ΜΙΑ ΑΤΥΧΗ ΜΕΡΑ

– Πες σʼ αυτόν τον ξευτιλισμένο το φίλο σου να μαζέψει τα χέρια του.
-Δεν είμαι πατέρας του, ούτε δικός σου.
-Νόμιζα πως είσαι φίλος μου, αλλά φαίνεται πως είσαι σκέτο τομάρι.
– Αν δεν αντέχεις φύγε, είπε και σήκωσε τους ώμους του.
Μου ήρθε να τον φτύσω, αλλά πήρα την τσάντα μου κι έφυγα. Άκουγα τη φωνή του να τραγουδάει καθώς έκλεινα την πόρτα. Να χέσω την επανάστασή σου μουρμούρισα, εσύ ʽσαι πιο καθίκι από τη ζωή που σνομπάρεις. Σʼ έχει τσαλαπατήσει το σύστημα και το παίζεις υπεράνω. Δυο απόπειρες αυτοκτονίας έκανες μαλακισμένο και απαξιείς και τις πιο απλές αξίες. Άμα μεγαλώσεις ακόμα λίγο θα τρως από τα σκουπίδια χαμένε.
Έξω απʼ το μπαρ σκοτάδι πίσσα, τα τακούνια μου χτυπούσαν σαν πιστολιές στο πλακόστρωτο. Ήμουν πολύ θυμωμένη για να γυρίσω σπίτι. Δυο στενά μετά μπήκα σʼ ένα μπαρ να πιω ένα ποτό να ηρεμίσω. Άκουσα μια γνωστή φωνή, γύρισα το κεφάλι, τραγουδούσε η Ανιέζα. Σήκωσα το χέρι, της έκανα νόημα, με είδε. Όταν τελείωσε το τραγούδι ήρθε στο τραπέζι μου. Πώς από δω, δε δουλεύεις, είπε. Τα βρόντηξα. Άκουσε τα καθέκαστα για τον Μιχάλη, είναι βούρλο, είπε, τρώει εκεί που χέζει και φιλοσοφεί κιόλας. Χρωστάω δυο νοίκια, είπα, πρέπει να βρω δουλειά. Θα μιλήσω στο αφεντικό, ξέρει πολλούς θα σε βολέψει.
Μετά δυο τραγούδια ξαναήρθε μʼ έναν πολύ ψηλό, πολύ αβρό κύριο που μου φίλησε το χέρι. Ήταν τʼ αφεντικό. Έσκυψα και τη ρώτησα αν είναι αδερφή, όχι είπε, είναι ευγενικός. Μας κέρασε ποτά. Ήταν το τρίτο μου και όλα μου φαίνονταν πιο εύκολα. Οπωσδήποτε δε θα σʼ αφήσουμε έτσι είπε ο κύριος, να ʽστε ήσυχη. Όταν τελείωσαν τα τραγούδια προσφέρθηκε να μας πάει σπίτια μας με τη μερσεντές του. Πρώτα άφησε την Ανιέζα κι ύστερα εμένα. Σηκώθηκε, μου άνοιξε την πόρτα, αν μʼ αφήνεις θέλω να σε φιλήσω είπε. Ήμουν τόσο μεθυσμένη που μου φάνηκε το πιο φυσικό πράγμα, του πρότεινα το στόμα μου. Τα χείλη του ήταν σα δυο λεπτές φέτες κασέρι που μόλις βγήκαν απʼ το ψυγείο. Ευχαριστώ είπε, καληνύχτα.

Μετά λίγα λεπτά χτύπησε το θυροτηλέφωνο. ΄Μπορώ νʼ ανέβω επάνω. Όχι δεν μπορείς, θύμωσα. Με συγχωρείς είπε κι έκλεισε το θυροτηλέφωνο.
Τι είδους μπάσταρδος ήταν πάλι αυτός.
Με ξύπνησε το θυροτηλέφωνο. Ποιός είναι, αγρίεψα. Εγώ η Ανιέζα, ακόμα δε σηκώθηκες, ξέχασες το ραντεβού μας, άντε κουνήσου είναι μία η ώρα, ο Φέστο περιμένει. Ποιός είναι ο Φέστο, ρώτησα. Ο Μεφιστοφελής ο ευγενικός διάολος, τον ξέχασες; τʼ αφεντικό.
Στη μερσεντές στριμωχτήκαμε κι οι δυο πλάι του. Φορούσε άσπρο κουστούμι, φαρδύ χρυσό δαχτυλίδι. Έμοιαζε μαφιόζος τη μέρα. Τα μάτια του ούτε ζεστά ούτε κρύα. Με φίλησε με τα ίδια χτεσινά παγωμένα χίλια.
Πρώτα θα σας πάω για φαγητό στη Μηχανιώνα, ύστερα βλέπουμε.
Η Ανιέζα με σκούντησε. Του μύρισες μου φαίνεται, αλλά μη φοβάσαι, δεν τρώει αρπαχτικά, με το μαλακό και με τη συγκατάθεσή σου. Είσαι βλαμμένη, της σφύριξα.
Γέλασε, έσκυψε στʼ αυτί μου, είναι τόσο ευγενής που θα σε ρωτήσει, επιτρέπεται να σας γαμήσω, εσύ θʼ αρνηθείς κι αυτός θα πει με συγχωρείτε.
Γέλασα, θα σκάσεις; είπα.
Στο μαγαζί τα γκαρσόνια τον ήξεραν, ξεσκόνισαν τις καρέκλες για να καθίσουμε. Φέρτε κάτι καλό είπε αυτός.
Μας φέρανε γλώσσες, γαρίδες και στο τέλος κατσικάκι σούβλας. Έτρωγα τις πατάτες γύρω απʼ το κατσίκι, το κρέας δε τʼ άγγιξα.
Γι αυτό είσαι αδύνατη, μου χαμογέλασε.
Δεν είχα δει ποτέ το βλέμμα του να με περιεργάζεται, πότε με είδε, σκέφτηκα, αν μʼ έβλεπε μόνη μου στο δρόμο θα μʼ αναγνώριζε;
Ήπια μισή μπουκάλα κρασί. Άρχισε πάλι η ζωή να μου φαίνεται σωστή.
Γλυκά θέλετε; θέλαμε, ήρθαν, τα φάγαμε.
Θα πιούμε καφέ και μετά θα πάμε σʼ ένα πράκτορα, να σε τακτοποιήσει, με κοίταξε στα μάτια, άτονα. Μʼ ερχόταν να τον σκουντήσω, είσαι ζωντανός να πω.
Το γραφείο του ατζέντη ήταν φτωχομπινέδικο. Ξεφτισμένες πολυθρόνες, μισοξεκολλημένες αφίσες στον βρώμικο τοίχο.
Επαρχία δεν πάω, είπα στον χοντρό που δεν έλεγε νʼ αφήσει το χέρι μου. Κάτι θα γίνει, κάτι θα γίνει, μη βιάζεσαι να σκεφτώ λίγο. Τράβηξα το χέρι μου απʼ το δικό του. Το ένοιωσα να κρυώνει καθώς απομακρύνθηκε απʼ τη ζέστα του δικού του. Τα μάτια του μικρά προς το πορτοκαλί, σαν αύτά που βγαίνουν καμιά φορά στις φωτογραφίες και τις χαλούν. Αυτουνού όμως του φώτιζαν το πρόσωπο, οι μαγούλες του γίνονταν κρεμ καραμελέ.
Ο Φέστο σηκώθηκε, να μου τηλεφωνήσεις μόνο αν έχεις κάτι καλό, του είπε και φύγαμε.
Στη μερσεντές τώρα καθίσαμε πίσω, ήμασταν νυσταγμένες απʼ το φαί και το κρασί, θυμωμένες απʼ τη μιζέρια του χοντρού. Εκείνος στο τιμόνι κάπνιζε αμίλητος. Ούτε έριχνε ματιά στον καθρέφτη. Θα πάμε στου Λάκη είπε κάποια στιγμή. Κοιταχτήκαμε με την Ανιέζα. Ξέραμε ποιος είναι ο Λάκης, καταγίνονταν μόνο με φίρμες.
Το διαμέρισμά του όλο κρύσταλλο και μετάξι. Με κοίταξε από πάνω ως κάτω, μόνο που δε μου είπε να γυρίσω γύρω γύρω, Τα μάτια του σα να σε φτύνανε και να σε γλύφανε ταυτόχρονα. Κάτι μπορεί να γίνει είπε.
Θέλω να κάνεις κάτι οπωσδήποτε, επείγεται, είπε ο Φέστο.
Δεν κοίταξε ούτε αυτόν ούτε εμένα. Η Ανιέζα είχε ζαρώσει σε μια πολυθρόνα, ούτε χάχανα ούτε λέξη. Ένας κοντούλης εμφανίστηκε, μας σέρβιρε σαμπάνια.
Είναι νωρίς είπε ο Φέστο και σε μας χαμηλόφωνα, είναι απʼ τις φτηνές.
Το κέφι δεν έχει ώρα είπε ο Λάκης.
Ήπιαμε. Σε μια πιατέλα ήρθαν αβοκάντο, πεπόνι, προσούτο.
Ντρεπόμασταν νʼ απλώσουμε χέρι. Εκείνος έβαζε αραχνούφαντες φέτες προσούτο με πεπόνι και τις έτρωγε γέρνοντας πίσω το κεφάλι, ανοίγοντας αδιάντροπα το στόμα. Φαίνονταν η χρυσή του γέφυρα. Ήπιαμε τρία μπουκάλια σαμπάνια. Ό Λάκης με το Φέστο θάβανε τους επώνυμους, εμείς με την Ανιέζα γελούσαμε με τις βρωμιές που ακούγαμε. Κανά δυο φορές χτύπησε το τηλέφωνο, ότι θέλεις αγάπη μου, έχεις δίκιο κούκλα μου, κι ύστερα, τον καριόλη σιγά που θα του κάνω το χατίρι ή την κουφάλα θα την χορέψω καλά εγώ κι αυτά για πρόσωπα που εμείς τα είχαμε θεούς. Δε γελούσαμε άλλο.
Ήταν μεσάνυχτα όταν ο Λάκης είπε πως είναι ώρα να με πάει σʼ ένα μαγαζί στα κάστρα. Ο Φέστο έφυγε με την Ανιέζα.
Μπήκαμε στη μαύρη μπουίκ του, έβαλε μπρός ανάβοντας τσιγάρο. Σκέφτηκα πως αν έπαιρνα τη δουλειά, θα είχα να πληρώνω ταξί και θα ζημίωνα. Έστριψε στο Σέιχ – Σου, χώθηκε σʼ ένα δασάκι, να τα πούμε λίγο πρώτα είπε, λοιπόν πού έχεις δουλέψει ως τώρα. Όμως δεν άκουγε τι έλεγα, τα χέρια του σήκωσαν τη μπλούζα μου, μου ξεκούμπωσαν το σουτιέν. Τον έσπρωξα, αλλά τα χέρια του με κρατούσαν σα δαγκάνες. Σιγά ντέ, δε θα πάθεις τίποτα. Τρόμαξα, ερημιά ολόγυρα, μπορούσε ακόμα και να με σκοτώσει. Έτσι ένοιωσα κι αφέθηκα. Το χρυσάφι της γέφυρας κροτάλισε στα δόντια μου. Μου σήκωσε τη φούστα. Ευτυχώς τελείωσε στα πόδια μου. Δεν πρόλαβε, φοβόταν τις αρρώστιες, δεν ήξερα. Το αυτοκίνητο βρωμοκοπούσε σπέρμα. Πιάσε το κουτί με τα χαρτομάντιλα, είπε. Μου ʽδωσε και μένα, σκουπιζόμασταν κι οι δυο σα να είχαμε χεστεί. Πάμε τώρα είπε, περάσαμε την πορτάρα, ανεβήκαμε πίσω απʼ τους αγίους Αναργύρους, σταμάτησε μπροστά σʼ ένα κτίριο ,τζίφος, είναι κλειστά, θα ʽχουν ρεπό φαίνεται, γέλασε. Το στόμα του μύριζε μέταλλο, την ήξερα αυτή τη μυρωδιά, σίγουρα είχε ζάχαρο, το γνώριζε άραγε; Φοβήθηκα μη με πετάξει έξω απʼ τʼ αμάξι και γυρίσω με τα πόδια μες τα σκοτάδια. Όμως όχι, με πήγε μέχρι το σπίτι. Πώς μένεις σε τέτοια γειτονιά είπε με αηδία. Σκεφτόμουνα να τον παραφυλάξουμε με μερικούς φίλους και να του σπάσουμε τα πόδια. Άναψε τα φώτα ώσπου να κατέβω. Μπροστά στην πόρτα περίμενε ο Μιχάλης. Τον ξέρω αυτόν είπε είναι άσσος στα κουνήματα, καλύτερος από γυναίκα, δεν πιστεύω να σου παριστάνει το αντράκι η μυσιρλού; Εβαλε μπρος μαρσάροντας Το μυαλό μου βροντούσε, το στομάχι μου γύριζε. Έπεσα στην αγκαλιά του Μιχάλη και ξέρασα στην πλάτη του.