Μιλάω για σας συνεχώς.
Ερευνώ εσάς το έργο τους επιγόνους και μελετητές σας.
Αναζητώ στο Google και αλλού
σε βιβλιοθήκες σε εγκυκλοπαίδιες στα όσα
κουτσομπολιά
ακόμα κυκλοφορούν για εσάς
στόμα με στόμα.
Και συνεχίζω να μιλάω για σας.
Δεν είσαστε εσείς από εκείνους
τους τυχερούς, τους άσημους. Όχι.. Εσείς δεν υπήρξατε
άσημοι.
Όχι.
Εσείς αγαπηθήκατε απ΄το κοινό -ή και μισηθήκατε- αλλά πάντως δεν υπήρξατε
άσημοι.
«Είμαι ένας κάποιος.», λέγατε. Τότε. Και λέγανε και οι άλλοι.
Ορισμένοι από σας είστε ακόμα πιο άτυχοι απ΄όσους δεν είναι τυχεροί.
Α!!! Εσείς
εσείς αναγνωριστήκατε μετά θάνατον.
Ούτε κι εσείς
ούτε
κι
εσείς
δε μου/μας γλυτώσατε.
Συνεχίζω
σήμερα
σήμερα τώρα έπειτα από
1
2
[….]
38
[…..]
245
[….]
2000 και λοιπά
χρόνια
και χρόνια και καιρούς από εκείνη τη στιγμή
του φευγιού
(του πιο δικού σας του φευγιού)
συνεχίζω
ν’ αναζητώ
να σας κρατώ
όσο όσο
μπορώ ζωντανούς.
Ανάβω επίμονα κερί να σας θυμάμαι.
Στέρω σας έτσι
τη χαρά
του απαλού γλιστρήματος στο
τ
ί
π
ο
τ
α
Μαίρη Αλεξοπούλου: Ζω στην Αθήνα. Προσπαθώ να γράφω.
Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφορούν 2 βιβλία μου με ποιήματα: «Ερώμαι» (2005) και «Σαπφώ 301» (2008)
Θα με βρείτε κι εδώ: http://voreiamiakia.blogspot.com/











Κοιτάζω στον καθρέφτη αυτού του ποιήματος και βλέπω μια ειρωνεία.
Βλέπω όμως και μια συμπάθεια και μια φροντίδα που περιέχεται στην όποια υποφώσκουσα κρίση.
Αυτοί οι κακόμοιροι οι ποιητές… Όσο αγωνίζονται και αθλούνται είναι για να μείνουν στην αιωνιότητα. Για να μείνει άσβεστη η ελπίδα της αθανασίας και της αγάπης…
Αυτοί οι κακόμοιροι οι ποιητές, ενσαρκώνουν και εκφράζουν το συλλογικό πόνο της ίδιας της γης…
Αυτοί οι κακόμοιροι τεθνεώτες ποιητές. Ζούνε ξανά όταν τους διαβάζουμε και τους θυμόμαστε; Σα να λέμε: Δύο χέρια χειροκροτούν. Ποιός είναι ο ήχος του ενός χεριού;
Και πάντα μένει ο τελευταίος στίχος. Μέσα του πρέπει να εκραγεί ο κόσμος και μετά να σιωπήσει. Μέσα του πρέπει ο θάνατος να είναι ωραίος. Ενώνοντας στον χώρο του στήθους, το θαύμα και το κενό…
Να δω πόσο θα πάρει για να αναρτηθεί ένα ζόρικο σχόλιο….
Ρωτάτε δηλαδή αν το τίποτα μπορεί να αποτελέσει στόχο καλλιτεχνικής καταγραφής και να σημάνει δημιουργία; Μπαίνω πλάγια στο θέμα, χωρίς να έχω καταθέσει άποψη το γνωρίζω.
Να γλιστρήσουνε τα ονόματα στο πεδίο του τίποτα, είναι κατά τη δικιά μου ερμηνεία, η απαραίτητη προυπόθεση για να αναδυθεί το έργο τους.
Σαν να σου λέει, χορτάσατε από φήμη ναι αλλά αυτή τη φήμη που σας αποδώθηκε στερώντας ταυτόχρονα το καθαρό πλησίασμα στο έργο σας τι να την κάνετε;
Στο έργο ενός μεγάλου συγγραφέα πρέπει να πηγαίνεις καθαρός και ανεπηρέαστος. Και μόλις το κοινωνήσεις, μετα αναζητάς ό,τι πληροφορία μπορείς παραπάνω προκειμένου να το φωτίσεις ακόμα περισσότερο. Σήμερα τα πράματα παν αντίστροφα.
Αυτό λέει μεταξύ άλλων η ποιήτρια. Έχει άδικο;
Καλησπέρα. Είμαι καινούριος στο να γράφω σε αυτή τη σελίδα. Περισσότερο την παρακολουθούσα χωρίς να εκφέρω γνωμη. Τη θετική την προλαμβάνανε οι καλύτερα προπονημένοι και την αρνητική επίσης. Τη Δεύτερη λιγότερο καθώς όλα τα γούστα διαφέρουν αλλά είναι αποδεκτά.
Στο συγκεκριμένο.
Νομίζω υπάρχει ένα πνέυμα ειρωνείας κεντημένο στις δαντέλες του πονήματος αυτού. Από την άλλη υπάρχει μια αξιόλογη ενέργεια όπως ακριβώς αυτή που έχει ο πιτσιρικάς που θέλει να ζήσει έντονα σαν το ροκ ειδωλό του. Αυτό μου μοιάζει παιδική αρρώστεια αλλά επειδή δεν μπορώ να ξεχωρίσω αυτά τα δύο και να τα δώ αυτόνομα με βάση τη σταυροβελονιά της λέξης υποθέτω ότι αυτή που τα έγραψε τα έχει σετ στο μυαλό της.
Είναι αυτοί οι γνωστοί και οι υπόλοιποι οι τυχεροί(άσημοι) όπως λέει. Υποθέτω ότι οι άσημοι θα νιώθαν άτυχοι αφού δεν έχουν βρεθεί ακόμη ή έστω δεν δεχθηκαν ένα φιλικό σκούντημα στον ώμο. Ειρωνεία θα μου πεις ή παιδικό σπυράκι; Πάνε σετ όπως κατάλαβα.
Αν ήμουν από τους γνωστούς και μου απευθύνεται- ειρωνεύεται με αυτόν τον τρόπο το πιο πιθανό ήταν να της έγραφα και εγώ εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Αν ήμουν στους υπόλοιπους θα έκανα το ίδιο, το δίχως άλλο.
Αν ήμουν πάλι αναγνώστης θα έψαχνα το πρώτο σημείο στίξεως να την κάνω αφού αυτή η υποβόσκουσα αυτοαναφορικότητα(ο καημός δλδ) δεν έχει και κανένα παράθυρο για να δώ τι γίνεται στο σπίτι αυτό και πολύ περισσότερο δεν ξέρω αν χρησιμοποιείται πια αυτό το “σεμεδάκι” για να στολίσεις τα έπιπλα.
δεν μου γέμισε τίποτα δλδ το συγκεκριμένο πλην του ματιού με την ομορφη παράθεση των λέξεων.
Ευχαριστώ και καλησπέρα σε όλους.
Δεν ειρωνεύεται… τα χει πάρει στο κρανίο που της ξεφεύγει το έργο μέσα στις διαθλάσεις πληροφοριών, κρίσεων και κουτσομπολιών.
Συγχωρέστε με παρακαλώ μα αυτό που παρατηρώ διαβάζοντας τα σχόλια είναι μια προσπάθεια να μπείτε στο μυαλό της ποιήτριας.
Ειρωνεύτηκε ή δεν ειρωνεύτηκε;
κι αν ειρωνεύτηκε τότε ποιους; Τους άσημους ή τους διάσημους; Εμένα ή τους άλλους;(γλωσσική περεκτροπή, συγγνώμη)
Έχω την γνώμη πως η ποιήτρια μάλλον έριξε πέτρα στη λίμνη και τα νερά ταράχτηκαν
Και πολύ χαίρομαι γι’ αυτό.
Με τέτοια φήμη που σας επεφυλάξαμε καλύτερα να σας είχαμε αφήσει στην ησυχία σας…
Την καλησπέρα μου σε όλους συμμετέχοντες και μη. Με το φτωχό μου το μυαλό λέω εγώ(την πρόταση τη δανείστηκα από την ομώνυμη στήλη του σημειολόγου αθλητικογράφου Αντώνη Πανούτσου)πρέπει οπωσδήποτε να αναλύουμε ένα ποίημα ή απλά να το διαβάζουμε και να λέμε ή να γράφουμε όχι αν είναι καλό ή κακό αλλά αν μας αρέσει ή όχι; Παρακαλώ ας μου απαντήσει κάποιος από εσάς που παίζουν την ποίηση στα δάχτυλα (Προς Θεού δε λοιδορώ κανέναν με την παραπάνω πρόταση). Ευχαριστώ και αναμένω μιαν απάντηση ή έστω μια καθοδήγηση. Καλό απόγευμα σε όλους.
Ας πουμε ότι είχε γεννηθεί. Κι ας πούμε ότι δεν είχε γεννηθεί.
Τι έχουμε στη μια και τι στην άλλη περίπτωση;
Γιατί αν θέλατε να χτυπήσετε φλέβα, έπρεπε να ρωτήσετε:
Είχες πεθάνει καλή μου το 78′ ;
Για α-θανασία μιλάμε…
Και για να σοβαρευτούμε… άλλο α-θάνατος κι άλλο α-πέθαντος…
Συγγνώμη για το τριπλό κακό…αλλά αυτή τη διαφορά πρέπει να την εισάγουμε στην κουβέντα…
Καλώς ήρθατε Κύριε Μίχο.
Πράγματι ,συναγερμό σημαίνει ο Ελύτης .
” Δεν πα΄να σας φωνάζουν /ούτ ένας σας δεν
απαντά
ΕΞΩ ΧΑΛΑΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ /ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ ΤΑ
ΣΥΜΠΑΝΤΑ ”
Ακούει κανείς μας ;
Θεωρείτε ότι ρόλος του ποιητή εν έτει 2009 είναι να αφουγκράζετει το συναγερμό του 1978;
O ρόλος του ποιητή είναι να αφουγκράζεται το συναγερμό της εποχής του διακρίνοντας το αθέατο και να προχωράει πιο πέρα σημαίνοντας εκείνος για το αύριο ..
Ο αναγνώστης ενός σημαντικού έργου ψηλαφεί στο κείμενο ένα σώμα.
Ο δημιουργός δεν έχει ρόλο άλλο απ’ το να δημιουργεί.
Η αφή θα αναλάβει να κρίνει στο μέλλον.
Τα υπόλοιπα, είναι για συνδικαλιστές καθηγητές μέσης εκπαίδευσης.
Το κείμενο που σβήνει το σώμα του συγγραφέα, γράφει το σώμα του αναγνώστη.
Το κείμενο που γράφει το σώμα του συγγραφέα,
σβήνει το σώμα του αναγνώστη.
Γράφει-σχηματίζει
Σβήνει-αποδομεί.
Το κείμενο που σβήνει το σώμα του αναγνώστη,
γράφει το σώμα του συγγραφέα.
Το κείμενο που γράφει το σώμα του αναγνώστη, σβήνει το σώμα του συγγραφέα.
Σωστότερο νομίζω, αφού αναφερόμαστε στον τρόπο που ο αναγνώστης προσλαμβάνει το κείμενο.
http://www.baboulas.gr/introgr.html 🙂
Κηδεύουμε τον Ποιητή, ανασταίνουμε την Ποίηση —>live
Στερώντας σας έτσι
τη χαρά
του απαλού γλιστρήματος στο
τ
ί
π
ο
τ
α
όχι στο τίποτα αλλά στο τ, το ι, το π, το ο, το τ και το α.
Στο τίποτα λόγω βίας.
Κατακόρυφη κίνηση, ταφή μέσα στα γράμματα.
Μόλις διανυθεί ολόκληρη η κίνηση θα σχηματιστεί η λέξη.
Αν την εκβιάσεις σε ευθεία ανάγνωση εξαρχής, καταλαβαίνεις άλλα…
για τη Meril :Σιγουρα τα νερά ταράχτηκαν απλά όλοι νομίζαμε ότι είχε πάει για ψάρεμα. Άρα δύσκολα τα πράγματα. Δεν πιάνεις ψάρια έτσι.
Εγραψα πως κατάλαβα εγώ το συγκεκριμένο, δεν τη καταδίκασα σε ισόβια για παραφύσιν ασέλγεια στη τέχνη!
επίσης,
Βεβαίως και μεγάλοι ποιητές (για το γούστο μου) κατέφυγαν στο τίποτα καποια στιγμή. Αλλά ήταν τόσο πλήρες που δε ξεκουνιόμαστε να γυρίσουμε πίσω. Λογου χάρη το βασιλιά της Ασίνης.
Ας πώ και κάτι έξυπνο που με έμαθε το αίμα μου. Το βαρέλι όταν κατρακυλάει στην κατηφόρα αν είναι άδειο κάνει περισσότερο θόρυβο και ξυπνάει τους χωριανούς χωρίς λόγο. Ενώ αντίθετα η καμπάνα έστω και σε κηδεία σε καλέι να πιάσεις τη κουβέντα. Την καλημέρα μου σε όλους
Για το Λάμπρο Α.: Σίγουρα δεν είχα πρόθεση να προσβάλλω ή να ειρωνευτώ το σχόλιο σας παρότι υπήρξε -ομολογώ- ο κύρια αιτία του δικού μου.
Όντως έξυπνο αυτό που λέτε στην τελευταία σας παράγραφο. Αν όμως θεωρείτε τη (συγκεκριμένη) ποιήτρια σαν το βαρέλι το άδειο που μόνο φασαρία κάνει, τότε δε θα πω ότι την αδικείτε μάλλον πως είστε αφοριστικός.
Εάν σας αρέσει το ποίημα και η δημιουργός του ή όχι αυτό είναι άλλη παράμετρος.
Το να μην το καταννοείτε μία άλλη
να σας είναι αδιάφορο κάτι άλλο και ούτω
Η ανάγνωση ενός ποιήματος είναι πολύ προσωπική υπόθεση χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχει καλή ή κακή ποίηση (αντικειμενικά)
meril δεν με πείραξε καθόλου. Το άντίθετο θα έλεγα. Το “έξυπνο” το είπα για αυτό το ποίημα και όχι για την ποιήτρια την οποία, δεν την ξέρω ως ποιήτρια και για αυτό επιφυλάσσομαι. Θα την ψάξω περισσότερο. Στοχευε στο συγκεκριμένο και μόνο.
Παρεξήγηση και εξήγηση ελπίζω να δίνεται και να είναι ικανοποιητική. Συμφωνώ ότι το ποίημα απευθύνεται προσωπικά, απλά είπα τη γνώμη μου, τι είπε δλδ σε μένα.
Το ποίημα εδώ με είχε στην αρχή αφήσει με μια ακαθόριστη εντύπωση, η οποία όμως με καλούσε να συνεχίσω: κάτι στον τρόπο της, ας το ονομάσω “αεράκι που σπρώχνει τα γράμματα να πάρουνε θέση”, μια αμφιταλάντευση που δεν ησύχαζε, ίσως και που το επέλεξε ο κ. Λειβαδάς, έγιναν αιτία να πάω στην ιστοσελίδα της Μ. Αλεξοπούλου. Από κει έφυγα με τη χαρά να με έχει γοητέψει, να έχω συναντήσει έναν άνθρωπο (το έργο του θέλω να πω) που καταφέρνει -κρύβοντας “το μόχθο που προηγήθηκε” -να βαθαίνει τη στιγμή και να χτυπά την ποιητική φλέβα του αναγνώστη -μιλώ για μένα.
Έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται, κατά τη διάρκεια της χτεσινής ημέρας, στίχους, λέξεις, σκέψεις της, εικόνες από τα ποιήματά της. Δεν είναι λίγο..
Κι η μορφή καθόλου δε μου φάνηκε πως στήθηκε από πόζα. Είναι που τη συγκεκριμένη λέξη έπρεπε έτσι να τη δώσει, αυτήν κι όχι την άλλη.
Με μεγάλη μου λύπη διαπιστώνω το πώς ένα όμορφο πόνημα, ουσιαστικά πάνω στην «εξίσωση» λήθη = θάνατος και με αρκετά, ίσως και αντιφατικά, ερωτήματα που εύστοχα έθεσε οδήγησαν σε μια σειρά μηνυμάτων που, αν κάποιος τα διαβάσει διαδοχικά ως ένα σύνολο, αν αγαπάει την ποίηση, ΘΛΙΒΕΤΑΙ…
(μαζί με κάποια που διεγράφησαν αλλά σίγουρα θα διαβάστηκαν από αρκετούς)
διάβασα κάποια πράγματα της κυρίας Αλεξοπούλου στο μπλογκ της. Ιδιαίτερα ασχολήθηκα με το ποστ “ποιητική”
(http://voreiamiakia.blogspot.com/search/label/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%20%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82). Δεν άλλαξα γνώμη για το πόνημα αλλά η ειλικρίνεια της περί της κυοφορίας της είναι αφοπλιστική. Στο τέλος λεει ότι μπορεί άυριο να αλλάξει γνώμη. Άρα κάνω το δίπολο δαντέλα ειρωνείας- παιδική αρρώστεια τρίπολο προσθέτοντας το ζόρι.
(ή καημοί, ελείψεις, φορτία όσα κουβαλάει ο καθένας )
Άντε να βρεις τροχιά ανάμεσα σε τρεις ήλιους. Πρέπει να είσαι πολύ κακομαθημένος κομήτης ή ο Ασίμοφ!
Έιδα λιγο πιο σφαιρικά(φούσκωσα λιγο παραπάνω το μπαλόνι) τη δουλειά της και μου είναι συμπαθής, μόνο συμπαθής. Ο κύριος Λειβαδας που μάλλον βλέπει μακρύτερα θα είχε λογους να μας την παρουσιάσει και από σεβασμό θαρρώ πως θα προκύψουν και σε μένα στην πορεία.
Καλή μου Μαίρη, you made it happen… μάλλον πρέπει να αναρτήσουμε κι άλλο ποίημα συντόμως.
Μάτα, είμαι μαζί σου, προσυπογράφω σε οτιδήποτε αναφέρθηκες.
Να προσθέσω και εγώ μία μικρή κουβέντα: η προσέγγιση της Μάτας Χάρι(τος) είναι ζόρικη και αυτή που πρέπει.
Το ποίημα πιστεύω πως γίνεται ποίημα (προσωπικά είναι για μένα η κατακλείδα και η μεγάλη αξία) εδώ:
“του φευγιού
(του πιο δικού σας του φευγιού)”……
Παρακολουθώ έναν πόλεμο εν εξελίξει ή κάνω λάθος; Συμμαχίες και συνεχείς λεκτικές ομοβροντίες
ανταλλάσσονται και στη μέση έκπληκτοι άμαχοι δεν έχουν πού την κεφαλήν να κρύψουν. Κύριε Λειβαδά
η παρακάτω ανάρτηση (μη θεωρήσετε πώς μ’ αυτό σας βάλλω ωσάν ελεύθερος σκοπευτής, ούτε βέβαια αναιρώ την ποιητική αξία της κυρίας Αλεξοπούλου) μπορεί να θεωρηθεί ποίημα;
Αξίωμα ή λογικό συμπέρασμα;
Οι χοίροι, λένε, παρουσιάζουν
κρίσεις άγχους (και είναι οι καλύτεροι
φίλοι του ανθρώπου μετά το σκύλο)
Εγώ έχω κρίσεις άγχους
άρα είμαι χοίρος;
Επομένως είμαι χοίρος.
Αυτά τα χαρούμενα παιχνίδια, παρακάμπτουν μια βασική αρχή.Η απάντηση στο ποιος είμαι δε δίνεται συνειδητά.
Και εξηγούμαι, θυμίζοντας σας το ανεκδοτάκι με τον τύπο που νόμιζε ότι είναι καλαμπόκι. Αφού τον παραλάβανε για τα δέοντα…πριν τον στείλουν σπίτι τον ρωτάνε οι γιατροί: Είστε καλαμπόκι; Όχι απαντά εκείνος. Νομίζουμε ότι όλα πήγαν καλά λοιπόν μπορείτε να φύγετε. Θέλω να σας εξομολογηθώ ένα φόβο μου όμως. Φοβάμαι τις κότες. Μα αφού δεν είστε καλαμπόκι, τι τις φοβάστε; Μωρέ εγώ το ξέρω, αυτές όμως το ξέρουν;
Δηλαδή, όσο και αν κάποιος συνειδητά μπορεί να λέει το α ασυνείδητα μπορεί να πιστεύει το ακριβώς ανάποδο. Γιατί ο φόβος του, δεν ήταν τίποτα άλλο από τη βαθύτερη άποψη του, που παρέμενε στο ότι είναι καλαμπόκι.
Κατά συνέπεια…μπορεί να είστε χοίρος μπορεί και όχι. Από σας εξαρτάται.
Βρίσκετε ότι το εύρημα σας κοντράρει στα ίσα το πεδίο στο οποίο κινείται η ανάρτηση όμως;
–‘Παρακολουθώ έναν πόλεμο εν εξελίξει ή κάνω λάθος; Συμμαχίες και συνεχείς λεκτικές ομοβροντίες
ανταλλάσσονται και στη μέση έκπληκτοι άμαχοι δεν έχουν πού την κεφαλήν να κρύψουν.’
Για το σοβαρότατο αυτό θέμα (:ομοβροντίες, άμαχοι, ακάλυπτες κεφαλές κ.λπ.), πάντα επίκαιρο το σολωμικό: “Eάν μισούνται ανάμεσό τους, δεν τους πρέπει ελευθεριά”
–Για το κύκλωμα ανώνυμοι-επώνυμοι, θυμίζω τον Σπύρο Αραβανή και την πρώτη, θαρραλέα -σε πείσμα της περιρρέουσας- εισαγωγή του όρου ‘αλλώνυμος’ σε έντυπο μέσο -μια όχι αμελητέα νίκη του ποιοτικού διαδικτυακού λόγου: “Η επιλογή των περιοδικών που εν συντομία θα παρουσιαστούν βασίστηκε στο κριτήριο της οργάνωσής τους, […]αποκλείοντας έτσι από την παρουσίαση αυτή και τα δεκάδες επώνυμα-αλλώνυμα-ανώνυμα λογοτεχνικά blogs.”
Κύριε Βαγγέλη, δεν σας απαντώ, απλώς γράφω:
Άλλος έχει τη Μύγα και άλλος έχει τον Χοίρο…..
Αγαπητοί Μάτα Χάρι και Γιάννη συμφωνώ με τα όσα είπατε. Όσο για τον Μπαμπούλα, ο θάνατος έχει και τέτοια μεγαλεία ή και τέτοια βάθη αν προτιμάτε, όσο θα επιμένουμε να τον αναγάγουμε σε σόου. Το ποίημα να μην το κάνουμε κι αυτό σόου…
Εν αρχήν είναι η καλημέρα. Αγαπητέ κύριε Λειβαδά ποτέ μα ποτέ δεν θα ειρωνευόμουν έναν ποιητή ακόμα κι αν είχα το ταλέντο να το κάνω. Στα μάτια μου ο ποιητής είναι ο μετουσιωμένος Θεός επί γης κάτι ανάλογο δηλαδή με τον Ιησού και τα ποιήματά τους η θεία ευχαριστία την οποία εμείς οι απλοί θνητοί έχουμε την ευκαιρία να κοινωνούμε σχεδόν καθημερινά και αυτό είναι μια ευλογία. Για μένα δεν υπάρχουν καλά ή “κακά” ποιήματα , απλώς ποιήματα που με κάνουν να νιώθω και ποιήματα που δεν με εκστασιάζουν ( και φυσικά δεν έχω το αλάθητο του ρωμαιοκαθολικού ποντίφικα όσον αφορά τη γνώμη μου). Με το σχόλιο 34 ήθελα να μάθω αν οι παραπάνω στίχοι μπορούν να σταθούν ως ποίημα και όχι να ειρωνευτώ τους συμμετέχοντες στο σχολιασμό πόσο μάλλον έναν ποιητή σαν εσάς. Να έχετε μιαν υπέροχη μέρα!!!
Σε όλους τους φίλους καλημέρα!
Φοβούμαι αγαπητέ Βαγγέλη πως η αδυναμία να ακουστεί η χροιά της φωνής του σχολίου ώστε να παραπέμψει ακόμη και σε ανάλογη γκριμάτσα, δημιουργεί ένα πάγιο πρόβλημα στις αναρτήσεις. Δεν θεώρησα ουδέποτε πως ειρωνευτήκατε κάποιν. Αντιθέτως νόμισα χιούμορ και χιούμορ απάντησα.
“‘Αλλος έχει τη Μύγα λοιπόν και άλλος τον Χοίρο!” ή καλύτερα:
“Ποντιφικασιόν Ντελαμακλαρινέτ”…
Συγχωρήστε μου τότε την έλλειψη κατανόησης του λεπτού χιούμορ. Mάλλον είμαι βραδύνους κατά το βραδύπους. Χαίρομαι ιδιαίτερα που η νεότερη ποίησή μας έχει αντιπροσώπους του βεληνεκού σας. Με απέραντο σεβασμό προς την ποίησή σας
Βαγγέλης
Μάτα: Θεωρείτε ότι ρόλος του ποιητή εν έτει 2009 είναι να αφουγκράζετει το συναγερμό του 1978;
Ο Θ.Γκόρπας θα σας απαντούσε εύγλωττα:
Η ποίηση πέρ’απ’τα βιβλία και τις εποχές, πέρ’απ’τους γαμπρίζοντες και τα βεγγαλικά μέρα μεσημέρι όπως όλα αυτού του κόσμου κοιτάει πίσω για να βλέπει μπροστά..
Ερωτιδέα, σέβομαι τον Γκόρπα αλλά πιστεύω ότι η Ποίηση πρέπει να κοιτάει μπροστά για να βλέπει πίσω…
Εκ των υστέρων τα σπουδαία…
Θαρρώ πως το παρελθόν είναι το ανάχωμα για το μπροστά, κι όχι το αντίθετο μιας και το μέλλον είναι conditional…
Κοιτώντας από το μέλλον προς τα πίσω σημαίνει ότι έχεις το μπροστά σίγουρο..πώς είναι σίγουρο αυτό που ακόμα δεν υπήρξε;!
..και δε μου μοιάζετε αισιόδοξη αλλά φλογισμένη..
Υπονοείτε μια συγκριτικολογία που’χει το ενδιαφέρον της, no doubt..
Μα ο Γκόρπας μίλησε για την κυκλικότητα των οραμάτων, το update του παλιού ειδώματος.
Πριν ήταν κρασί, σήμερα ξύδι…
άμα πάμε πίσω πίνεται.
Αντίθετα κατά πως προτείνετε, αύριο θα’ναι μαμούνια γεμάτο βαρέλι, κοιτώντας πίσω με θαλπωρή το ζεστό χρώμα και άρωμα του κρασιού…
Προτείνετε τα δάκρυα…
Είστε φύση μελαγολική. 8)
Υπο τη βάση συνισταμένης των παραπάνω σκέψεων, δεν απέχετε καθόλου από το προφίλ μιας μελαγχολικής αισιόδοξης κατασκόπου!
μουτς.
Οταν παλιώνουν οι πατάτες,
φυτρώνουν.
Οταν παλιώνουν τα όνειρα,
λυτρώνουν.
[Θωμάς Γκόρπας]
Αρρώστησα,
Μόνο τα όνειρά μου
συνεχίζουν το ταξίδι
σ’ αυτήν την ερημιά.
(Ματσούο Μπασό)
Αγαπητέ Βαγγέλη, δεν υπάρχει αυτό το χαϊκού του Μπασό. Προφανώς προέρχεται από κακή μετάφραση….
Κύριε Λειβαδά καλημέρα! Ευχαριστώ που με προσφωνείτε με το μικρό μου όνομα. Να πάρω το θάρρος να κάνω το ίδιο; Το ποίημα το αντέγραψα από το βιβλίο ” Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν” (59 Χαϊκού) του ΜΑΤΣΟΥΟ ΜΠΑΣΟ εκδόσεις ΕΡΑΤΩ σε μετάφραση εισαγωγή κι επίλογο του Γιώργου Μπλάνα. Επειδή για να το πω λαϊκιστί ” έχω πάθει την πλάκα μου με αυτό το είδος της ποίησης έχετε να μου προτείνετε κάποια συλλογή με αυτά τα υπέροχα ολιγόστιχα ποιήματα; Περιμένω με ανυπομονησία. Να έχετε ένα υπέροχο Σαββατοκύριακο!!!!!!!
@ Μάτα,
όταν παλιώνουν οι πατάτες, γνωρίζουμε καλά ότι ακόμα αναπνέουν, μπορεί και να ονειρεύονται* , αν και φυτρώνουν…
όταν τα όνειρα παλιώνουν, λυτρώνουν μόνο αν δεν είναι πατάτες!
Πείνασα.
Πάω να φάω το καλαμπόκι μου. 8)
* πατατοκύτταρα, χυμότοποι (το προτιμώ σαφώς από το μη ποιητικό όρο χυμοτόπιο) κλπ.
Σε κάτι νεκρό δε φυτρώνει τίποτε. Κάτι ζωντανό, είναι στη φύση του να ονειρεύεται και ας τρέχει επιταχυνόμενα προς το θάνατο (που τέτοιος δεν είναι η δρέψη, γεωπονικά speaking)
Το clue της υπόθεσης:
Τελικά είτε (α) κοιτάμε πίσω είτε (β) μπροστά (σε αναλογίες διότι αυτά δεν αποκόπτονται με το διχαστικό “ή το α ή το βου”) από μας εξαρτάται…
Εξού και το καλαμπόκι (τα αποκαλυπτήρια)
ΜΕ θέλγετε…
Δεν έθεσα τους όρους μιας διάζευξης όπως την υπαινίσσεστε.
Παρακάμπτετε το γεγονός ότι παρατηρητής και παρατηρούμενο αντικείμενο -αν δεν μιλάμε για φυσικές επιστήμες και κανονικές συνθήκες- συγχέονται γοητευτικά. Σεις τα ξεχωρίζετε, κάνοντας μερικά έγκυρα σχόλια για εργαστηριακές πρακτικές. Τα λαμβάνω υπ’ όψιν. Φοράω την ποδιά μου. Καλυφθείτε 🙂
Φίλε Βαγγέλη, το Ποιείν μου έστειλε το σχόλιό σου μέσω e-mail, σου έγραψα.
Να είσαι καλά.
Φίλτατοι, υπεύθυνοι του ηλεκτρονικού τόπου http://www.poiein.gr με αγανάκτηση είδα να επιτρέπετε άκριτα την ανάρτηση σχολίου, στο οποίο ο άγνωστός μου κύριος Γιάννης Λειβαδάς, ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει ολιγόστιχο κείμενο του Ιάπωνα ποιητή Ματσουο Μπασο. Επειδή δεν είναι δυνατόν κανείς να θυμάται από μνήμης αν υπάρχει ή δεν υπάρχει ένα ποίημα ολιγόστιχο μέσα στα εκατοντάδες που έγραψε ο ποιητής, έχω σοβαρούς λόγους να πιστεύω πως η ενέργεια αυτή, η οποία διασπείρει ψευδείς πληροφορίες, θέτωντας υπό αμφισβήτηση την εντιμότητά μου και βλάπτει ενδεχομένως τα οικονομικά συμφέροντα του εκδότη μου, οφείλεται σε δόλο με κίνητρο τον φθόνο, και επειδή τον ίδιο δόλο θα μπορούσε κανείς να προσάψει στην απερίσκεπτη φιλοξενία που προσφέρατε σε έναν υβριστή, σας ΑΠΟΣΤΕΛΛΩ το εν λόγω ποίημα στην μεταγραμμένη στην λατινική (Romanji) μορφή του, καθώς και την χρονολογία της γραφής του. Επιπλέον, επικαλούμαι την διασημότητα του συγκεκριμένου ποιήματος, το οποίο θεωρείται το τελευταίο του ποιητή και αποτυπώνεται συχνά ακόμα και σε τατουάζ. Επιφυλάσσομαι ασφαλώς επί της ερμηνείας μου. Έχω όλο το νόμιμο δικαίωμα να το κάνω, αν και η μετάφρασή μου δεν αποκλίνει ουσιωδώς.
Tabi ni yande
yume wa kareno o
Kakemeguru
(1694)
Απαιτώ να δημοσιευθεί το παρόν σε θέση ορατή από τους πάντες.
Περιττό να προσθέσω πως θα προχωρήσω, με βάση την τυπωμένη οθόνη του υπολογιστή μου σε μήνυση κατά του κ. Λειβαδά, αν δεν ζητήσει συγνώμη για την έκφραση «δεν υπάρχει αυτό το ποίημα του Μπασό». Η θέση πως η μετάφραση είναι κακή τού ανήκει και μπορεί νομίμως να την διακηρύττει.
Επέλεξα αυτόν τον τρόπο επίλυσης του ζητήματος, διότι γνωρίζετε πως η άλλη λύση, η προσωπική, θα ήταν πολύ οδυνηρή για τον υβριστή και για το ηλεκτρονικό περιοδικό σας.
Την παρούσα διαμαρτυρία έθεσα υπόψη του δηκηγόρου μου, εχθές το απόγευμα 24/07/2009
Αθήνα 25/07/2009
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
Κύριε Μπλάνα,
στην τυπωμένη οθόνη του υπολογιστή σας υπάρχει και το σχόλιο 48:
“Απάντηση από Βαγγέλης
Κύριε Λειβαδά καλημέρα! Ευχαριστώ που με προσφωνείτε με το μικρό μου όνομα. Να πάρω το θάρρος να κάνω το ίδιο; Το ποίημα το αντέγραψα από το βιβλίο ” Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν” (59 Χαϊκού) του ΜΑΤΣΟΥΟ ΜΠΑΣΟ εκδόσεις ΕΡΑΤΩ σε μετάφραση εισαγωγή κι επίλογο του Γιώργου Μπλάνα. Επειδή για να το πω λαϊκιστί ” έχω πάθει την πλάκα μου με αυτό το είδος της ποίησης έχετε να μου προτείνετε κάποια συλλογή με αυτά τα υπέροχα ολιγόστιχα ποιήματα; Περιμένω με ανυπομονησία. Να έχετε ένα υπέροχο Σαββατοκύριακο!!!!!!!
στις 7/25/2009 12:04 am”
το οποίο επίσης “φιλοξενούμε”.
Αν υπήρχε, από την πλευρά μας φθόνος ή οποιαδήποτε άλλη φαντασίωση, το σχόλιο θα είχε διαγραφεί και θα τονιζόταν η άποψη του κ. Γ. Λειβαδά.
Λυπούμαστε, αλλά πέρα από την “περιφρούρηση” των σχολίων δεν μπορούμε να αναλάβουμε και την αστυνόμευση των εκατομμυρίων ποιημάτων (υπάρχουν-δεν υπάρχουν {οταν εμφανίζονται στα σχόλια του περιοδικού, όχι στις αναρτήσεις)}) πόσω μάλλον της ψυχοσύνθεσης και των κινήτρων των συνεργατών-σχολιαστών μας. Για αυτό ακριβώς το λόγο τα σχόλια είναι ανοικτά, ο χώρος είναι ελεύθερος να απαντήσετε και να αποκαταστήσετε την αλήθεια.
Το γεγονός οτι το λανθασμένο (όπως αποδείχτηκε) σχόλιο του κ. Γ. Λειβαδά παρέμεινε στον “αέρα” του Ποιείν, οφείλεται βεβαίως στο οτι υπήρξε, όπως σας είπα, απάντηση-προβολή-αποκατάσταση της αλήθειας ακριβώς ένα σχόλιο μετά.
Το αίτημά σας για προβολή της επιστολής έγινε δεκτό.
Σ. Αραβανής
Ποιείν
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΔΕΙΞΑΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΠΟΥΣΙΑ ΔΟΛΟΥ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΣΑΣ
ΟΠΩΣ ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΕ
ΘΕΩΡΩ ΤΟ ΜΕΤΑΞΥ ΕΜΟΥ ΚΑΙ “ΠΟΙΕΙΝ”
ΖΗΤΗΜΑ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ ΠΛΕΟΝ
Πρόκειται επί της μετάφρασης αξιότιμε κύριε Μπλάνα. Δεν αφορά το έργο σας αυτό καθ’ αυτό.
Θεωρώ πως η μετάφραση είναι αυτή:
Η Αρρώστια –
τα όνειρά μου στης
μοναξιάς τον δρόμο.
καθένας μεταφράζει όπως καταλαβαίνει. Ποίος ο λόγος της φασαρίας;
Με εκτίμηση προς όλους.
47. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
Αγαπητέ Βαγγέλη, δεν υπάρχει αυτό το χαϊκού του Μπασό. Προφανώς προέρχεται από κακή μετάφραση….
Να διαβάζετε με προσοχή κύριε Μπλάνα…..
Συμβουλές από τον οποιονδήποτε δεν είναι δυνατόν να δεχθώ. Αφού επιμένετε εκτός από ψευδολόγος να είστε και θρασύς με άνθρωπο που δεν γνωρίζετε, σας λέω πως δεν είπατε
πως κατά την γνώμη σας δεν υπάρχει αυτό το χαϊκού του Μπασό, αλλά πως δεν υπάρχει. Δεδομένου ό,τι σε άλλες πριπτώσεις έχετε χαρακτηρίσει τις μεταφράσεις μου “άθλιες” και της “κακιάς ώρας”, σας λέω πως θα προχωρήσω σε μήνυση. Είστε τυχερός που δεν αναλαμβάνω μόνος μου την πάταξη του θράσους και της αχρειότητάς σας.
Φίλτατε κ. Παστάκα, δυστυχώς, η τακτική σας να ικάνετε τα πάντα έναν επικοινωνιακό χυλό, επιτρέποντας να δημιουργούνται παρόμοιες καταστάσεις από ανάξια λόγου άτομα, μου επιβάλλει να στραφώ δικαστικά εναντίον σας. Κάποτε πρέπει να τελειώσει η αθλιότητα που δημιουργείτε καθημερινώς.
Γιώργος Μπλάνας
Κύριε Μπλάνα δεν συμμερίζομαι την επιθετική σας στάση. Και σας υπενθυμίζω πως όταν έγινε η εν λόγω ανάρτηση δεν ήμουν καν σε θέση να γνωρίζω εάν αυτή προερχόταν από δικό σας πόνημα ή από το πόνημα οποιουδήποτε άλλου.
Δεύτερον, μιλώντας ως αναγνώστης, μπορώ να εκφέρω τις απόψεις μου οι οποίες ουδέποτε καταφέρθηκαν στο πρόσωπο ή στην αντίληψη όσων μεταφράζουν. Και κυρίως: δεν ασχολήθηκα με το πρόσωπό σας όπως το αντιλαμβάνεστε.
Τρίτον, ανοίξτε στο διαδίκτυο για να δείτε κατά πόσο σχετίζομαι ή όχι με το αντικείμενο.
Τέταρτον, εάν τελικώς θεωρείται πως η κατάσταση απαιτεί, από την πλευρά σας, δικαστική επίλυση είναι δικαίωμά σας να προχωρήσετε.
Καλό σας απόγευμα.
Αρρώστησα,
Μόνο τα όνειρά μου
συνεχίζουν το ταξίδι
σʼ αυτήν την ερημιά.
(Ματσούο Μπασό, μετ. Γιώργος Μπλάνας)
Η Αρρώστια –
τα όνειρά μου στης
μοναξιάς τον δρόμο.
(Ματσούο Μπασό, μετ. Γιάννης Λειβαδάς)
Θα ήταν -νομίζω- πιο χρήσιμο να διαβάσουμε επιχειρήματα για τις μεταφράσεις αυτές καθαυτές.
Ασφαλώς και θα κάνω ό,τι νομίζω καλύτερο.
Στο μεταξύ, σας προσφέρω ορισμένους επιφανείς μελετητές και μεταφραστές του Μπασό, οι οποίοι αποδίδουν όλοι με τον λανθασμένο τρόπο τον οποίο έσπευσε να επισημάνει -και μάλιστα με ανάγωγο τρόπο- η αυθεντία σας:
I’m taken ill while travelling;
And my dreams roam
o’er the whithered moors.
[Classic Haiku: An Anthology of Poems by Basho and His Followers. Ed. & Tr. Asataro Miyamori].
Sick on a journey,
my dreams wander
the withered fields.
[The Essential Haiku: Versions of Bashō, Buson, and Issa, Bashō Matsuo, Buson Yosano, Issa Kobayashi. Edited with verse translation by Robert Hass. 1994]
Falling ill while on a journey,
I still wander around the wilderness,
in my dreams
[The Essential Basho by Basho, Matsuo; Translated By Sam Hamill].
Malade en voyage
mes rêves parcourent seuls
les champs désolés
[Cent onze haïku de Bashô, Verdier 2002. Traduction de Joan Titus-Carmel.]
Caído en el viaje:
mis sueños en el llano
dan vueltas y vueltas.
[Octavio Paz: Las Peras de Olmo].
Habiendo enfermado en el camino,
mis sueños
merodean por páramos yermos.
[Fernando Rodríguez-Izquierdo: El Haiku Japones. Istoria y Traduction, 1999.]
Krank auf der Reise.
Meine Träume irren
übers verblühte Moor.
[Haiku: Japanische Gedichte von Dietrich Krusche und D. Krusche. 1997]
Δυστυχώς δεν έχω άλλον χρόνο για να τον σπαταλήσω σε αθλιότητες. Τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους. Προς το παρόν κατορθώσατε αυτό που θέλατε. Συμπαρατιθέμεθα!
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
Δεν έχω ουδεμία διάθεση για αντιπαραθέσεις τέτοιου “είδους”.
Να σας επισημάνω βεβαίως πως παραλήψατε δείγμα γραφής από τον ισχυρότερο Μπασο-λόγο της υφηλίου, του Lucien Stryk.
Συμπάσχω.
Να είστε καλά.
”Κύριε Μπλάνα δεν συμμερίζομαι την επιθετική σας στάση. Και σας υπενθυμίζω πως όταν έγινε η εν λόγω ανάρτηση δεν ήμουν καν σε θέση να γνωρίζω εάν αυτή προερχόταν από δικό σας πόνημα ή από το πόνημα οποιουδήποτε άλλου.”
Ήμαρτον πια! Λίγους μήνες πριν, κ. Λειβάδα, ξέρατε.
Άλλοι χαμογελούν, άλλοι χαχανίζουν με όλα αυτά. Κρίμα, βέβαια, αλλά καθείς…
http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com/2009/03/23/%CE%BC%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BF-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%8C-%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%AD%CE%B1-%CF%87%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%BF%CF%8D/#more-2764
Eπί των σχολίων 16, 18. (Ματα)
Τόσος θόρυβος με τις λέξεις ,τόση φλυαρία για να ασκείται κανείς στο δηλητήριο ή στο να πει την τελευταία κουβέντα¨ή να μπλέκει το συνδικαλισμό με το όραμα κλπ.
Προς τι όταν τόσοι αναγνώστες συμμετέχουν για να χαρούν τις δημιουργίες χωρίς έπαρση ,χωρίς ανταγωνισμό , καλοπροαίρετα .
Κι όλοι χάνουμε την ουσία και αναλωνόμαστε σε διαξιφισμούς και άλλες ..παράπλευρες απώλειες .
Κι όπως λέει ο κύριος Μίχος ”πρωτίστως επείγει αυτό που η κοινωνία απωθεί … (σχόλιο 28) καθώς και το προηγούμενό του , με αφορμή το οποίο συμμετείχα .
Να είστε καλά !
Κύριοι καλησπέρα. Ας μείνει η ” αντιπαράθεση” εντός των συνόρων του ποιείν. Είναι κρίμα ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ όπως εσείς να απειλούν πώς θα λύσουν τις διαφορές τους στις αίθουσες δικαστηρίων. Παρακαλώ μην ακυρώνετε το έργο σας έτσι απλά. Να έχετε ένα ήρεμο βραδάκι
“Είναι κρίμα ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ όπως εσείς να απειλούν πώς θα λύσουν τις διαφορές τους στις αίθουσες δικαστηρίων. ”
Γιατί κρίμα; To βρίσκω πολύ ενδιαφέρον.
Αγαπητέ-ή δ φαντάζεσαι δικαστή και λοιπούς λειτουργούς της Θέμιδος να διαβάζουν για ΜΠΑΣΟ, ΙΣΣΑ, και ΛΙ ΠΟ; Είναι κρίμα πολύ κρίμα!
Αν υποθέσουμε πως έχουν συγκινηθεί με τον αριστουργηματικό στίχο “με το ρίγος στο δέρμα και τα ΦΡΕΣΚΑ [κεφαλαία δικά μου] μαλλιά” έχετε δίκιο: οι στίχοι των ΜΠΑΣΟ, ΙΣΣΑ, και ΛΙ ΠΟ θα τους φανούν αντιποιητικοί και αυτό θα είναι κρίμα πολύ κρίμα!
Κόσμος δροσιάς
Όμως και στις δροσοστάλες
Τσακωμοί
ΚΟΜΠΑΓΙΑΣΙ ΙΣΣΑ
Bαγγέλη, υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων είναι φρόνιμο ν’ αναφέρετε την πηγή -δεν νομίζετε;
Ευχαριστώ δ για την υπενθύμιση. Το παραπάνω ποίημα είναι από το βιβλίο ” 91 ΙΑΠΩΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΥΝ 1″ εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ και σε μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΡΟΥΝΙΑ
Κύριε Μίχο στον εισαγγελέα δεν πηγαίνω κανέναν και για τίποτα.
Επειδή όμως πολλά λέγονται, ζητώ ευγενικά από το Ποιείν να διαθέσει μία ημερομηνία στην οποία εγώ και ο κύριος Μπλάνας θα εκθέσουμε ταυτόχρονα τις απόψεις μας.
Για να μην μιλάμε στον αέρα και να μην δημιουργούνται “παρεξηγήσεις”.
Αυτή είναι η μόνη πράξη ειδίκευσης και ευθύνης.
(Εκείνο το “Λειβαδά κόψτο” θα κάνω πως δεν το διάβασα – αλλιώς θα αναμένω να έρθει να μου το κόψει ο υποφαινόμενος…. ;;;;;;)
Τερματίζω τα σχόλιά μου εδώ και αναμένω χ 2….
κ. Μπλάνα,
αφού γνωρίζετε και τα 7.723 δημοσιευμένα σχόλια του “ποιείν” θα γνωρίζετε επίσης πως το “ποιείν” διαθέτει και νομικό σύμβουλο.
Παράκληση όπως απευθύνεστε στον κ. Κώστα Σοφιανό, Δικηγόρο Αθηνών εφόσον έχετε χρόνο στη διάθεσή σας. Εγώ προσωπικώς το χρόνο μου τον σπαταλάω διαφορετικά.
Το “ποιείν είναι οι αναρτήσεις του.
Τα σχόλια (ο επικοινωνιακός χυλός), η κοινωνία (μας-σας-τας)
Καταλαβαίνεις, αγαπητέ μου Μίχο, πως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει συναίσθηση της πραγματικότητας. Μιλά για ευθύνη, όταν περιηγείται τις ηλεκτρονικές σελίδες και κάνει κριτική στις μεταφράσεις μου με όρους όπως «άθλιες» και της κακιάς «ώρας». Δεν αντιλαμβάνεται πως δεν είναι δυνατόν να ανοίξω δημόσια κουβέντα με κάποιον τυχαίο για πράγματα που κατέκτησα αγωνιζόμενος για την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τη δημοκρατία και την πνευματικότητα στον δημόσιο διάλογο, επί 30 χρόνια. Τι περισσότερο μπορώ να κάνω από το να τον σύρω στον εισαγγελέα. Το γεγονός πως συντάχθηκα με τον θάνατο, μπορεί να δώσει επικίνδυνη τροπή στα πράγματα αν συνεχίσει να αυθαδιάζει. Ας ανακηρύξει τον εαυτό του σε ό,τι επιθυμεί. Όμως το θράσος και η παράλογη επιθετικότητά του, αφού κατέκλισε τα πάντα, έφτασε μέχρι κι εμένα. Ξέρεις πολύ καλά τι θα είχε συμβεί πριν από μερικά χρόνια. Δεν είναι καιροί για τέτοια πράγματα. Πραγματικά έχω εξοργιστεί. «Αθλιότητες» και «της κακιάς ώρας» και «ανύπαρκτα κείμενα» σ’ εμένα; Σ’ εμένα, φίλτατέ μου, Μίχο; Για σκέψου το. Και περίμενα να πάρει τον λόγο ο κ. Παστάκας, να συνετήσει τον αυθάδη, αλλά εκείνος έχει ήδη οργανώσει τον κίτρινο τύπο του, την Νέα Αυριανή-Ποιείν. Ε, ποιος θα μου το έλεγε πως θα βρισκόμουν μπροστά στον Σταλινισμό, στα 2009. Καταλαβαίνεις, καλέ μου Μίχο. Μα και που καταλαβαίνεις… Πόσα χρόνια σκορπίσαμε για να φτύνει εκεί που φυτέψαμε ο κάθε φασίστας; Αυτό με καίει. Πραγματικά.
κ. Μπλάνα,
υπό κανονικάς συνθήκας το σχόλιό σας #74 θα είχε σβησθεί πάραυτα!
Το αφήνω εδώ απλώς για να σας κάνει να ντρέπεστε!
Με τη βεβαιότητα ότι θα σβησθεί πάραυτα:
Αναδημοσιεύω απόσπασμα σχολίου στο Ποιείν της Kατερίνα σ-Μ (12/16/2008 5:06 pm):
“Καμμιά φορά, όμως, τα λογοτεχνικά μπλογκς (ιστολόγια;;;) ορίζονται και ως “σαλόν ντε κουαφύρ Λίτσα”*.
Λογοτέχνες επιδίδονται σε συζητήσεις σάλας κομμωτηρίου. Λογοτέχνες ζηλούν την των μεσημεριανούδων δόξαν και μετατρέπουν τα λογοτεχνικά μπλογκς σε μεσημεριανάδικα. Η κριτική για λογοτεχνικά έργα, αγγίζει την αυστηρώς προσωπική ζωή λογοτεχνών και των συγγενικών ή φιλικών τους προσώπων. “Σύζυγοι”, “ερωμένες”, “κουμπάροι” γίνονται επιχειρήματα/όπλα στον εμφύλιο των λογοτεχνών – όπλα που, συμπτωματικώς, βγάζουν οι πικραμένοι λογοτέχνες προς τους γνωστούς και επιτυχημένους συναδέλφους τους. Ύβρεις και προσωπικές επιθέσεις σε λογοτέχνες ή μπλόγκερς, προσφέρονται μέσα από λογοτεχνικά μπλογκς σε μορφή λογοτεχνικής συσκευασίας. Μπλογκς λογοτεχνών γίνονται ορμητήρια επιθέσεων προς συναδέλφους τους εν τη τέχνη ή προς “συναδέλφους” τους εν blogging, όχι με όρους αλλά επειδή, απλώς, δεν τους “πάνε”. Λογοτέχνες δημιουργούν μπλογκς πλαστοπροσωπώντας συναδέλφους τους λογοτέχνες και εκδότες. Λογοτέχνες δημιουργούν αντι-μπλόγκς και άλλοι συνάδελφοί τους, τους παρακολουθούν χωρίς να αντιδρούν ή – ακόμα χειρότερα – χειροκροτώντας τους.
Αν είναι αυτή η δύναμη των μπλογκς που ευαγγγελίζεσθε, προτιμώ την αδυναμία τους να υπάρχουν. Και ας παραμείνουμε στην λογοτεχνική έκφραση, έτσι όπως την γνωρίσαμε (και κάποιοι την αγαπήσαμε) πριν τα μπλογκς.
Αν δεν είναι αυτή η δύναμη των μπλογκς που ευαγγελίζεσθε, μήπως θα έπρεπε να μην παρέχετε – αν όχι φιλόξενη στέγη, τουλάχιστον – κάλυψη στους καλλικάντζαρους; 😉 Τουλάχιστον για λόγους συνέπειας ευχολογίων και έργων.”
http://www.poiein.gr/archives/3707/index.html
@ΥΑΚΙΝΘΗ
Έχετε δίκιο. Αν λειτούργησα με διάθεση ρεβανσισμού, προσπεράστε παρακαλώ.
—————————————————
Το Ποειν υπάρχει καταρχάς και καταρχήν, λόγω της καθημερινής εργασίας δύο ανθρώπων. Μπορεί κανείς να κριτικάρει κάποιες επιλογές τους, αλλά όχι και να επιβάλει πώς θα το διαχειρίζονται. Αλλιώς ας πάει εκείνος στη θέση τους.
Στο Ποειν μπορεί να γίνει διάλογος επί της ουσίας για θέματα που στα ακαδημαϊκά καταστήματα αν πεις αντίθετη γνώμη σε βγάζουν έξω τραβώντας σε ευγενικά απο το γιακά.
Αυτη η ελευθερία καμιά φορά μπορεί να πυροδοτήσει έκρυθμες καταστάσεις. Αλλά πρέπει να την υπερασπιστούμε.
κ. Μίχο, μην τα ισοπεδώνετε όλα. Σήμερα δημοσιεύτηκε ένα ωραιότατο κομμάτι στην Ελευθεροτυπία, με κείμενα από το μπλογκ ”Ταξιδεύοντας” της Κατερίνας σ-Μ.
Γιατί όχι εδώ που τα λέμε… Αποθησαυρίζει όμορφα κείμενα και δουλεύει μια ωραία ιδέα. Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια των ξένων.
Απο κει και πέρα, πυροβολήστε την για τις απόψεις της. Αλλά η εργασία της αξίζει να σημειωθεί.
Χάσατε την αυτοσυγκράτησή σας και διακόψατε απότομα το ποιητικό σας μένος, ορθότερα την προσφιλή μου (και αυτή τη φορα διανθισμένη με περισσότερες -με τιμάτε- ποιητικές ύβρεις) “παραφορά” σας. Ωστόσο, ομολογώ ότι είναι διασκεδαστικά διδακτική η ποιητική τόλμη σας: την επικαιροποιημένη “παραφορά” σας ακολουθεί πάντα ένας χείμαρρος Ποίησης και δημόσιων απολογιών με “φορά θετικότητας”.
Περιδινίζομαι του αυτονόητου αλλά χαίρομαι που διαβάζω την απάντηση σας.
Καλό βράδυ
“Ο κ. Τσάτσος δεν επιθυμεί να μιλήσει για την αντιπαράθεση που πυροδότησε η συνέντευξή του σε κυριακάτικη εφημερίδα. Το μόνο που επισημαίνει σε όσους προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί του είναι ότι «στην Ελλάδα δεν υπάρχει δημόσιος διάλογος για τα θέματα που ανακύπτουν παρά μόνο δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τα πρόσωπα”.
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=280282&ct=32&dt=26/07/2009
και για εμπέδωση όλων μας:
“στην Ελλάδα δεν υπάρχει δημόσιος διάλογος για τα θέματα που ανακύπτουν παρά μόνο δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τα πρόσωπα”.
Υ.Γ. Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακές μας;
Τελικά ο Μπασό είναι αυτός που κινεί το κόσμο.
[και δε χρειάζονται μηνύσεις, το δίκιο έγυρε προς τον μαχόμενο]
Είμαι πολύ νέος αναγνώστης του Ποιείν αλλά ο Σαμσών έχει δίκιο…Η πλάστιγγα έγειρε και είναι κρίμα να πάνε τα λεφτά χαμένα στο Νόμο. Καλύτερα να μείνουν στο δίκιο.
Παράδειγμα πετυχημένης μετάφρασης:
Είπε η ξένη “σούλα” στο αμόρε… Ι love you Baby!…και ο ικανός μεταφραστής υποτίτλισε(μάλλον υπέρ-)…Σ’ αγαπάω μπάμπη μου…Κανένας θεατής δεν διαμαρτυρήθηκε αλλά γέλασε και εκτίμησε την διττή προσπάθεια..Όπως ακριβώς ο Λιαντίνης ελλήνισε τον Νίτσε έτσι και ο άγνωστος μεταφραστής…
Επίσης είναι λίγο στενάχωρο. Να- σαν το ντιμπέιτ ένα πράγμα. Καλημέρα σε όλους.
Καλημέρα και καλή εβδομάδα. Νάμαστε πάλι εδώ. Πιστεύω πώς ο κύριος Μίχος έπιασε το νόημα της διένεξης των τριών ημερών. Οι κύριοι Λειβαδάς και Μπλάνας είναι δύο δημιουργοί με πάθος. Κι όταν έχεις πάθος και το μεράκι σου σιγοτρώει τα σωθικά αυτόματα ‘εχεις και το δικαίωμα να γλιστρήσεις και να πέσεις. Αλλά μήπως γι’ αυτό δεν πέφτουμε; Για να ξανασηκωθούμε και να συνεχίσουμε με περισσότερο ακόμα πάθος. Αγαπητοί κύριοι Λειβαδά και Μπλάνα είθε μακριά από την κοσμική εξουσία από δικαστές και εισαγγελείς κι από στητούς στρατοδίκες αυτό το ελπίζω μόνο λεκτικό παρεδώσε αν και στενοχώρησε όλους εμάς που σας παρακολουθούμε έστω και αποσπασματικά να σταθεί αφορμή για νέες δημιουργίες. Βάλτε το μένος σας σ’ αυτές κι αφήστε τις μικρότητες για τους ανίδεους.
ΥΓ. Αναρωτιέμαι αν δεν υπήρχε το ποιείν τι θα γινόταν; Σεβασμός στους κυρίους Παστάκα και Αραβανή.
Το σεβασμό μου προς άπαντες
και όπως σημείωσε και η κυρία Αλεξοπούλου στο πόνημα της αρχικά…
“Και συνεχίζω να μιλάω για σας.
Δεν είσαστε εσείς από εκείνους
τους τυχερούς, τους άσημους. Όχι.. Εσείς δεν υπήρξατε
άσημοι.
Όχι.
Εσείς αγαπηθήκατε απ΄το κοινό -ή και μισηθήκατε- αλλά πάντως δεν υπήρξατε
άσημοι. “
Και επειδή χρωστώ και εγώ μια απάντηση ως συνυπεύθυνος αυτής της διαδικτυακής φυλλάδας:
κύριε Μπλάνα,
μας πληρώσατε με το ίδιο νόμισμα που σας χρέωσε ο κ. Λειβαδάς, όπως υποστηρίζετε.
Με υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Και μάλιστα χειρότερης ποιότητας.
Να είστε καλά να εξαργυρώνετε τα 30 χρονά σας αλλού και αλλιώς (εύχομαι).
Kύριε Γιώργο Μπλάνα,
1.- παρεμβαίνω στα όσα προηγήθηαν, όχι ως δικηγόρος και (“επί τιμή” – υποθέτω) νομικός σύμβουλος του “ΠΟΙΕΙΝ”, αλλά ως ο συγκεκριμένος πνευματικός άνθρωπος, που χρόνια παρά ένα τεσσαράκοντα, ασκεί εξοντωτική, (ή και λιβελογραφική, κατά πολλού) κριτική, δίχως ποτέ κανένα να αδικεί (τουλάχιστον συνειδητά, άλλο οι τυχόν ατυχείς κρίσεις, που ασφαλώς δεν θα λείπουν, και τις οποίες είμαι πρόθυμος να ανακαλέσω, αν με επιχειρήματα αποδειχτεί το αντίθετο) με μόνη απολαβή την ρητή εκτίμηση λογίων που έχω κατακρίνει (κυρίως για το αντιπνευματικό τους ήθος και σπανιώτερα για το έργο τους) και διαρκεί ποινή την συστηματική αποσιώπησή μου, από “ανθολόγους”, “γραμματολόγους” (πανεπιστημιακούς και μή), “κριτικούς” και εφημεριδογράφους (ρωτήστε, σχετικώς και τον Παντελή Μπουκάλα, που, εμμέσως πλην σαφώς, τό ΄γραψε στην “Καθημερινή” κρίνοντας τη συλλογή ποιημάτων μου “Το Φάντασμα του Υποβολαία”, και, μέτά, πλήρης συνεπείας, προς το ήθος που, έτσι, κατήγγειλε δεν συμπεριέλαβε στην συγκεντρωτική έκδοση των κριτικών του!…).
2.- Αυτά, όχι για να περιαυτολογήσω (δεν με απασχολεί ενόσω υπάρχουν τα κείμενα) ούτε για να πώ “τον καημό μου” (όπως είναι έτοιμα να αποφανθούν τα αναιδή και αδέσποτα κυνάρια, που κοπρίζουν εδώ μέσα, και αλλού, γαβγίζοντας αναίτια και αναιτιολόγητα εκ του ασφαλούς, μια και κανένα τους δεν φορά περιλαίμιο με χαραγμένο σαφές τ΄ όνομά τους, όποιον απλώς δε γουστάρουν), αλλά για να υπενθυμίσω ότι τα “τραγούδια που ξέρω” τ’άχω μάθει “χορευοντας” κι όχι “έξω απ΄τον χορό.
3.- Και τώρα επί του προκειμένου:
α) Οι κρίσεις “‘αθλιες”
και “της κακιάς ώρας” δεν στοιχειοθετούν κανένα πονικό αδίκημα, γιατί πρόκειται περί κρίσεων, ακριβώς, που αφορούν έργο και όχι ύβρεις που αποσκοπούν στη μείωση προσώπου.
β) Για τους αυτούς λόγους, οι αυτές κρίσεις, ούτε αγωγή αποζημιώσες είναι πιθανόν να θεμελιώσουν.
γ) Η αμφισβήτηση της υπάρξεώς του ποιήματος εκείνου από τον Γ.Λ, έτσι, τουλάχιστον, όπως διατυπώθηκε (δίχως αναφορά συγκεκριμένου προσώπου) δεν στοιχειοθετεί δόλο μειώσεως του μεταφραστή.
Αμφίβολο, πολύ αμφίβολο, είναι αν θα στοιχειοθετούσε και στην περίπτωση που ανέφερε: θά ΄πρεπε να απόδειχθεί σκοπός μειώσεως, πράγμα μάλλον ανέφικτο.
δ) Οι περί σταλινισμού και φασισμού αποστροφές, αν μή τι άλλο, υπονομεύουν τον λόγο εκφοράς τους, ως αποδίδουσες σε εκείνους εναντίων των οποίων απευθύνονται, ολοκληρωτική νοοτροπία και λογοκριτική διάθεση, νοοτροπία και διαάθεση, που ασφαλώς προϋποθέτει (ασυνειδήτως προφανώς και λόγω έξεων οφειλομένων στον “χώρο” και στο “συνάφι”), όχι απλώς η δυσανεξία στην κριτική (“πνευματική” και “επαγγελματική” αναπηρία για την οποία, δυστυχώς, υπερηφανεύονται οι επί τούτου αυτοχειριασθέντες λόγιοι της λεγομένης “γενιάς” μου, όπου σαράντα τώρα χρόνια αποφεύγουν κάθε αρνητική κριτική, μεταξύ αυτών και αλλήλων, αφ΄ενός και κατά παντός ισχύοντας στη θλιβερή τους πιάτσα αφ΄έτέρου),αλλά η με ύβρεις και απειλές αντιμετώπιση κρίσεων όσο κι αν υποτεθούν οξείες ή και άδικες.
ε) Ημιώρη, έστω, περιήγηση, στον “τόπο” αυτόν της εικονικής πνευματικότητας, αρκεί νόμίζω για να πείσει, ότι στην ιστοσελίδα του “ΠΟΙΕΙΝ”, όπου δεν περισσεύουν οι, πράγματι, ενδιαφέρουσες σκέψεις και οι αξιόλογες – θαρραλές κρίσεις, πλεονάζουν τα χάχανα, οι περί γκόμενες και ποτά κομπασμοί, η αμετροέπεια, η χολή, ο φθόνος, οι συκοφαντικές δυσφημήσεις και οι βρισιές (άλλοτε ίσια φόρα και άλλοτε, τυλιγμένες σε απανωτά ράκη μπουρδολογίας που θρασύνεται ότι αποτελέι “σκέψη” και μάλιστα από τις πιό “προωθημένες”: από Ντεριντά και πέρα, δηλαδή!).
στ)΄Ομως, πού της Ψωροκώσταινας, δεν πλεονάζουν?
ζ) Και,πως να μην πλεονάζουν, άλλωστε: στην “κοινωνία” αυτήν, της διαρκούς ανακυκλώσεως μειονεξιών και αθλιοτήτων, η αποφορά που έρχεται από τους ακάλυπτους χώρους ταφής σκουπιδών εικονικής πνευματικότητας είναι αναμενόμενη και, για τους παραγωγούς της, εξόχως επιθυμητή: δες τους πως εισπνέουν μεχρις απολύτου πληρώσεως των πνευμόνων. Θα τους δεις κι όταν εκπνεύσουν, για να υπερασπιστούν τα έργα και τις ημέρες τους από τον “απρόκλητον” αυτόν “λίβελο”: άμμωμοι, αμόλυντοι, ανεπίληπτοι. ΄Ολοι και όλες τους με προφανές το αδιάρρηκτον του παρθενικού τους υμένα! “Πνευματικοί” άνθρωποι γαρ,”δημιουργοί”!
η) Επομένως, τι μπορεί να κάνει ο Σωτήρης Παστάκας, ή και όποιος άλλος κάλειται να φυλάξει ξέφραγο αμπέλι? Να βάλει δραγάτη? Να ξενυχτάει παραφυλώντας και προγκίζοντας τα αναιδή κυνάρια?
θ) Εγχείρημα πρακτικώς αδύνατον και δεοντολογικώς φευκτέο: θα αναλωθεί και θα φθαρεί αντιδικώντας από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να ακούσει κι΄ από πάνω ότι είναι “σταλινικός” και “φασίστας” ! Κι αυτό όχι μόνον από τους ανώνυμους δράστες, αλλά και από τους “καθώς πρέπει” “προμάχους” “της ελευθερίας του λόγου”, του παραλόγου, “των δικαιωμάτων του ανθρώπου” και βέβαια των δικαιωμάτων παντός ζώου!
ι) Εφ΄ώ και ό “τόπος” αυτός εικονικής πνευματικότητας, δεν γίνεται παρά να παραμείνει ανοιχτός και στην διάθεση του τυχόντος, όπως ακριβώς τα πορνεία και τα ξέφραγα αμπέλια: θα μπαινοβγαίνει καθημερινώς αόριστος αριθμός ανωνύμων, κατά κανόνα, υποκειμένων, φέρνοντας, και παίρνοντας, κατά βούλησιν, ό, τι έχει και ό, τι προαιρείται ο καθένας. Κάθε καρυδιάς καρύδι, δηλαδή.
ια) Να μή θυμώσεις λοιπόν και να μήν αγανακτήσεις, αν την επομένη φορά, αδήλου φύλου, είδους, και ονόματος οντάριο, σε γαβγίσει επιμένοντας,ας πούμε, ότι είσαι το αντίθετο αυτού που ως και οι πέτρες γνωρίζουν ότι είσαι.
ιβ) Να μή θυμώσεις και να μήν αγανακτήσεις γιατί είναι χαμένος κόπος η αντιπαράθεση με τα πράγματα.
ιγ) Φτύ΄στο μόνον και διώξτω με ένα “ούστ” – “ούστ απ΄εδώ Αζόρ των ουρητηρίων” (ας του δώσουμε ένα όνομα αφού ντρέπεται –και καλά κάνει– να μας πει τ΄όνομά του).
[Λυπάμαι Σωτήρη, αλλά ορισμένα απο τα “σχόλια” διόλου δεν διαφέρουν από τα γραμμενα στους τοίχους των ουρητηρίων. Σε λίγο θα δούμε και την αγωνιώδη αγγελία “κάνω πίπες”]!
ιδ) Κατά τ΄άλλα, η γνώμη μου είναι, ο μεν Λειβαδάς να δηλώσει ότι δεν είχε πρόθεση μειώσεως του προσώπου σου.
[Το έργο, δικό σου ή όποιου άλλου, ας το κρίνει, κι ο Γ.Λ. και όποιος άλλος, με τα κριτήρια που διαθέτει. Και μακάρι οι κρίσεις, και του Λειβαδά (που δημοσίευσε ένα πολύ καλό, ένα ανθολογήσιμο ποίημα, τελευταία) και όποιου άλλου, να είναι κρίσεις διαφωτιστικές και ως προς τα θετικά και ως προς τα αρνητικά του: γιατί ακριβώς αυτό λείπει εδώ μέσα) και εσύ να ανακαλέσεις τα περί “σταλινισμού” και “φασισμού”. Δεν σου πάνε. ΄Ηταν λόγια θυμού (ανθρωπίνως αναμενόμενου και εξ αιτίας αποδώσεως στους Γ.Λ. και Σ. Π. προθέσεις που δεν πιστέυω ότι μπορεί να είχαν, αν μή τί άλλο, έναντι ανθρώπου που εχει τιμήσει “ΠΟΙΕΙΝ”)
που ελπίζω νά έχει περάσει.
ιζ) Αν πάλι επιμένεις στην αντιδικία, κι αν σε ενθαρρύνει σ΄αυτό ο δικηγόρος σου (που δεν το θεωρώ πιθανό) έ, τότε οψόμεθα στην Ευελπίδων: μεγάλο νταβαντούρι θα γίνει. Θα απολαύσουμε όλοι μαλλιοτραβήγματα “πνευματικών” ανθρώπων, επ΄ακροατηρίω! (τους δικαστές σκέφτομαι μόνον που θα δουν, θέλοντας και μη, γυμνούς τους “πνευματικούς” ανθρώπους, περί των οποίων, οι περισσότεροι, θα νομίζουν ό,τι είναι κάτι πολύ αξιολογότερο απ’ όσα “τρέχουν” συνήθως “στα γύφτικα”)!
ιη) Τέλος, καλό θα είναι να αποφεύγεις, τουλάχιστον δημόσια, απειλές που μπορεί και να σημαίνουν επιδίωξη σωματικής βλάβης (ή και θανάτου ?) των αντιδίκων σου.
Φαντάσου να συμβεί λ.χ. τροχαίο στον Σ.Π. ή στον Γ.Λ. και να το φορτώσουνε σέ ΄σενα! Τυχερός θά΄σε αν ξεμπερδψεις όπως ο Νάσιουτζικ…
Έλαβα τις απροκάλυπτες απειλές σας κύριε Σοφιανέ και συμορφούμαι και ανακαλλώ τις εκφράσεις “Ποιος το φανταζόταν πως θα βρεθώ μπροστά στον Σταλινισμό στα 2009” και “Για να φτύνει εκεί που φυτέψαμε κάθε φασίστας”, παρόλο που δεν καταλαβαίνω πως φτάσατε στο συμπέρασμα πως αφορούσαν στον κ. Παστάκα.
Κρατώ: καλύψατε πλήρως τον κύριο Λειβαδά.
Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι το Ποιείν.
Δυστυχώς.
Τι μπορεί να κάνει κανείς απέναντι στην πραγματικότητα;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
Μόσχα, 27 Ιουλίου 1936
Μεσιέ, εκ μέρους των ανωνύμων θαμώνων του ποιειν.
Δε γράφει απ’ έξω, δηλώστε τα στοιχεία σας πριν μπείτε. Αυτό σημαίνει κατά το φτωχό μου το μυαλό, αν θέλετε τα δηλώνετε, αν θέλετε όχι.
Εσείς επιθυμείτε να δηλώσετε, εγώ δεν επιθυμώ.
Η απαίτηση σας, παρ’ ότι δεν υπάρχει ως όρος, να δηλώσω τα στοιχεία μου, είναι σημειολογικό μαργαριτάρι.
Και τούτο, γιατί αφού δεν υποχρεούμαι να το κάνω, απαιτείτε να το επιθυμήσω.
Δηλαδή δεν τα βάζετε με τους όρους του παιχνιδιού, αλλά με την επιθυμία μου.
Απαιτεί τη βάση της μεταμοντέρνας επιβολής κάτι τέτοιο.
Δε σε υποχρεώνω να κάνεις κάτι έστω και αν δεν το θες, αλλά σε υποχρεώνω να επιθυμήσεις να το κάνεις!!!
Μιλάμε για πολύ μπροστά πράματα.
Η επαναποστολή του ευπρεπούς αυτού λιβέλου, ας ερμηνευθεί ως “ούστ” – “ούστ απ΄εδώ άναιδές κυνάριο”. “Γρήγορα στο αφεντικό και στην σκυλοπαρέα σου μετα αλφαβητικά και “εμπνευσμένα” από ασπρόμαυρες ταινίες, ψευδώνυμα”.
Και για να σοβαρευτούμε λίγο: πότε δεν πρόσεξα ή, ακόμη εγκληματικότερο, κατέκρινα αριστούργημα (δικό σου ή ομοίου σου) και αναλώνεστε σε απρόκλητες επιθέσεις ?
Την υποψία μου την υπέβαλε τις προάλλες φίλος, άσχετος με τα “λογοτεχνικά” πλην, εξυπνότερός μου προφανώς (δίκιο φαίνεται θάχε ο Γκόρπας, που με απεκάλεσε κάποτε “αθώο”, όπως και ο Μαυρουδής, προ εξαμήνου, περίπου)
Αλλά, πού να πάει ο νους μου: εγώ το απέδιδα στην φυλογενετική διαφορά μας Στο ότι, δηλαδή, βρισκόμαστεσε διαφορετικά στάδια εξέλιξης.
Θεωρούσε, επομένως δεδομένη την αδυναμία των ασπόνδυλων να αντιληφθούν ζώο με ραχοκοκκαλιά.
Ε πάση περιπτώσει, για ταχυδρομήστε μου, ανωνύμως και στην διέυθυνση του “ΠΟΙΕΙΝ” τα πονήματά σας, μη τυχόν και μου ξέφυγε τίποτα αξιόλγο για να επανορθώσω…
εγώ προτείνω να μαζευτούμε με όπλα παραμάσχαλα σε μία μεγάλη αλάνα, στο βοτανικό ας πούμε. κι εκεί θα χωριστούμε σε στρατόπεδα περιμένοντας τον εναρκτήριο πυροβολισμό.
στα βόρεια οι λιβαδιώτες στα νότια οι μπλανικοί. φυσικά το πυρ! θα το πει ο κ. Σοφιανός διαβάζοντας το χαϊκού του θανάτου. βέβαια, σε ποιανού τη μετάφραση; ε, ας το διαβάσει στα γιαπωνέζικα. ή μάλλον όχι. ας χρησιμοποιήσει αυτή του μπλάνα. έτσι κι αλλιώς οι λιβαδιώτες θα λείπουν σε συμπόσιο.
Οι αγανακτισμένοι επώνυμοι πολίτες χωρίς αίσθηση χιούμορ θα είναι σε VIP τομέα;
Γιατί εμείς οι ανώνυμοι θα δούμε τη μάχη από τα ουρητήρια.
Τα πιο ωραία σχόλια τα έχω διαβάσει σε τοίχους, κ. Σοφιανέ. Το ζωώδες δεν είναι πάντα περιφρονητέο αν είναι αισθητικό.
Να είστε όλοι καλά!
Α.
Ορισμένοι τραβούν το σκοινί χωρίς να κατέχουν πως είναι η άκρη της ζώνης που τους βαστά το παντελόνι.
Στους χρήστες με ψευδόνυμο: α) δεν υπολογίζω από πλακίτσες, ειδικά εφόσον δεν έχετε αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται με όλη αυτή την “ιστορία”. Το ψευδόνυμο αποτελεί εξάλλου για μένα…. όχι καλό πράγμα.
Προς Ν.Λ για το σχόλιο “63”: Αγαπητή μου, θαρρείτε πως θα βαστούσα κάποιο από τα χαϊκού αυτά στο μυαλό μου για μήνες; Μα για ποιον λόγο; Εδώ έγινε αγώνας μέσω τρίτων να ανασυρθεί το στοιχείο από το συγκεκριμένο μπλογκ, χθες το βράδυ. Σας επιστρέφω τη χλεύη μαζί με αυτό που σας λείπει…..
Ορισμένοι ανεγκέφαλοι είναι τόσο θλιβεροί που….
Τέλος: ευχαριστώ μα δεν χρειάζομαι υποστήριξη, μήτε και φανατικούς.
Κατέθεσα συγκεκριμένο κείμενο στους συντάκτες του Ποιείν και αναμένω ταχύτατα να αναρτηθεί.
Ανάμεσα σε εμένα και τον κύριο Μπλάνα δεν θεωρώ πως υφίσταται πρόβλημα, αλλά ζήτημα.
Και είμαι σίγουρος πως θα επιληθεί.
Τα λειριά που σηκώνουν ορισμένοι ας τα κρατήσουν για τον εαυτό τους.
Αναρωτιέμαι κύριοι: πιστεύει κανείς ότι ανάμεσά μας υπάρχουν “άγνωστοι”;
Σοβαρευτείτε, δηλαδή, ακόμη και αν δεν σέβεστε τους εαυτούς σας, τουλάχιστον σεβαστείτε το Ποιείν.
Ας παραχωρήσουμε το βήμα στον κατα κοινή ομολογία μεγαλύτερο λιβελογράφο της νεοελληνικής γραμματείας:
–“…ήσαν νέφη ακρίδων τοσούτον πυκνά, ώστε […] επεσκίασαν τας ακτίνας του ηλίου, ο δε ήχος των πτερύγων αυτών ωμοίαζε κρότον αρμάτων πολλών τρεχόντων εις πόλεμον. Τα φθοροποιά ταύτα έντομα είχον έξ πτέρυγας, οκτώ πόδας, τρίχας μακράς, ως αι γυναίκες και ουράς φαρμακεράς, ως οι σκορπίοι. Αγνοώ αν η περιγραφή αύτη είναι ιστορική […] αλλʼ οπωσδήποτε τόσω αδηφάγοι ήσαν αι ακρίδες αύται, ώστε, αφού κατέφαγον τους στάχεις και τα δένδρα, εισώρμησαν εις τας οικίας και εις αυτάς τα εκκλησίας κατατρώγουσαι τους άρτους της Προθέσεως και τα κηρία του θυσιαστηρίου. Αφού δε και ταύτα κατέφαγον, ήρχισαν να τρώγωσιν αλλήλας, μαχόμεναι εις τον αέρα μετά τοσαύτης μανίας, ώστε τα πτώματα κατέπιπτον πυκνότερα φθινοπωρινής χαλάζης…”
–“Ότε η ωχρά και ηλλοιωμένη του ποντίφηκος μορφή επέλαμψεν εις το παράθυρον, φωτιζομένη υπό αμυδράς ακτίνος διαπερώσης τα νέφη των ακρίδων, πολλοί των επαναστατών υπό ακουσίου καταληφθέντος σεβασμού προσέκλιναν εδαφιαίως, ως αι σημαίαι των Ρωμαίων στρατιωτών προ του Χριστού, ότε ενεφανίζετο ενώπιον του Πιλάτου, αλλά και πολλαί ασεβείς χείρες υψώθησαν πάλλουσαι πέτρας και σαπρά λειμώνια και πολλά Φαρισαίων χείλη εξήμεσαν κατά του αντιπροσώπου του Ιησού ύβρεις και κατάρας.”
–“Ο ποντίφηξ εκτείνας την αγίαν του χείρα, ίνα ζητήση τον λόγον, ανήγγειλεν […] ότι ήθελεν αναθεματίσει τας ακρίδας εν επισήμω λιτανεία, εν τούτοις δε ανεθεμάτιζε τους μη αμέσως επιστρέφοντας εις τας οικίας των. Η παπική εκείνη υπόσχεσις διεσκέδασεν εν ακαρεί τας ανησυχίας και κατεπράυνε την οργήν των καλών Ρωμαίων, ων αι οχλαγωγίαι είχον καταντήσει να ομοιάζωσι τας τρικυμίας εκείνας της Προποντίδος, τας οποίας κατά τον Αριστοτέλη ήρκουν να κατευνάσωσιν ολίγαι σταγόνες ελαίου.”
–“Ο καύσων και ο κονιορτός, κατά τους χρονογράφους, ήτο τοσούτος την ημέραν εκείνην, ώστε αυτός ο διάβολος και εντός ηγιασμένου ύδατος ήθελε λουσθή, τα δε πτώματα των ακρίδων, ων η πάλη εξηκολούθει εις τον αέρα, έτριζον απαισίως υπό τους πόδας των προσκυνητών και των υποζυγίων. ”
–“Αλλʼ οι δαίμονες ήσαν δυσμετάπιστοι και εις των Αγγέλων τα επιχειρήματα αντέταττον τα κέρατά των, ενώ εκείνοι εγύμνουν τας ρομφαίας. Η μεταξύ των πνευμάτων πάλη ευρίσκετο εις την ακμήν, τα όπλα των αντήχουν ως συγκρουόμενα νέφη και αιματώδης βροχή έσταζεν επί των εν τη πλατεία συνηγμένων πιστών.”
Ένας μεταφραστής ο οποίος μεταφράζει από τα ιαπωνικά στα ελληνικά ή την αγγλική μετάφραση του ιαπωνικού πρωτότυπου στα ελληνικά ή με όποιον τρόπο, υποθέτω ότι μπορεί να ακολουθήσει και την ανάποδη διαδικασία. Μια ελληνική μετάφραση να τον παραπέμψει στο πρωτότυπο ή σε μια μετάφραση σε άλλη γλώσσα.
Με βάση αυτό το συλλογισμό, και με δεδομένες τις εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις περί χαϊκού των δύο μεταφραστών – που καθιστούν όποια άλλη μεταφραστική προσέγγιση εκτός θέματος – ο κ. Λειβαδάς λέει ότι η μετάφραση είναι άκυρη γιατί δεν αποδίδει το χαϊκού στα ελληνικά – τέτοιο χαϊκού λέει αν ακολουθήσουμε ανάποδη πορεία από τα ελληνικά στα ιαπωνικά δεν υπάρχει, ο Μπασό δε θα έγραφε κάτι τέτοιο – και ο κ. Μπλάνας μας φέρνει το ίδιο το χαϊκού στο πρωτότυπο για να μας δείξει το λάθος Λειβαδά.
Είναι μια συζήτηση για την οποία, οι δύο συνομιλητές παλεύουν για άλλο αντικείμενο ο καθένας. Ο κ. Λειβαδάς τονίζει την μεταφραστική σημασία και τα αποτελέσματα μιας κατά τη γνώμη του εκτός θέματος μετάφρασης – δεν παραπέμπει πουθενά – ,ο κ. Μπλάνας υπεραμύνεται του κύρους του και υποστηρίζει ότι η επίθεση είναι προσωπική.
Σεβαστά και τα δύο.
Μια παρανόηση, είναι αναγκαία για να αναδειχθούν αρκετά σχετικά θέματα από την πλευρά του κάθε συνομιλητή. Και επιπλέον για να δει κανείς, πως μπορεί να αναδείξει και άσχετα θέματα από την πλευρά τρίτων.
κ. Μπλάνα,
καταλάβαμε την πραγματικότητα ενώ εσείς είσασταν σε διακοπές και ανακυρήξαμε τη Λάρισα πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδος.
Βασιλεύς Κωνσταντίνος,
Λάρισα, 13/12/1967
Αντιπτέραρχε Μίχο,
στους Αρχαγγέλους πήγαινε ν’ ανάψεις κερί…
Λάρισα 27/7/09
Επιτελείο 110
Πτέρυγα Μάχης
Για να σπάσει επιτέλους από το Ποιείν άλλη μία συνωμοσία σιωπής -αυτή που περιβάλλει το έργο του Ποιητή Σοφιανού:
http://cds.lib.auth.gr/submit/archive/NPA/npa-2004-10213.pdf
Απόδεικτικό του επαισχύντου, καίτοι τυπικού για τα λογοτεχνικά μας ήθη αποκλεισμού, δεν είναι ασφαλώς η κριτική του κυρίου Μπουκάλα αλλά η μη συμπεριληψή της -οποίο θράσος!- στην συγκεντρωτική έκδοση των κριτικών του. Άφεριμ!
Α)
1.- Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω, Γιώργο Μπλάνα (το κύριος εξυπακούται, ας μη το παρακάνουμε και ψευτίσει εντελώς το πράγμα) πώς απειλώ και μάλιστα “απροκάλυπτα”.
2.- Το μόνο που είπα στο τέλος (του “κοπιώδους” και “φιλολογικού” αυτού δεκάρικου) το είπα επί παραδείγματι για να καταλάβεις πόσο εύκολα μπλέκει κανείς αν βρεθεί σε στιγμή διαταρχής ελέγχου των παρορμήσεών του (πάθημα που εξ αιτίας του εμπαθούς –με την κυριολεξία της λέξης– χαρακτήρα μου δεν καταφέρνω να αποφύγω πάντα) και όχι για να σε απειλήσω.
3.- Εκτός κι αν υποτεθεί ότι σχεδιάζω τροχαίο με θύμα τον Παστάκα ή τον Λειβαδά (ευχής έργο θά΄ταν να βρίσκονται στο ίδιο αυτοκίνητο ή μηχανάκι) για να στο φορτώσω μετά τεχνιέντως επικαλούμενος τα απειλητικά που άφησες να αιωρούνταιστον αέρα!
(Είναι μιά ιδέα κι αυτή: αυτοί στο χώμα, εσύ στη φυλακή, κι εγώ σατανικός ποινικολόγος..).
4.- Και από πού κι ως πού καλύπτω, και μάλιστα πλήρως τον Λειβαδά?
Επειδή είπα ότι οι “κρίσεις” του δεν στοιχειοθετούν ποινικό αδίκημα, ή μήπως επειδή δεν του απέδωσα δόλο μειώσεώς σου – πράγμα που δεν μπορώ να αποδείξω, ως θα ώφειλα αν του είχα αποδώσει?
5.- Και, στο κάτω – κάτω, γιατί να θέλω την κάλυψή του?
Μήπως επειδή έχει δηλώσει ότι δεν θάθελε να με γνωρίσει, κι ότι προτιμάει να πάει “στη γυναικάρα που” τον “περιμένει”, παρά να ασχοληθεί (ως ώφειλε αφού μπήκε στη συζήτηση) ουσιαστικά με το κείμενο των εισηγήσεών μου στην επιτροπή κρατικών βραβείων, ανατρέποντας (“αποδομώντας” λένε σήμερα οι μάλλον “πληροφορημένοι” εκ των ιθαγενών λογίων) μία προς μία τις κρίσεις μου που θά ΄κρινε αναιρετέες?
΄Η μήπως γιατί παρανάγνωσε το κείμενο μου για την ποιήση και μου αποδίδει (παρασυρμένος, υποθέτω, από τη φόρα που πήρε για να το “αποδομήσει”) πράγματα που δε λέω?
Β)
Γοητευτική και απρόσιτη, μέσ΄την αχλύ του μυστηρίου σου Μάτα Χάρι
(Μια σκέψη εφιαλτική με βασανίζει: σκέψου, λέω, πίσω από αυτό το πολλά υποσχόμενο ψευδώνυμο να κρύβεται καμιά ΄Αχαρη Ματούλα! Φρίκη!!
Φάσμα αχλύος, σημείο συγκεντρώσεως όλων των επιθυμιών – μείνε, ώ μείνε, να χαρείς στο ημίφως. Θά΄ταν τραγικό να λυθούν τα μάγια που με κρατούν δέσμιο της σαγήνης σου…).
Γοητευτική, λοίπόν και απρόσιτη Μάτα Χάρι
αγνοώ (αφού μ΄αφήνεις στο σκοτάδι να διατρέχω αβοήθητος τα φωνήματά σου, όπως οι τυφλοί διατρέχουν τα αναγλυφα στοιχεία) αν είσαι “άνθρωπος, ζώο, ή πράγμα” (που λεει κι γραματική). Αερικό του Ασωπού, ή νεράϊδα της Κωπαϊδος. Ρόδο του Ισπαχάν (εδώ θα μπορούσε να βοηθήσει ο Λειβαδάς που γνωρίζει τα της Ανατολής) ή Ρόδα πανηγυριώτικη απ΄αυτές που γυρίζουν και σφυρίζουν και ζαλίζουν. Ηρωϊδα γοτθικού μυθιστορήματος ή ασωτεύουσα αστή που σουρομαδιέται στα αχανή των Μπιτνικών περιπλανήσεων από τους καταραμένους ποιητές που θαυμάζει (κι εδώ θα μπορούσε να βοηθήσει ο Λειβαδά) – ό, τι κι αν είσαι, τέλος πάντων, είς τι το αναμφισβήτητα νοήμον και “γράμματα γνωρίζεις”.
Άσε λοιπόν τις… σημειολογικές υπεκφυγές και τα περί εκβιάσεως της επιθυμίας (να άλλη μια λέξη καραμέλλα!): τις επιθυμίες σου κράτα τες για τον εαυτό σου. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο.
Το ζητούμενο είναι αν το πνευματικό ήθος επιβάλλει, ή όχι, οι κρίσεις, και μάλιστα οι αρνητικές (ποσο μάλλον οι βρισιές και συκοφαντίες) να διατυπώνονται επώνυμα.
Εγώ λέω πως αυτό επιβάλλει κι αν διαφωνείς πές το για να πάρω χαμπάρι πόσο διόλου “μεταμοντέρνος” είμαι.
Και, μια συμβουλή (με το θαρρος της ηλικίας): λιγότερο Βέλτσο!
Στο ανθρώπινο πεδίο έχει καταφέρει το μέγιστο: να ακυρώσει μοίρα κακή.
Στο ακαδημαΪκό, κάνει ότι κάνουν, κατά παράδοση και κανόνα, οι “σοφές κεφαλές” της Ψωροκώσταινας: “μεταλαμπαδεύει” στην “καθ΄ημάς Ανατολή” τα φώτα που σβύνουν εξελικτικά στη Δύση.
Ευχόμενος τα βέλτσιστα, σε αφήνω στα λακανοντεριντερικά όνειρά σου.
Γ.-
Βασίλη: “Ουκ εκπειράσης Κύριον τον Θεό σου”.
Δεν υπεκφεύγω. θα απαντήσω προσεχώς, γιατί τώρα πρέπει ναφύγω από το κομπιούτερ. Μόνο που θαρρώ ότι το εργο τό χεις ανα δει…
Επιστολή του Γιάννη Λειβαδά προς το “ποιείν”
Γιάννης Λειβαδάς: ΟΙ ΣΥΝΤΡΙΒΕΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΠΑΘΕΙΑΣ
Τα έργα όλων μιλούν από μόνα τους και όχι μόνο τα έργα ορισμένων. Καθώς και οι εποχές όπως εναλλάσσονται, κύριε Μίχο, καταδεικνύουν με καλό τρόπο τις παθογένειες, τις ίντριγκες και τα ατοπήματα που καταγράφηκαν στον χρόνο.
Το γεγονός πως με χαρακτηρίζετε ισοπεδωτικό, περισσότερο συνάδει στην ανάδειξη της λογοτεχνικής μου μοναξιάς, παρά επ’ αυτού που νομίζετε πως αναφέρεστε. Διότι απλώς νομίζετε. Και ίσως όλοι μας να νομίζουμε, μα υπάρχει και το ζήτημα της εναργούς τοποθέτησης επί ζητημάτων η οποία και καθιστά ολοκληρωμένη μία άποψη, αλλά δημιουργεί και πρόσφορο επίπεδο ανταλλαγής απόψεων – κάτω από οξυμένες ή όχι αντιπαραθέσεις. (Τις οποίες αποφεύγει μόνον αυτός που τις φοβάται).
Δικαίωμά μου, και μάλιστα Ποιητικό, είναι να παραδέχομαι το έργο του οποιουδήποτε, ή το αντίθετο. Και μάλιστα αδιαπραγμάτευτο. Κάθε κριτική λοιπόν δεκτή αλλά και αντι-κριτική. Δεν πρόκειται να βρείτε εξάλλου πουθενά σχόλιό μου επί σημαντικών ζητημάτων, που αφορούν τόσο την ποίηση όσο και την μετάφρασή της, που να μην συνοδεύεται από συνημμένο επεξηγηματικό κείμενο.
Όσον αφορά τον αγαπητό κύριο Μπλάνα, ουδέποτε καταφέρθηκα προσωπικώς εναντίων του, ούτε και εκδήλωσα τέτοια πρόθεση. Ούτε και σπίλωσα κάποιαν πτυχή της προσωπικότητάς του. Αναφέρθηκα σε έργα του, και μάλιστα κατά κόρον, στα μεταφραστικά του έργα, ένεκα που δεν είμαι, μετά το πέρας του πρώτου μισού της δεύτερης δεκαετίας της ζωής μου, αναγνώστης του.
Εδώ λοιπόν έχομε κάποια θέματα: α) σε καμία περίπτωση δεν δυσφήμισα την υπόσταση και τον χαρακτήρα του. β) για ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ δημιουργική διαφωνία επί των μεταφράσεών των χαϊκού, ευχαρίστως -το πρότεινα μάλιστα- να ανταλλάξουμε απόψεις, και όσον αφορά έτερες μεταφράσεις αγγλόφωνης ποίησης θα ήταν καλό τόσο για τα δικά του πονήματα, όσο και για τα δικά μου, τα οποία τυγχάνει να είναι σε ορισμένες περιπτώσεις κοινά.. (αυτό και μόνο θα έπρεπε να μην τον οδηγεί σε ακραίες εξάψεις, διότι πρόκειται για γέφυρα, όχι για πολεμικό σκάμμα), να παραπέμψουμε τους εαυτούς μας μα και τους τυχόν ενδιαφερόμενους αναγνώστες σε μία σύγκριση με τα πρωτότυπα κείμενα. Αυτό θα μας έβαζε άπαντες στην θέση μας. Εννοώ ποιήματα των William Blake, Charles Bukowski, Allen Gisberg κτλ. Υπάρχει τίποτε πιο αντικειμενικό απ’ αυτό; Και τα κείμενα για μία τέτοια συγκριτική εργασία προσκομίζονται αν χρειαστεί ταχύτατα.
Τέλος, άλλα σχόλια που γράφτηκαν και σχετίζονται με πολιτικές πρεμούρες, καταστασιακές δηλώσεις που ανάγονται σε πρόσωπα και πράγματα άλλης ποιότητας και άλλης γενιάς, με αφήνουν παντελώς αδιάφορο και δεν έχω λόγους να απαντήσω σε αυτά. Παραπέμπουν μόνο στον γράφοντα που για δικούς του λόγους θεώρησε αναγκαίο να αναφερθεί σε αυτά.
Σάμπως υπάρχει κανενός είδους τετελεσμένο δίκαιο επί των λογοτεχνικών ζητημάτων; Όχι βέβαια, γι’ αυτό και συνεχίζουμε να γράφουμε όσα γράφουμε και να χαρίζουμε τη ζωή μας στην απόλυτη τριβή με αυτά.
Με εκτίμηση προς το Ποιείν.
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009.
Μήπως μ’ όλα τούτα φτάσουμε εμείς οι απλοί αναγνώστες ή ακόμα και οι λάτρεις της ποίησης να άδουμε ομού με την αείμνηστη Μαρία Δημητριάδη
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό
υμνούνε της πατρίδας το χαμό
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα’χουνε πλακάκια
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
τους έχω σιχαθεί
Λέω μήπως;
Άρα κύριε Μίχο όπως λέει κι ο ποιητής
Ηποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
…………………………………….
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη
Και τι απομένει σε όλους εμάς που δεν διώχνουμε τους δαίμονές μας γράφοντας;
Χε χε χε χε…….
ρε τι ακούω………
χε χε χε…
Άντε εις υγείαν!
Με προσοχή αγαπητέ Γιάννη γιατί ” Ο πίνων μεθά”
Viva, la vita e bella
όταν κάνεις κούνια μπέλα
Πίνω λοιπόν απ’ το ποτήρι σου
Οπως ο νεκρός απ’ την ψυχή σου.
Bukowski
Και κάτι τελευταίο μιας κι η ροδοδάχτυλη αυγούλα σε λίγο θα μου κρούσει τη θύρα. Αφιερωμένο στον παίζοντα και πίνοντα αλλά και αγαπητό Γιάννη που ίσως αυτή τη στιγμή βλέπει μέσα στο ποτήρι του τα φαντάσματα των Μπουκόφσκι, Κάρβερ, Τόμας και Κέρουακ.
Από του κόσμου κεκμηκώς την πλάνον αστασίαν
εντός του ποτηρίου μου εύρον την ησυχίαν
ζωήν κι ελπίδα εν αυτώ και πόθους εσωκλείω
δότε να πίω
(οι στίχοι είναι από την προμετωπίδα της ιστοσελίδας του περιοδικού Βακχικόν)
Την καλημέρα μου σε όλους και συγγνώμη για το φλύαρο τρίο των αναρτήσεών μου
Αγαπητέ Βαγγέλη καλά θα κάνεις να μην χάνεις τον χρόνο σου μαζί μου… Άστο για άλλους που δεν υπολογίζουν ούτε το στοίχημα…
Σου περνάει από το μυαλό ότι έχω ανάγκη από φαντάσματα;
Κρίνεις κι εσύ σαν τον Μίχο: από εκείνο που σας λείπει τόσο.
Κοντεύει να καταντήσει το Ποιείν ψυχιατρείο με τόσα αποθημένα γραψίματα….
Σας βαρέθηκα, αλλά να σας κάνω τη χάρη να φύγω από το Ποιείν, δεν πρόκειται.
Η ώρα κοντεύει έξι το πρωί και σε διαψεύδει κατακλυσμιαία…
Καλημέρα σε όλους,
Καλημέρα Γιάννη,
το τελευταίο σου σχόλιο φέρει τον αριθμό 7.777
…μ’ αρέσει η κάμπαλα, κι ήθελα απλώς να στο πω…
κ. Σοφιανέ
Αφού με στολίζετε με τα χειρότερα – και καλά κάνετε, δικαίωμα σας να έχετε τη γνώμη σας – αναρωτιέστε κατόπιν από που πηγάζει το μένος μου κι αν όπως φίλος σας πονήρεψε σας έχω στείλει κείμενα μου και δεν τα προσέξατε;
Δηλαδή εμ ξεκινάμε να στολίζουμε κάποιον εμ του αποδίδουμε και το μένος μας; Kαι το καλύτερο, επιδιδόμαστε και σε σενάρια για να δικαιολογήσουμε το μένος που του αποδώσαμε προς εμάς ενώ εμείς του επιτεθήκαμε;
Δε βγάζω άκρη. Και μιας και ο λόγος, κείμενα δε γράφω, δε στέλνω, δε δημοσιεύω, δεν εκδίδω.
Επίσης, θεωρώ ότι γράφετε καλά ποιήματα. Χωρίς να είναι από τα αγαπημένα μου, θεωρώ ότι είναι πολύ αξιόλογα. Δεν περιμένατε από μένα να σας κρίνω φυσικά, απλά καταθέτω την άποψη μου.
Καλημέρα σας
Αγαπητέ και φίλτατε Ιωάννη καλημέρα. Έχω την εντύπωση πώς τα βάζεις μ’ όλους και με όλα γιατί; Τώρα ως προς τα φαντάσματα αν παρατηρήσεις θα δεις πώς λέει “βλέπει” κι έχει μεγάλη διαφορά από το “κυνηγά” που μάλλον εννόησες εσύ. Any way. Θεωρώ επίσης ότι απάντησα με χιούμορ στο δικό σου ” Χε χε χε ………., ρε τι ακούω χε χε χε” και όχι ειρωνικά με σκοπό μια καλυμμένη προσβολή όπως επίσης δεν έχω προμελετήσει κανένα σχέδιο απομάκρυνσής σου από το ποιείν. Άλλωστε το ποιείν έχει περισσότερη ανάγκη τους ποιητές του παρά τους ψυχαναγκαστικούς αναγνώστες με τα άδηλα και κρύφια γραψίματά τους.
Καλό μεσημέρι σε όλους
Οι λυκοφιλίες, η προσποίηση, η υποκρισία από τη μια είναι αηδιαστικά φαινόμενα. Από την άλλη, εντελώς απαραίτητα!
Φτιάχνουμε μια επιφάνεια που μας καθησυχάζει ότι όλα είναι καλά ώστε να μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς, πίσω από κει. Ώστε να έχουμε την άδεια να εκφράσουμε όλες τις πτυχές του εαυτού μας.
Σκεφτείτε τους Γάλλους και αυτό που τους αποδίδεται. Φοράνε λένε βαριές κολώνιες, για να κρύψουν την μπόχα τους. Μέγα λάθος. Φοράνε βαριές κολώνιες για να είναι σύμφωνοι με τα πολιτιστικά στάτους της καθαριότητας. Αφού είναι εντάξει ως προς τις υποχρεώσεις τους, μπορούν να μην πλένονται ώστε να φανερώσουν στον εαυτό τους τη βρώμα τους.
Με την ειλικρίνεια που απαιτούμε, έπρεπε να μη φοράνε κολώνιες, ώστε να μυρίσουμε και μεις τη βρώμα τους, να έχουμε την πραγματική τους μυρωδιά.
Μα αν δε φόραγαν κολώνιες, θα αναγκάζονταν να πλυθούνε και πάλι δε θα πλησιάζαμε την αλήθεια!
Παρόλο που είμαι υπέρμαχος της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και ενημέρωσης, θεωρώ ότι του είδους οι διάλογοι μόνο στην πνευματική φτώχεια μπορεί να οδηγήσουν.
Η προσωπική πινελιά του κάθε δημιουργού είναι ό,τι μας απόμεινε. Είναι κι αυτό δημιουργία. Από κει και πέρα οι κρίσεις και οι επικρίσεις ας αφεθούν το κοινό και όχι σε εκείνους που αγωνιούν για την “λογοτεχνική τους τζαμαρία”. Ο κόσμος που διαβάζει ποίηση ξέρει και να κρίνει.
Κι όσο για το επιχείρημα της δημοσιότητας και της ελευθερίας του λόγου καλό να είναι να χρησιμοποιείται λαμβανομένων υπόψιν των αξιών. Λυπάμαι ειλικρινά αλλά τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά του είδους με κάνουν να είναι και η τελευταία φορά που διαβαίνω την ηλεκτρονική σας πόρτα. Εξάλλου όταν απαντά νομικός σύμβουλος με δικονομικούς όρους δημιουργείται αίσθημα ανελευθερίας. Αν δεν κάνω λάθος το blogging δεν απαιτεί νομικό σύμβουλο εκτός κι αν .. αν τι; Μεγάλο ερώτημα.
Συγχαίρω τον κ. Μίχο για την ψύχραιμη, ώριμη, έγκυρη και έγκαιρη τοποθέτησή του.
Υ.Γ. Τη ταινία με τον Κωνσταντάρα που προσφωνεί όλους τους διάσημους με το μικρό τους όνομα την έχετε δει;
“Εξάλλου όταν απαντά νομικός σύμβουλος με δικονομικούς όρους δημιουργείται αίσθημα ανελευθερίας. Αν δεν κάνω λάθος το blogging δεν απαιτεί νομικό σύμβουλο εκτός κι αν .. αν τι; Μεγάλο ερώτημα.”
Ούτε εγώ ήθελα νομικούς συμβούλους Μύγα, αλλά για σκέψου τί είναι “ανελευθερία”. ¨οταν σε απειλούν συχνά-πυκνά όχι μόνο με μηνύσεις, αλλά και προσωπικώς για τη σωματική σου ακεραιότητα, υπερασπίζεσαι απλώς την ελευθερία σου.
Αυτή την ελευθερία μου την είχα κι εγώ δεδομένη…έλα όμως, Μύγα, που θέλουν να μου την πάρουν…Για πες μου λοιπόν, ποιός είναι ο “ανελεύθερος”;
Το “ποιείν” ενοχλεί σαν μύγα τ’ αυτιά τους…αυτό είναι όλο…Αν δεν μπορούμε να συνυπάρξουμε σαν μύγες,
καλό σου δρόμο!
Μάτα Χάρι
Δεν αφορούσαν σ΄εσένα τα περί μένους.
Απλώς βρέθηκες στη μέση, μεταξύ μιας ευαίσθητης κοιλιάς και ενός λόγιου αγύρτη.
Συγγνώμη
(και για τον πειρακτικό “λυρισμό”, δεν σκόπευα να σε θίξω).
Ο Λειβαδάς επικαλείται τον Lucien Stryk. Ιδού η μετάφρασή του:
Sick on a Journey –
over parched fields
dreams wander on.
Είναι οφθαλμοφανές ότι η μετάφραση αυτή, πρώτον, είναι διαμετρικά αντίθετη μ’ εκείνη του Λειβαδά, δεύτερον, συμπίπτει στα ουσιώδη της σημεία μ’ εκείνη του Μπλάνα.
Αρρώστησα,
Μόνο τα όνειρά μου
συνεχίζουν το ταξίδι
σʼ αυτήν την ερημιά.
(μετ. Μπλάνα)
Η Αρρώστια –
τα όνειρά μου στης
μοναξιάς τον δρόμο.
(μετ. Λειβαδά)
Πιο αναλυτικά: Ο Λειβαδάς παραλείπει την κρίσιμη λέξη, την πρώτη πρώτη του ποιήματος: το ταξίδι. Συσκοτίζει το υποκείμενο της αρρώστιας: ποιος είναι ο ασθενής και οδοιπόρος; Κάνει τα “κατάξερα χωράφια” του Stryk “μοναξιά”. Τέλος, αφήνει το ποίημα χωρις ρήμα.
Παραθέτω μια αγγλική λέξη προς λέξη μετάφραση για να φανεί η απόσταση.
tabi ni yande / journey on ill
yume wa kare no o / dream as-for withered
kakemeguru / field on run-around
Ο Λειβαδάς υποστηρίζει ότι γνωρίζει ιαπωνικά και ότι μεταφράζει από το πρωτότυπο. Και ότι ο Stryk είναι ο κορυφαίος μελετητής του Μπασό στον κόσμο. Δεν βλέπω πως αυτά τα δύο μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα.
#
121. Απάντηση από Βαγγέλης
Πίνω λοιπόν απʼ το ποτήρι σου
Οπως ο νεκρός απʼ την ψυχή σου.
Bukowski
στις 7/28/2009 2:00 am
Από ποιο ποίημα του Μπουκόβσκι είναι αυτό το δίστιχο, αγαπητέ Βαγγέλη;
……………..
“Από ποιο ποίημα του Μπουκόβσκι είναι αυτό το δίστιχο, αγαπητέ Βαγγέλη;”
ΩΧΩΧΩΧΩΧ… (please no…)
………………….. συμφωνώ μαζί σας κύριε αναγνώστη, αυτά τα δύο δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα: ΑΛΛΙΩΣ ισχύουν.
(Να δω πότε θα εμφανιστεί κάποιος σοβαρός με το όνομά του…..)
Από πλευράς μου τέρμα οι ανταλλαγές σχολίων με οποιονδήποτε όσον αφορά στα χαϊκού – το βιβλίο έρχεται, τότε να δω να λαγούμια να αχνίζουν.
Στοπ.
Καλημέρα Γιώργο, αν ήσουν στη θέση μου θα έκανες πράγματι ΩΧΧΧΧΧΧ:
Capra Black
Από ωδές θαμμένοι
Σφετερισμένοι-
Συχνά τους βλέπω να σκουπίζουν
Τις αλέες που συνήθιζα να ατενίζω
Με δεμένα μάτια –
Αλλά τώρα πρέπει να σωπάσω ξανά
Και ίσως αποδειχθεί λάθος εκείνος ο
Χρησμός που μιλούσε για κάτι που έδειξε
Η τηλεόραση –
Δέντρα που μίλησαν στον ύπνο τους
Με το όνειρο της περιέργειας της φωνής τους.
Μακριά από πόλεις που γνώρισα
Από ανέκφραστα λατομεία
Που το φεγγάρι χάραζε τη μορφή ενός
Βούδδα•
Η σιωπή
Λένε (!)
Εμφανίζεται σαν σχοινοβάτης
Κι από κάτω τεράστιοι κορμοί
Των δέντρων του Θανάτου ανθίζουν
με κάθε κίνηση.
Πίνω λοιπόν απʼ το ποτήρι σου
Όπως ο νεκρός απʼ την ψυχή σου.
(Γ.Λ. 2004)
Μήπως είναι κάποιου “άλλου” το ποίημα;
Θα χορτάσει πελατεία ο Παστάκας…..
Καλημέρα σε όλους. Το ποίημα ονομάζεται capra Black αν δεν κάνω λάθος και ξεκινά έτσι:
Από ωδές θαμμένοι
Σφετερισμένοι
Συχνά τους βλέπω να σκουπίζουν
τις αλέες που συνήθιζα να ατενίζω
Με δεμένα μάτια
Με πρόλαβες Γιάννη και το παρουσίασες ολόκληρο. Νο μίζω σε μετάφραση δική σου από τις εκδόσεις Ηριδανός.
Φίλε Βαγγέλη που δεν ξέρω ποιος είσαι αλλά δεν τρέχει και τίποτα – και μιλάμε χαλαρά και ήσυχα (αυτό το γράφω για εκείνους τους περίεργους…..)
Αυτό το ποίημα ΔΕν είναι μετάφραση, ΔΕΝ έχει κυκλοφορήσει στον Ηριδανό ή αλλού: είναι ανέκδοτο δικό μου ποίημα μιας συλλογής που θα κυκλοφορήσει τον χειμώνα.
Με τιμάς που σου άρεσε και σε ευχαριστώ θερμά. But my name is not Bukowski…..
OK. Sorry για την ακούσια ταυτοποίηση. Το ποίημα παρεπιπτόντως είναι εξαιρετικό. ( ας μη γράψω άλλους επαίνους μήπως θεωρηθώ κυνάριο του κυρίου Λειβαδά, μιας και όλα παρεξηγούνται)
Καλημέρα σ’ όλους
κ.Σοφιανέ,
δεκτή η συγγνώμη και σας τιμά. Δεν τη θεωρούσα απαραίτητη -μια διευκρίνιση χρειαζόμουν- ωστόσο σημειώνω τη στάση σας ως υποδειγματική.
Ο περιπαικτικός λυρισμός ήταν απολαυστικός και δεν με έθιξε [μακάρι να ‘μουν μια άχαρη Ματούλα!]
Γιώργος Πρίμπας
“Από ποιο ποίημα του Μπουκόβσκι είναι αυτό το δίστιχο, αγαπητέ Βαγγέλη;”
ΩΧΩΧΩΧΩΧ… (please no…)
:)) Αυτή η ανάρτηση θα σπάσει ρεκόρ σχολίων!!
Θα προτιμούσα, κ. Μίχο, οι κρίσεις σας να ήταν λιγότερο βιαστικές. Παρ’ όλ’ αυτά:
θέλετε να μιλήσουμε για το πνεύμα του συγκεκριμένου ποιήματος; Καμιά αντίρρηση. Σας δίνω δυο παραπομπές. Η πρώτη είναι από τον “ισχυρότερο basho-λόγο της υφηλίου”, όπως τον αποκάλεσε ο ίδιος ο κ. Λειβαδάς, τον Lucien Stryk:
“Throughout his life as a wanderer Basho sought to celebrate: whether his eyes turned to mountain or gorge, whether his ears heard thunder or bird-song, whether his foot brushed flower or mud, he was intensely alive to the preciousness of all that shared the world with him. Even his final poem, written for disciples shortly before his death, reaches for the unkonown:
Sich o a journey –
over parched fields
dreams wander on.” (On love and barley, σελ. 19)
Το δεύτερο είναι από τη Βικιπαίδεια:
“Bashō left Edo for the last time in the summer of 1694, spending time in Ueno and Kyoto before his arrival in Osaka. He became sick with a stomach illness and died peacefully, surrounded by his disciples.[22] Although he did not compose any formal death poem on his deathbed[23] the following, being the last poem recorded during his final illness, is generally accepted as his poem of farewell:
tabi ni yande / yume wa kareno wo / kake meguru
falling sick on a journey / my dream goes wandering / over a field of dried grass [1694]”
Και σας ρωτώ: με την εκ των ων ουκ άνευ έννοια του ταξιδιού εξαφανισμένη ακόμα και ως λέξη, με το βιογραφικό δεδομένο της ασθένειας του ίδιου του ποιητή συσκοτισμένο και ασαφές, με την ίδια τη φύση (parched fields, a field of dried grass) να γίνεται “μοναξιά”, εσείς ποιο ακριβώς πνεύμα του ποιήματος βλέπετε να υπηρετεί η μετάφραση του κ. Λειβαδά. Μιλήσατε για ποδόσφαιρο. Ιδού λοιπόν, μπάλα και γήπεδο δικά σας!
Ο συμπαθής, αλλά δυστυχώς “ανυπόμονος” κ. Λειβαδάς έκανε ένα λάθος, παρεξήγησε πλήρως ένα γνωστό ποίημα και το μετέφρασε εσφαλμένα. Το πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι στηρίχθηκε στο λάθος του για να κατηγορήσει έναν άλλο μεταφραστή — πολύ καλύτερό του, όπως αποδείχθηκε εν προκειμένω. Και, ακόμη χειρότερα, ότι δεν έχει το θάρρος να το παραδεχθεί και να ζητήσει συγγνώμη.
Ο κ. Μπλάνας κάνει κι αυτός βέβαια λάθος όταν απειλεί τον επικριτή του με διώξεις και αγωγές. Αυτά τα θέματα δεν λύνονται στα δικαστήρια. Έχει δίκιο όμως όταν ζητάει την ηθική αποκατάσταση του ονόματός του και της μεταφραστικής του υπόληψης. Η “πολιτική των μέσων αποστάσεων” εδώ, κ. Μίχο, δεν οδηγεί πουθενά.
Διορθώνω: Sick on a Journey
“Αυτά τα θέματα δεν λύνονται στα δικαστήρια.”
Γιατί αυτά τα θέματα δεν λύνονται στα δικαστήρια;
Σύμφωνα με την αγγλική μετάφραση που παραθέσατε η μετάφραση Μπλάνα δεν είναι λιγότερο αυθαίρετη από την μετάφραση Λειβαδά (:parched fields= ούτε “ερημιά” ούτε “στης μοναξιάς τον δρόμο”, dreams wander on = “ΜΟΝΟ τα όνειρά μου συνεχίζουν το ταξίδι”;)
Ένα πρόσφατο παράδειγμα αναφορικά με την δικαστική επίλυση ανάλογων ζητημάτων:
Ο κύριος Σοφιανός δήλωσε ότι απολαμβάνει “την ρητή εκτίμηση λογίων που έχ[ει] κατακρίνει (κυρίως για το αντιπνευματικό τους ήθος και σπανιώτερα για το έργο τους)”. Δήλωσε ακόμη για τον κύριο Βέλτσο: “στο ανθρώπινο πεδίο έχει καταφέρει το μέγιστο: να ακυρώσει μοίρα κακή.” H τελευταία δήλωση δεν κρίνει αυστηρά ή εξοντωτικά το έργο Βέλτσου (αναφαίρετο δικαίωμα του) αλλά προσωπικά τον κύριο Βέλτσο και δύναται να θεωρηθεί προσβλητική, δηλ. αξιόποινη.
Kάποιοι το σέρνουν από τη μύτη κι ας έχει ψοφήσει…..
Πολλές παρατηρήσεις έξω από το παιχνίδι και δυστυχία σε έξαρση.
Σε προσωπικό επίπεδο δεν αποκρίνομαι σε κανέναν, αλλά ο μαρασμός και η ανικανότητα συνθηκολόγησης με το πέραν της ρινός του καθενός καθιστούν επιτακτική μία πολύ συνοπτική διατύπωση:
Το χαϊκού είναι αποτέλεσμα του Σατόρι, της στιγμιαίας αφύπνισης, αυτή παράγει το ποίημα και όχι η ποιητική μορφή.
Κάθε μετάφραση λοιπόν που κάνω από την romaji (και όχι romanji που λένε κάποιοι πεφωτισμένοι) αντανακλά συνειδητά την ανάγκη προσέγγισης του ποιήματος εξαιρετικά προς αυτήν την κατεύθυνση, και ΟΧΙ προς την επί λέξει μετάφραση η οποία θα μπορούσε να αποδώσει ικανοποιητικά ΜΟΝΟ στην περίπτωση που θα ήμασταν ιάπωνες. Ένεκα που όλες συνοδευτικές λειτουργίες και αξίες, χρόνος, εποχή, περιβάλλον, μα και το αν το ποίημα έχει καταγραφεί μεμονομένα ή αποτελεί μέρος κάποιου χαϊμπούν (ταξιδιωτικό πεζο-ποίημα που περιέχει ενδιαμέσως και χαϊκού), όπως το συγκεκριμένο, συναρτούν απλώς την λογοτεχνική δέσμευση του τρίστιχου και όχι την ποιητική κορύφωση – αυτό δηλαδή για το οποίο και απʼ το οποίο γράφτηκε το χαϊκού.
Βάση αυτής της πυρηνικής άποψης, που εκφράζεται από τους μέντορες του είδους (εννοώ αποκλειστικώς ιάπωνες και ουδέναν δυτικό) προχωρά κανείς σε μία τέτοια μετάφραση, σαν αυτήν για την οποία γίνεται τόσος λόγος.
Για περαιτέρω λεπτομέρειες, υπομονή μέχρι να κυκλοφορήσει το βιβλίο, αν και λίγη σημασία έχει….. Ανήκω στη σχολή που θεωρεί πως οφείλουμε να «μεταφράσουμε» με κατεύθυνση το Σατόρι και όχι το σουλούπι. Ειδάλλως μεταγράφουμε το exotic και όχι το real thing.
Τέλος.
Επειδή μέσα σ’ όλα αυτά μόνον η ψυχή θριαμβεύει εγώ απαντώ μέσω του ΚΟΡΥΦΑΙΟΥ Μίλτου Σαχτούρη:
Θριαμβικοί θάνατοι επέρχονται
ραγδαίως
και μες στον μαύρο ουρανό
ανάμεσα σε πύραυλους μέσου βεληνεκούς
η λαμπερή αστραπή
θα’ναι η ψ υ χ ή μου.
Για τον φίλτατο “δ” :
σχεδόν όλες οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για την σύνταξη ενός χαϊκού στην ιαπωνική, σημαίνουν ή δεν σημαίνουν το αυτονόητο που φαίνεται να περιγράφουν – αυτό εξαρτάται από την θέση τους και και τους συνδιασμούς τους: παράδειγμα:
το parched fields ειδικά όταν το χαϊκού συναντάται μέσα σε κάποιο χαϊμπούν, σημαίνει ακριβώς: “ο δρόμος του κανενός, η εσχατιά της ερημιάς”.
Μπράβο Μίχο, επιτέλους προς την κατεύθυνση.
Σε ευχαριστώ θερμά. Κι εγώ και ο Henderson…..
χε χε χε χε….. μα τα χίλια μοναστήρια….
χε χε χε
Μιας και το’χετε ρίξει στα χαϊκού πώς σας φαίνεται το παρακάτω;
Μόνο ο καθρέφτης
να σε βλέπει αντέχει
δίχως να σπάει
Γιάννης Πατίλης
Μίχο εγώ δεν χρειάζομαι την ποίηση για να είμαι στα καλά μου, πόσο μάλλον εσένα……
Δεν είμαι εγώ ο πρωταγωνιστής στο Ποιείν, εσύ είσαι – αυτός που γράφει για τα πάντα και απαιτεί εμψύχωση. Εγώ γράφω μόπνο όταν γράφω, δεν κυλιέμαι στα σχόλια.
Ορθοπόδησε….
Σε κάθε στροφή να έρχεσαι το πώς θα φεύγεις είναι άλλο ζήτημα.
Ναι… την ατυχία σου. Συμφωνώ.
Πληροφορίες στο χαρτί υγείας, μια ταμπέλα λογιστικού γραφείου, άθλιοi υποτιτλισμοί, το γραμματόσημο, η ημερομηνία σφαγής στο συσκευασμένο κοτόπουλο, οι ώρες στο ρολόι, η νοηματική, το εκλεκτότερο ποίημα, οι παρενέργειες του φαρμάκου, ο Κ.Ο.Κ, τα κωκ.
Πόσες συγκρούσεις…
Στο 160ο τερματισμός.
Πολλά ερωτήματα, πολλά συμπεράσματα, πολλά τραύματα, πολλά γιατρικά.
Λήξη σχολίων.