ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΥΣ, ΧΩΡΙΣ ΟΝΕΙΡΑ

 

Κι έρχονται οι μέρες πολύ νωρίς,

ίσα που καταλαβαίνεις τον βαρύ ερχομό τους.

Ύστερα, καθώς κυλούν χωρίς ούτε ένα κυματισμό,

λες: πέρασαν τόσο γρήγορα.

 

Καθώς γυρνάς από τα γερασμένα καφενεία,

στην κενή πλατεία,

-γερασμένος και συ-

τι περιμένεις πρωί, βράδυ;

Κάποια λευκά σεντόνια κρέμονται

σε ατσαλένια σύρματα στις χωμάτινες αυλές.

Αυλές που θα είναι παράδεισοι ονείρου, στο μακρινό σου μέλλον.

 

Οραματίστηκες; Μα καθόλου, ούτε καν, ψελλίζεις: δεν…

 

Πότε- πότε πιάνεις το σώμα σου από τις άκρες των ώμων

και το τινάζεις από το μπαλκόνι χωρίς κάγκελα,

το χτυπάς με ένα ραβδί να φύγουν οι σκόνες.

Πασπαλίζουν ότι φοράς και ότι σε σκεπάζει

ακόμα και κείνη η σκιά, η ομίχλη, η αντάρα.

 

Και πρέπει σκέφτεσαι,  στο τόπο που αγάπησες να ναι ο ομφάλιος

δεμένος στα τσάκνα της φωλιάς

πάνω στα κεραμίδια και δεν έχει αποκολληθεί ακόμα.

Κι είναι και τούτο επικίνδυνο,

ένα ασθενικό συμβαίνει,

μια περιπέτεια ρημάτων που τρώγουν ότι τολμά κι ότι ξεμένει πίσω.

 

Κι έρχονται έτσι οι μέρες, σημειωτόν και τροχάδην.

Κι είναι τελικά όραμα, ένα κομμάτι ψωμί πάνω στο τραπέζι.

Κι ένα χαμόγελο στην χωμάτινη αυλή, πίσω από τα λευκά σεντόνια;

 

 

ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ

 

 

Στεκότανε μ΄ ένα άτολμο μειδίαμα, μα βουβός  κι άκουγε τη καρδιά του.

Χτυπούσε στις Αλκυονίδες μέρες πιο δυνατά απ΄ το ανάλαφρο του αέρα.

Ζούσε ακόμα, κι ας προτιμούσε τον γρήγορο θάνατο.

Στο απέναντι σιδερόφρακτο μπαλκόνι μια λυγερόκορμη κόρη,

άπλωνε τ΄ ασπρόρουχα της, όμορφη θέα στα μάτια μας.

Έριχνε κλεφτές ματιές στους άνδρες που διασταύρωναν τον δρόμο.

Ο μαύρος καφές πάντα πικρός μαλάκωνε ένα ξερόβηχα.

Ότι απέμεινε απ΄ την εποχή της δικτατορίας.

Ούτε αγώνες, ούτε σημαίες, ούτε συνθήματα.

Μόνο ένας ξερόβηχας που τράνταζε τα σωθικά του.

Όχι τώρα πως πήγαιναν καλύτερα τα πράγματα.

Στις λαϊκές αγορές, πίσω από τους πάγκους,

όπου στήνονταν μικρές συνεδρίες,

μιλούσε πλέον όλο και λιγότερο.

Φοβότανε.

Το βράδυ ξάπλωνε συνήθως μόνος.

Κοίταζε τη πρασινογάλαζη θάλασσα που κρεμότανε στο τοίχο.

Στη παραλία πεταμένα φύκια, μισά όξω απ΄ τη κινούμενη άμμο.

Μια σκουριασμένη βάρκα τσαλακωμένη στο κάδρο

κι ένας γλάρος που ποτέ του δεν πέταγε.

Κι όμως,  πάντα τον έβρισκε ένα πόντο πιο πέρα.

 

ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΗ

 

Ότι αγόραζε μισο τιμής,  του χάλαγε σε λίγες μέρες.

Έτσι ήταν σκέφτηκε. Ότι πληρώνεις παίρνεις.

Μια ζωή, στα παζάρια της Τρίτης, στα πεταμένα φτηνιάρικα.

Για σταθερό αποκούμπι κράτησε μια φωλιά από τούβλα στο χωριό του.

Να ΄χει ένα κεραμίδι πριν το τέλος που δεν θ΄ αργούσε.

«Τι να το κάνει τότε…» μονολόγησε.

Σαν η καρδιά δεν αγαπά, τι να κάμεις το σώμα;

Άδειο κιβώτιο σε θάλασσα. Μουλιάζει, σαπίζει, χάνεται.

 

Έσκαψε σαν γκρίζος κάστορας την τρύπα του.

Ζώστηκε τους χρόνους γύρω από τη μέση του.

Δεν ξεχώριζε τώρα από το υπόλοιπο σώμα.

Ρύθμισε  τον πυροκροτητή στην ώρα που έπρεπε.

Όταν βγήκε στην άλλη πλευρά.

Δείλιασε.

Πάλι ένα τούβλο και μια κεραμίδα τον περίμεναν.

Η πολυπόθητη δραπέτευση που σχεδίαζε απέτυχε.

Στο φως που σβήνει δεν έφτασε ποτέ του.

 

ΧΩΜΑΤΕΡΗ

 

Τα γερασμένα απορριμματοφόρα βογκούσαν τα πρωινά.

Εγκυμονούσες ματαιοδοξίες, πλαστικές σακούλες,

ξεραμένα αποφάγια, κενές συσκευασίες,

χαμένα πρωινά, χαλασμένες συσκευές,

θλιμμένους αποχαιρετισμούς, σχισμένα σεντόνια και παπλώματα,

έρωτες που δηλώθηκαν φόνοι εκ προμελέτης, αγάπες που αγνοήθηκαν

μέλισσες που βούιζαν γύρω από ένα πεταμένο γαρούφαλλο

πρωταγωνίστριες της σήψης και κάπου στο βάθος το τέλος των όλων.

 

Εκεί, περπατούσε πεταμένος κι ο άνθρωπος

φορώντας για ρούχο μια Δύση.

Σαβανώθηκε όσο καλύτερα μπορούσε, ν΄ αντέξει τον θάνατο.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

 

Τα συνήθη βράδια μετά το προσκλητήριο,

όπου φωνάζαμε με τα στήθια υπερηφάνεια: παρόντες

στο στρατόπεδο μια νεκρική υπέκυπτε στο βέλος του «Αλτ, τις ει»

Ψίθυροι γυρόφερναν.

Στα σιδερένια κρεβάτια, ιαχές από ψύλλους

τσίκνα και μπόχα απ΄ τις άπλυτες κάλτσες

και κάτι σώματα φαντάρων

αιωρούνταν έξω απ΄ τα τρύπια συρματοπλέγματα.

Οι παγωμένες ανάσες τους, ίσα που σχημάτιζαν

τα ποθητά σώματα ανεκπλήρωτων ερώτων.