπου να κατέβω. Μπροστά στην πόρτα περίμενε ο Μιχάλης. Τον ξέρω αυτόν είπε είναι άσσος στα κουνήματα, καλύτερος από γυναίκα, δεν πιστεύω να σου παριστάνει το αντράκι η μυσιρλού; Εβαλε μπρος μαρσάροντας Το μυαλό μου βροντούσε, το στομάχι μου γύριζε. Έπεσα στην αγκαλιά του Μιχάλη και ξέρασα στην πλάτη του.











Από το: http://www.kastaniotis.com/press/73
[(οπισθόφυλλο): το Άγριο βελούδο είναι το αγκάλιασμα της τρυφερότητας με τη σκληρότητα. Η συνύπαρξη του απαλού με το τραχύ• του τολμηρού με το αθώο. Είναι η δίψα της ψυχής να ζήσει μέσα στο σώμα αλλά και πέρα από αυτό. Η ιεροτελεστία του εγκλήματος. Είναι ο έρωτας, η τρέλα και η εκδίκηση. Η μέθη της παραβατικότητας. H αμαρτία ως εφαλτήριο έντονων συγκινήσεων και εξάρσεων, που συντρίβει τα όρια του κατεστημένου και του φυσικού. Tα πρόσωπα που θυσιάζουν την ύπαρξή τους για να υπάρξουν, οι αντάρτες αλλά και εραστές της καθημερινότητας. Είναι η παράλογη αντιλογία που ανοίγει τις πύλες ενός κόσμου όπου τα πάντα είναι ανοιχτά και ενδεχόμενα.
Στα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή αποκαλύπτεται η ερωτική και άφθαρτη όψη της ζωής. Ένα σύμπαν αγίων και δαιμόνων, όπου οι άνθρωποι αποτινάσσουν τη δυστυχία και κινούνται υπερήφανα προς την αταξία και το χάος, αναζητώντας στην ανατροπή την πολυπόθητη λύτρωση.]
Το βραβείο διηγήματος 2009 του Διαβάζω το πήρε γιατί οι κριτές έμειναν μόνο στο οπισθόφυλλο; Ή μήπως ετούτο δω το λαμπρό και βαθυστόχαστο απόσπασμα είναι τόσο άστοχα αποκομμένο από το σύνολο ενός «έργου» στο οποίο, εν τέλει, αναδεικνύεται “η αμαρτία ως εφαλτήριο έντονων συγκινήσεων και εξάρσεων, που συντρίβει τα όρια του κατεστημένου και του φυσικού” που, όμως, πρέπει να ξεκινάει, με το που θα σου συστηθεί λέμε τώρα, με δυο-τρεις σφαλιάρες στη γκόμενα διότι αλλιώς θα ξενερώσει και θα σκεφτεί ότι πισωγλεντάς κάπως;
Είναι και αυτό το «αίσχος», πικρό και ξινισμένο, που μου κόλλησε στα χείλη και δε λέει να βγει…
Αγαπητέ μου Γιώργο, υπάρχουν πολλοί τρόποι ανάγνωσης ενός κειμένου…Εσύ επιλέγεις εκείνου του οπισθόφιλου και μεγειά (μαγκιά) σου!
Όταν διαβάσεις ολόκληρο το βιβλίο τα ξαναλέμε.
Μερικές φορές οι εκπλήξεις έρχονται από κει που δεν τις περιμένεις…αλλά για να σούρθουνε πρέπει να έχεις τ’ αυτιά σου ανοικτά και την καρδιά καθάρια!
Διαφορετικά εκφράζεις μόνον το προσωπικό σου γούστο (κι αυτό θεμιτό) αλλά (με το συμπάθειο) το προσωπικό γούστο του καθενός δεν αφορά κανέναν στο σύνολό του….
Φίλε Σωτήρη, η μόνη αντικειμενικότητα που έχω και εκφράζω είναι τα συναισθήματα μου από τις εντυπώσεις των πραγμάτων. Σε ένα σχόλιο όμως ποτέ δε θα έμενα στο μου αρέσει ή δε μου αρέσει (σωστά επισημαίνεις κι εσύ ότι δεν αφορά κανένα).
Αν δεν υπήρχε ο τίτλος (και η συγγραφέας και ιστορία του βιβλίου), άρα υπήρχε μόνον αυτό καθαυτό το απόσπασμα (που επειδή στέκεται ως αυτάρκες κείμενο θα αντιμετωπιζόταν ως τέτοιο) το σχόλιο μου θα ήταν: «Η χειρότερη πλευρά της παραλογοτεχνίας».
Γιατί; Διότι απλά προτάσσει την πρόκληση για να προκαλέσει τον αναγνώστη να ασχοληθεί. Και από ‘κει και πέρα τι; Τίποτα! Καμία απολύτως εμβάθυνση στα πρόσωπα. Ρηχές επιδερμικές καταστάσεις που εξαντλούνται στην περιγραφή γαργαλιστικών λεπτομερειών και αποτυγχάνουν πλήρως να σε προκαλέσουν να τις καταδικάσεις. Καμία προσπάθεια να σου αναδείξουν τα αδιέξοδα του πολυδιαφημισμένου αυτού τρόπου ζωής. Ένα καλό σενάριο ίσως για αυτοτελές επεισόδιο μεταμεσονύχτιας σειράς της τιβι.
Από τη στιγμή όμως που έχουμε το βιβλίο, τη βράβευση και αυτό το οπισθόφυλλο, αναρωτήθηκα και στο σχόλιο μου απλά ρώτησα που συνδέονται.
Αν το απόσπασμα τελικά ήταν το “άτυχο”, δε φταίω ως αναγνώστης…
Tα χείλη του ήταν σαν δυο φέτες κασέρι
που μόλις βγήκαν απ’ το ψυγείο…περιγραφή
που θυμίζει Ραίημοντ Τσάντλερ στις ιστορίες
του Μάρλοου…
———————————————-
…Ευτυχώς τελείωσε στα πόδια μου…
————————————————
……………………………………………………….
η τολμηρότητα και η αλήθεια θέλουν κότσια…
Συγχαρητήρια στη Μαρία…Οι Έλληνες σκίζουν
στα τραγούδια , στα ποιήματα…αλλά και στα
διηγήματα είναι οι Έλληνες μανίτσες…
αν αυτό είναι χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου δεν σκοπεύω να το διαβάσω…..άνευρη γραφή θυμίζει τσάντλερ μόνο που είναι πολύ φλύαρη
Η γλώσσα αναπλάθεται !
Η αργκό μιλιέται ως έχει
Η την ξέρεις γιατί οι συναναστροφές
ήταν αξιόλογες !!! ή σωπαίνεις .
Θυμήθηκα από παλιά ανάρτηση
ην έκφραση του Γιώργη του Μίχου
“λαμόγια δημοσιογράφοι”.
Αυτά .
Ελλάς το μεγαλείο σου!!!!
Τώρα θυμήθηκα .Είναι από αυτά
που διαφημίζει το “Alter” τις
βραδινές ώρες !?!?!?!?
Σχολιάζοντας μόνο το απόσπασμα του βιβλίου που διάβασα εδώ -μιας και πάει καιρός που ο καιρός που μου περισεύει μειώνεται απελπιστικά και ουδόλως πρόθυμος δείχνει να χαραμιστεί προς χάρην μιας λίγο πολύ ψιλοβαρετής αναζήτησης στα καινούργια Νέο της ελληνικής λογοτεχνίας-θα έλεγα ότι η εντύπωση που μου άφησε είναι μια από τα ίδια και βλέπουμε. Περιέχει όλα αυτά ακριβώς τα στοιχεία μιας νεόπτωχης φαντασίας κομμένης και ραμένης στα μέτρα ενός τρόπου ζωής που κάπου παραδίπλα μας ανασαίνει λίγο πάνω ,λίγο κάτω,λίγο πιο ανθεικτικά μέσα μας παράγοντας συνεχώς τα βαρομετρικά πεδία των νοητικών πτήσεων που θα κάνουμε..
Οχι..Δεν μπορεί να μου πει τίποτα πια μια ακόμη ιστορία ενός κάποιου αδιεξόδου και χαμού στα σοκάκια της ύφεσης..Μια σχεδόν αναπόφευκτη εκσπερμάτωση στο δασάκι με τις ανήλιαγες διαδικασιες κατάρτισης των προηγμένων πεπραγμένων, που όλο αυτά μετά θα μεταφερθούν σε μια γνωστή σχέση σώματος και ψυχής.
Τραμουντάνα επειγόντως και γρήγορα..και κυρίως με καλά ανοιχτά τα παράθυρα ας μας έβρει..
Nιώθω ότι αδικούμε αυτή την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων και θα πρότεινα να διαβαστεί ολόκληρη και όχι να βγάζουμε συμπεράσματα από ένα μόνο διήγημα. Κι αυτό γιατί:
Με κορυφαίο το ομώνυμο διήγημα της συλλογής “άγριο βελούδο” η Κουγιουμτζή κατορθώνει να υπεισέρθει στο άδυτο της ανθρώπινης ψυχής, στις πιο λεπτές αποχρώσεις των συναισθημάτων, καταβυθίζεται τόσο στο σκοτάδι όσο και στο φως, υπάρχει μία ψυχολογική διερεύνηση των χαρακτήρων της και μόνο ρηχά δεν μπορεί να θεωρηθούν τα διηγήματα αυτά.
Δεύτερον, η γλώσσα της είναι ζωντανή, πηχτή, πάλλεται, αλλού ποιητική, αλλού ρεαλιστική, πάντως πουθενά άνευρη και θεωρώ ότι αποτελεί ένα από τα βασικά προτερήματα του βιβλίου.
Το βιβλίο πήρε το βραβείο του Διαβάζω. Αυτό από μόνο του δεν προκαλεί αδίκημα, υπάρχουν και άξια λόγου βιβλία που βραβεύονται και αυτό σίγουρα είναι ένα από αυτά.
“Αλλάξτε ονόματα, κολλήστε το σε όποιο βιβλίο διηγημάτων θέλετε. Κολλάει αυτόματα.” Με τρόπο ανάλογο συμπιλούνται οι προβλέψεις των ωροσκοπίων. Δείτε το λήμμα “Forer effect” στο Wikipedia.
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση αυτής της πρακτικής, γνωστή στο χώρο των λογοτεχνικών σχολιασμών, όπου ο σχολιαστής καταφεύγει συχνά στην ακατάσχετη αδολεσχία, προκειμένου να φωτίσει την (ενίοτε αμφισβητούμενη) ποιητικότητα των κειμένων, ή προβαίνει σε αυθαίρετους ψυχολογισμούς. Ένα θαυμάσιο κείμενο που στηλιτεύει τέτοιες πρακτικές συνιστά το διήγημα “Κόκκινα γραμματόσημα με την εικόνα του Λένιν” του Ντανίλο Κις (Εγκυκλοπαίδεια των Νεκρών, εκδ. Εξάντας).
Δ. Κούρτοβικ, Νέα, 15/5
Τέρρυ Ήγκλετον: Κάθε συζήτηση περί λογοτεχνίας παύει να είναι ενδιαφέρουσα, αν δεν μετακινηθεί γρήγορα έξω από το πεδίο της λογοτεχνίας: λέει ο περίφημος κριτικός Δεν έχω προσωπική πείρα από τον τρόπο διδασκαλίας της λογοτεχνίας στη Μέση Εκπαίδευση. Ελπίζω- και θα το θεωρήσω δεδομένο στα όσα θα πω πιο κάτω- ότι οι διδάσκοντες είναι κάπως επαρκέστεροι από τη νεαρή φιλόλογο η οποία, όταν διάβασε, κατά προτροπή φίλου μου εκπαιδευτικού και γνωστού συγγραφέα, μια κριτική μου που περιείχε μια αναφορά στον Ραμπελαί, ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο Ραμπελές, νομίζοντας πως επρόκειτο για ΄Ελληνα συγγραφέα του 19ου αιώνα.
Προϋπέθεσα, λοιπόν, με γενναιοφροσύνη που πιστεύω πως δεν θα μου αμφισβητηθεί, ότι οι φιλόλογοι που διδάσκουν λογοτεχνία στα σχολεία είναι επαρκείς, επαρκέστατοι, και πολλοί από αυτούς μάλιστα είναι ρέκτες. Επίσης, προϋπέθεσα ότι μια μερίδα, έστω, από τους μαθητές τους έχουν, αν όχι άμεσο ενδιαφέρον, τουλάχιστον μια κάποια περιέργεια γι΄ αυτό το μάθημα. Και με αυτές τις παραδοχές ξεφύλλισα τα σχολικά βιβλία λογοτεχνίας, προσπαθώντας να καταλάβω τι ερεθίσματα δίνουν σε διδασκόμενους και διδάσκοντες. Το συμπέρασμά μου ήταν ότι τα βιβλία αυτά είναι ό, τι πρέπει για να γιατρευτούν οι δάσκαλοι από το τυχόν πάθος τους για τη λογοτεχνία και να πειστούν τα παιδιά ότι δεν αξίζει να της αφιερώσουν ούτε το ένα χιλιοστό του χρόνου που τους απορροφά το play station.
Tο πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση σ΄ αυτά τα βιβλία ήταν το πλήθος των λογοτεχνών που συνωστίζονται στις σελίδες τους και που η καταγραφή τους θυμίζει (ή μήπως είναι;) επετηρίδα. Στο βιβλίο της Γ΄ Γενικού Λυκείου μέτρησα 52 ποιητές και 35 πεζογράφους, που αντιπροσωπεύονται με ποιήματα ή αποσπάσματα από τα πεζά τους. Αριθμός υπεραρκετός για να ιδρυθεί λογοτεχνικό σωματείο και να ζητήσει κρατική επιχορήγηση. Περιττό να σημειώσω ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους λογοτέχνες είναι ελάσσονες ή και κάτι λιγότερο. Αλλά το χειρότερο είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται το έργο τους δεν σ΄ αφήνει να καταλάβεις σε τι διαφοροποιούνται μεταξύ τους, ποιο είναι το ιδιαίτερο στίγμα του καθενός. Δικαιολογημένα, ένας μαθητής θα μπορούσε να πει στον καθηγητή του κάτι σαν αυτό: «Ωραία, καταλάβαμε τι είναι η ποίηση της ήττας, γιατί πρέπει τώρα να διαβάσουμε και τους είκοσι εκπροσώπους της;» Φυσικά, κανένας δάσκαλος δεν μπορεί να διεξέλθει όλη αυτή την ύλη στη διάρκεια μιας σχολικής χρονιάς. Και, απ΄ όσο ξέρω, λίγοι μπαίνουν στον κόπο της επιλογής. Οι περισσότεροι ακολουθούν τη ληξιαρχικής λογικής σειρά του βιβλίου. Οπότε, μάλλον δεν προλαβαίνουν να πάνε ένα βήμα πιο πέρα από την ποίηση της ήττας. Ακόμα και όταν γίνεται επιλογή, περιορίζεται συνήθως στα «σίγουρα» ονόματα (Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης…) και, ως επακόλουθο, σε στερεότυπες προσεγγίσεις.
Αλλά εκεί που η λογοτεχνία δεινοπαθεί για τα καλά, εκεί που κυριολεκτικά διαμελίζεται, είναι στις οδηγίες για την «κατανόηση του κειμένου», όπως είναι ο γενικός τίτλος που δίνεται με μετριοφροσύνη σ΄ αυτές τις ενότητες. Μπορεί να μην υπάρχουν πια τα αλήστου μνήμης «καλολογικά στοιχεία» της δικής μου εποχής, σύμφωνα με τα οποία η λογοτεχνικότητα ενός κειμένου δεν ήταν παρά ζήτημα γλωσσικής γαρνιτούρας. Μπορεί να έχουν αντικατασταθεί από αναλυτικές κατηγοριοποιήσεις που έχουν ένα λούστρο φιλολογικής εμβρίθειας και λεπτολογίας. Το αποτέλεσμα όμως παραμένει ουσιαστικά το ίδιο, αν δεν είναι μάλιστα ακόμα πιο αντιπαιδαγωγικό. Το λογοτεχνικό έργο παύει να είναι μια οργανική ενότητα, που τα μέλη της και οι αρμοί της συνεργάζονται για να παραγάγουν νόημα, και αντί γι΄ αυτό ορίζεται ως άθροισμα μιας σειράς τεχνικών χαρακτηριστικών (διάρθρωση, γλώσσα και ύφος, αφηγηματικά στοιχεία, πρόσωπα και χαρακτήρες), που μπορούν να ιδωθούν το καθένα χωριστά από τα άλλα και από το σύνολο. Αν οι αναλύσεις που επιγράφονται «κατανόηση του κειμένου» ήταν λογοτεχνικές κριτικές, θα λέγαμε ότι είναι ανιαρές, στεγνές, χωρίς φαντασία και πρωτοτυπία, χωρίς ορίζοντα, αλλά τέλος πάντων επιμελείς. Επειδή όμως δεν είναι λογοτεχνικές κριτικές και δεν διαβάζονται από αναγνώστες με ειδικό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, δύσκολα αποφεύγουμε να τις χαρακτηρίσουμε τραγικές. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να σκοτώσουν την όποια διάθεση του μαθητή να διαβάσει από μόνος του λογοτεχνία, την όποια επιθυμία του ν΄ αναζητήσει στα λογοτεχνικά έργα κάτι που να συντονίζεται με τις δικές του αγωνίες, που να του μιλάει κατευθείαν στην ψυχή.
Tο κορυφαίο, το αφετηριακό λάθος της (αντι)παιδαγωγικής αντίληψης που διαπνέει τα σχολικά βιβλία λογοτεχνίας είναι ότι τα λογοτεχνικά κείμενα που συστήνονται στους μαθητές παρουσιάζονται σαν να έχουν μια εγγενή αξία, την οποία αυτοί οφείλουν ν΄ αναγνωρίσουν. Την ίδια τη λογοτεχνία τα παιδιά καλούνται να την αντιμετωπίσουν ως κάτι αυτονόητα σημαντικό, άσχετα με το πόσο τα αγγίζει ή τα αφορά. Με τον τρόπο αυτό ενεργοποιούνται τα αντανακλαστικά αντίστασης του νεαρού ατόμου εναντίον αξιακών κωδίκων που αισθάνεται πως του επιβάλλονται εκ των άνω, από το «σύστημα».
Η σωστή μέθοδος θα ήταν η αντίθετη από αυτή που εφαρμόζεται. Αντί να προσπαθεί να φέρει τον μαθητή κοντά στη λογοτεχνία, θα προσπαθούσε να φέρει τη λογοτεχνία κοντά στον μαθητή. Για να γίνει όμως αυτό, ο διδάσκων πρέπει να διαγνώσει και να κατανοήσει τις ευαισθησίες του ακροατηρίου του. Ξέρω καλά ποια είναι η τρέχουσα αντίληψη για τις ευαισθησίες των σημερινών εφήβων. Ξέρω καλά ότι θεωρούνται συρρικνωμένες και μ΄ ευτελείς προσανατολισμούς, τόσο που να δίνουν λαβή να γίνεται λόγος για αναισθησίες μάλλον παρά για ευαισθησίες. Κουβαλάω αρκετά χρόνια στην πλάτη του ώστε να μπορώ να δω σε όλα αυτά απλώς την επανάληψη των τυπικών μεμψίμοιρων αιτιάσεων που απευθύνει κάθε παλιότερη γενιά, με δρομολογημένες ιδέες και τρόπο ζωής, στην επόμενή της, την ακόμα ατακτοποίητη. Η ευαισθησία του έφηβου είναι αδιαμόρφωτη, αλλά και πολυδύναμη. Στο χέρι του παιδαγωγού είναι να τη διαπλάσει, αναγνωρίζοντας όμως και σεβόμενος τις εσώτερες ανάγκες που την κινούν.
Για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας ισχύει στο πολλαπλάσιο αυτό που έχει πει, σε άλλα συμφραζόμενα, ένας κριτικός με το ανάστημα του Τέρρυ ΄Ηγκλετον: κάθε συζήτηση περί λογοτεχνίας παύει να είναι ενδιαφέρουσα, αν δεν μετακινηθεί γρήγορα έξω από το πεδίο της λογοτεχνίας. Ειδικά για τον νέο άνθρωπο η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι η βάση εκτόξευσης των υπαρξιακών αναζητήσεών του, αλλά ένας διαστημικός σταθμός για την προώθησή τους σ΄ εξώτερες σφαίρες.
Ποιος νοιάζεται τελικά για τη λογοτεχνία; Είναι ένα ερώτημα που κρύβει μέσα του ένα άλλο: ποιος ο λόγος να νοιαζόμαστε για τη λογοτεχνία; Αν η απάντηση δεν μπορεί να προχωρήσει σε κάτι πέρα από την αισθητική απόλαυση και ανάταση, ας πάψουμε να βαυκαλιζόμαστε ότι μπορούμε να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον των μαθητών για τη λογοτεχνία. Αν έχουμε βρει πιο έξυπνες απαντήσεις, ας ξεκινήσουμε από κάτι ανορθόδοξο: ας ζητήσουμε από τα παιδιά να μιλήσουν για βιβλία ή οποιουδήποτε άλλου είδους κείμενα που διάβασαν με δική τους πρωτοβουλία και τους άρεσαν, και ας ανοίξουμε έπειτα συζήτηση γύρω από αυτά, όσο και αν μας σοκάρισαν οι επιλογές, προσπαθώντας να εντοπίσουμε τους ψυχικούς εκείνους υποδοχείς που θα μπορούσαν να δεξιωθούν μια πιο απαιτητική λογοτεχνία.
Εγώ ο ίδιος δοκίμασα ένα τέτοιο σοκ- θεραπευτικό σοκ, θα έλεγα- το περασμένο φθινόπωρο, όταν παρουσίασα το τελευταίο μυθιστόρημά μου σ΄ ένα νυχτερινό λύκειο του Περιστερίου και μια μαθήτρια μού είπε ευθέως: «Διάβασα το βιβλίο σας δύο φορές και δεν κατάλαβα τίποτα». ΄Ηταν η μόνη αντίδραση για την οποία δεν ήμουν προετοιμασμένος. Κακώς. Γιατί υπέπεσα κι εγώ στο τυπικό λάθος του διανοούμενου, κι ας είχα επίγνωσή του και νόμιζα ότι ήξερα πώς να το αποφεύγω: προϋπέθεσα κατά την εισήγησή μου περισσότερα απ΄ όσα επιτρέπεται να προϋποθέτουμε, όταν προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε έξω από τα όρια του κύκλου ή της κάστας μας. Η σωστή απάντηση στην παρατήρηση της μαθήτριας, απάντηση που δυστυχώς δεν μπορούσε να δοθεί στο πλαίσιο μιας τέτοιας εκδήλωσης, θα ήταν: Δεν πειράζει που δεν κατάλαβες τίποτα, ξέχασέ το κι έλα να μιλήσουμε για πράγματα που καταλαβαίνεις και σ΄ ενδιαφέρουν, και θα δεις ότι θα καταλήξουμε στο βιβλίο μου (το τελευταίο, φυσικά, θα το έλεγα μόνο μέσα μου!).
Αυτό όμως θα ήταν η αρχή ενός μαθήματος, σωστότερα ενός κύκλου μαθημάτων, για τη λογοτεχνία.
φταίνε οι αναγνώστες φταίνε οι παρκαδοροι των σχολείων φταίνε οι γονείς φταίνε ο μαθητές φταίει η κυβέρνηση φταίει το κράτος φταίει ο καιρός φταίνε όλοι οι άλλοι όχι η διανόηση ποτέ γιατί αυτοί έχουν διαβάσει μόνο που πλέον γράφουν ότι απλώς έχουν διαβάσει και δεν παράγουν γνώση σαν την κατσίκα που μυρηκάζει την τροφή κι όλοι ανησυχούν για τα παιδιά μα τα παιδιά είναι εκεί έξω ζωντανά και όχι σε βιβλία που μυρίζουν σήψη και περιμένουν με το στόμα ανοιχτό κι εμείς τα ταί ζουμε φαστ φουντ παρελθόν go johnny go and johnny b. good
3erei kaneis h endiaferetai na mou dwssei kai na tou dwsw arlekin pou exoume kai oi duo diabasei na ta steiloume o enas stoon allo h na synanthuoume se mia kafeteria na ta antala3oume h na tou ta plhrwsw ennoeitai omws afou einai xrhsimopoihmena ligo fthnotera apo kanoun ta kanonika kai ta sfragismena !! Opoios endiageretai na mou gracei ta onomata apo ta biblia